Legislator Case Law & Legislation
1230/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent parties and rejects vague legal arguments.

Case Number 1230/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a traffic accident compensation judgment. The court noted that several appellants failed to appear or participate properly, rendering their arguments inadmissible, while the appellant representing the insurance fund was present. The court rejected the remaining vague legal grounds as insufficiently substantiated and ordered the appellants to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2), 559(8), (12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the case ex officio when a party is absent, and appeals lacking specific factual support or citing inadmissible grounds are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal ex officio examination vague legal grounds legal costs award traffic accident compensation procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and (12) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Δήμου, κατοίκου ..., 2) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γλυκερία Σιούτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ., κατοίκου ..., 3) Β. Γ., 4) Α. Μ., 5) Α. Μ., κατοίκων ..., 6) Ε. Σ., 7) Χ. Σ., κατοίκων ..., 8) Β. Γ. και Β. Γ., κατοίκων ..., ως νομίμων εκπροσώπων και ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Μ. - Α. Γ., 9) Χ. Μ., κατοίκου ..., 10) Κ. Σ., κατοίκου ..., 11) Β. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 12) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2007 αγωγή των 1ης έως και 11ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με την από 27-6-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του 12ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-5-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 12ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σωκράτης Πλαστήρας διάβασε την από 15-10-2021 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Μαρίας Βάρκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 11-5-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 147/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Ο πληρεξούσιος του 12ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 555/2019). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδάφ. β` του ίδιου παραπάνω άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι που συνδέονται με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1449/2021, ΑΠ 234/2020, ΑΠ 362/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1449/2021, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτη έως και ενδέκατος των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες (σχετ. τα με αριθμ. …/2019 και …/2019 πληρεξούσια που συντάχθηκαν στην Πρεσβεία της Ελλάδος στις Βρυξέλλες και στη συμβολαιογράφο Ναυπάκτου Ειρήνη Νικολάου Μουτοπούλου, αντίστοιχα προς τους δικηγόρους Γλυκερία Σιούτη και Παναγιώτη Σταυρόπουλο).

Πλην, όμως, από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ή το δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων παριστάμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", έχουν κλητεύσει τους παραπάνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, να παραστούν στην προκείμενη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη παρούσα δικάσιμο της 7-4-2023.

Επομένως, πρέπει, υφιστάμενης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφ' όσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση των πρώτης έως και ενδέκατου των αναιρεσιβλήτων κατά την ορισθείσα δικάσιμο να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτούς (απολειπόμενους πρώτη έως και ενδέκατο των αναιρεσιβλήτων), να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.

Με την υπό κρίση, από 11-5-2015 (αριθμ. έκθ. καταθ. 24/12-5-2015), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης[άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθ. 147/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (όπως διορθώθηκε με την με αριθ. 35/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου).

Η αίτηση είναι παραδεκτή, ως προς τους παριστάμενους διαδίκους (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 εφόσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 3-1-2007 (αριθ. κατάθ. 11/2007) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, οι ενάγοντες και ήδη πρώτος έως και ενδέκατος των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενοι κατά του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και κατά της Α.

Μ., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και τη δίκη συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και ήδη δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι από υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου Δ. Μ., οδηγού του, χωρίς ενεργή σύμβαση ασφάλισης για τις προς τρίτους ζημίες, με αριθμ. κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Α. Μ., προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της "οικείου τους" Χ. Π., ως πεζής, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά που αναγράφονται στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 63/2009 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή (καθώς και η από 27-6-2007 και με αριθ. κατάθεσης 122/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του πρώτου εναγόμενου Μ. Δ.) και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, σε καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι: α) από 21-9-2009 (αριθ. κατάθ. 97/2009) και β) από 20-9-2009 (αριθ. κατάθ. 104/2009) εφέσεις, με τις οποίες οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης και οι μεν εκκαλούντες της πρώτης των εφέσεων την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων τους, οι δε εκκαλούντες της δεύτερης των εφέσεων την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020 ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Η έκθεση των παραδοχών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 109/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018), οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ και ειδικότερα ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συντρέχουσας αμέλειας (κατά ποσοστό 60%) του πρώτου από αυτούς, οδηγού του με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, στο ένδικο ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό της πεζής Χ. Π., διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, καθόσον δεν αναφέρει ακριβώς από ποια στοιχεία προκύπτει η κρίση του α) ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν μεγαλύτερη από τα 50 χλμ./ώρα, το οποίο είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στη περιοχή και β) ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων οδηγός δεν επέδειξε την ανάλογη για την περίσταση επιμέλεια περί την οδήγηση και ανέπτυξε μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μην ασκεί τον έλεγχο του οχήματος και να παρασύρει την πεζή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όπως ορθώς επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις του και το δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται όπως είναι αναγκαίο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού στην πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού της πεζής, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση των μη αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερου αναιρετικού λόγου.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Στην περίπτωση δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του προσκομισθέντος από αυτούς (αναιρεσείοντες) αποδεικτικού υλικού, το οποίο αν το δικαστήριο της ουσίας λάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αποκλειστικά υπαίτια του θανάσιμου τραυματισμού της ήταν η πεζή Χ.

Π., η οποία προσπάθησε να διέλθει την οδό, παραβιάζοντας τους κανόνες της κυκλοφορίας, καθόσον σε απόσταση 80μ., από το σημείο του ατυχήματος, υπήρχαν διαβάσεις πεζών, στις οποίες έπρεπε να κινηθεί. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους(Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε α) την, μετ` επικλήσεως, νομίμως προσκομισθείσα από αυτούς, με αριθμ. 793/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία κρίθηκε, τελεσίδικα, ο πρώτος αναιρεσείων-οδηγός του αυτοκινήτου, αθώος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών (θανάσιμος τραυματισμός της Χ.

Π.) και β) το από 21-5-2005 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Ναυπάκτου, από το οποίο συνάγεται αντίθετο πόρισμα ως προς την ταχύτητα αυτού, την οποία εσφαλμένα προσδιόρισε αυξημένη η προσβαλλόμενη απόφαση δηλ. σε αυτή των 80 χλμ./ώρα, ενώ αυτή δεν υπερέβαινε τα 35 χλμ./ώρα.

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν " οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας κατά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης ..." καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει και την προαναφερθείσα αθωωτική ποινική απόφαση, όπως και το από 21-5-2005 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, η δε μη ειδικότερη αντίκρουση της ως άνω ποινικής απόφασης πέραν του ότι δεν είναι αναγκαία, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλούνται τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1186/2012).

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παριστάμενους διαδίκους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα (μόνο) του νικήσαντος (δωδέκατου) αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., (για τους λοιπούς πρώτη έως και ενδέκατο των αναιρεσιβλήτων, κατά τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτη η συζήτηση) κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11-5-2015 (αριθμ. έκθ. καταθ. 24/12-5-2015), αίτησης αναίρεσης της με αριθμ. 147/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (όπως διορθώθηκε με την 35/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), ως προς τους πρώτη έως και ενδέκατο των αναιρεσιβλήτων. Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς το δωδέκατο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 11-5-2015, αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 147/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (όπως διορθώθηκε με την με αριθμ. 35/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), κατά το μέρος της που αφορά το δωδέκατο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο". Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ