Legislator Case Law & Legislation
1230/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract duration ruling regarding public entity employees.

Case Number 1230/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling regarding the duration of employment contracts with public entity employees. The State argued that successive fixed-term contracts should not automatically convert to indefinite-term contracts, but the court found that the contracts had already acquired that character before new laws took effect. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 5, 6, 7, 8 of Law 2112/1920; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts automatically acquire the character of indefinite-term contracts regardless of the parties' characterization, and the employer must pay severance based on the total duration of such contracts.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts indefinite-term employment public entity employees severance pay calculation Labor Law 2112/1920 Presidential Decree 164/2004 appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 3, 5, 6, 7, 8 of Law 2112/1920
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 1 of Law 3320/2005
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Ειδικό Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … 9. Δ. Λ. του Μ., κατοίκου Αγ. Παρασκευής. Οι 1η, 2η, 3ος, 4η, 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιπές (7η, 8η και 9η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2013 αγωγή και την από 9/6/2014 προσεπίκληση - αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/10/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 357/2020, ΑΠ 1387/2019).

Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε το άρθρο 6α, στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: " 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ.

το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. . 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κειμένων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές". ( ΑΠ 405/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ερήμην απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αν επιδοθεί και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή αν χωρήσει παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 585/2017).

Η επίδοση της απόφασης, η κατόπιν αυτής άσκηση ή μη ανακοπής ερημοδικίας ή η παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα πρέπει να αποδεικνύονται με την προσκόμιση των οικείων εκθέσεων επίδοσης και της βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 285/2017), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1094/2019).

Το ίδιο ισχύει και επί απόφασης που απορρίπτει την έφεση ερήμην του εφεσιβλήτου, διότι παρεμπίπτουσα έρευνα από τον Αρειο Πάγο της έλλειψης εννόμου συμφέροντος δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 15/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 15-10-2020 και με αριθ. κατ. 7898/938/15-10-2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθ 202/11-1-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 1η , 2η , 3ος, 4η, 5η, και 6ος των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Α.

Ν.. Μ.-Ε. Α., Ι. Δ., Π. Δ., Μ. Ε.-Β. και Γ. Κ. δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παραστάθηκαν οι λοιπές αναιρεσίβλητες, δηλαδή η 7η, Γ. Κ., η 8η, Α. Κ. και η 9η Δ. Λ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη.

Όπως προκύπτει από τις με αριθ.2771Δ/4-3-2021 και 2774Δ/9-3-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κων/νου Χαρμπίλα. που προσκομίζει με επίκληση το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση να παραστούν κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην 4η αναιρεσίβλητη.

Π. Δ., καθώς και στη δικηγόρο Αικατερίνη Συγγενιώτου. αντίστοιχα, για τους λοιπούς, ως άνω, απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, τους οποίους η εν λόγω δικηγόρος είχε εκπροσωπήσει κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 18-9-2018, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η 4η εφεσίβλητη, ήδη 4η αναιρεσίβλητη.

Π. Δ. δικάσθηκε σαν να ήταν παρούσα, καθόσον δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορίσθηκε δε παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης από αυτήν ανακοπής ερημοδικίας Από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει αφενός μεν η επίδοση σ αυτήν της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και η εκ μέρους της άσκηση ή μη ανακοπής ερημοδικίας, αφετέρου παραίτησή της από το σχετικό δικαίωμα, αφού δεν προσκομίζονται τα αντίστοιχα αποδεικτικά έγγραφα.

Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη η αίτηση αναίρεσης, κατ ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Με την κρινόμενη από 15-10-2020 και με αριθ. κατ 7898/938/15-10- 2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 202/11-1-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ερήμην της 4ης εφεσίβλητης και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων επί των από 4-10- 2016 και από 9-11-2016 εφέσεων, που ασκήθηκαν, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, κατά της με αριθμό 346/3-2-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 3-9-2013 και με αριθ.

κατ. 117196/4366/9-9-2.013 αγωγής Με την εν λόγω αγωγή, η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, οι εκεί αναφερόμενοι 32 ενάγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι, ως άνω, αναιρεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες ως δημοσιογράφοι από την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ Α.Ε.).

καθένας από αυτούς αρχικά με αντίστοιχη σύμβαση έργου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά περίπτωση, έως τις 11-6-2006, οπότε οι συμβάσεις αυτές μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 π δ 164/2004 και έκτοτε απασχολήθηκαν έως τις 11-6-2013, οπότε η ΕΡΤ Α Ε.

καταργήθηκε με την ΟΙΚ. 02/11-6-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε την 11-6-2013 στο ΦΕΚ τ Β 1414, προβλέποντας και τη λύση όλων των συμβάσεων εργασίας του απασχολούμενου προσωπικού. Επικαλούμενοι δε ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που υπεισήλθε στη θέση της ΕΡΤ Α Ε .

ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό για μισθούς υπερημερίας, άλλως και επικουρικώς το αντίστοιχο αναφερόμενο ποσό για οφειλόμενο υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 346/2015 οριστική απόφαση, αφού συνεκδίκασε την παραπάνω αγωγή με την από 9-6-2014 αγωγή, που άσκησαν οι ίδιοι ενάγοντες κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, internet και Τηλεόραση Α.Ε.", που απορρίφθηκε και δεν ερευνάται στα πλαίσια της παρούσας αναιρετικής δίκης, απέρριψε την ένδικη από 3-9-2013 αγωγή ως προς τους 3ο , 5η, 7η, 10η, 11η, 12°, 15°, 17η, 18°, 19°, 20η, 21°, 22η, 23η, 24°, 25°, 26η, 27η, 28η, 29η. 30η, 31η και 32° ενάγοντες και δέχθηκε εν μέρει αυτήν, κατά την επικουρική βάση της ως προς τους λοιπούς 1η, 2η , 4°, 6η , 8η , 9ο , 13η, 14η και 16° ενάγοντες, ήδη 1η, 2η, 3°, 4η, 5η, 6°, 7η, 8η και 9η αναιρεσιβλήτους, επιδικάζοντας σε καθένα από αυτούς το αναφερόμενο ποσό για υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν η από 4-10-2016 και με αριθ. κατ. 4425/31-10-2016 έφεση της 14ης ενάγουσας, ήδη 8ης αναιρεσίβλητης, Α. Κ. και η από 9-11-2016 και με αριθ. κατ. 4612/11-11-2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη κατά των, ως άνω, εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 202/2019 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις.

Η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 202/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 9-11-2016 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 16-9-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Σ. Μ. και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 15-10-2020 (άρθρα 552, 553. 556, 564 παρ. 1 και 566 παρ 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια, κατά την παρ. 2 δε του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το δημόσιο (ή ΝΠΔΔ).

έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια Δεν είναι, επομένως, διοικητικές διαφορές ουσίας αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ).

ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 20/2020. ΑΠ 475/2018, ΑΠ 1325/2010). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 197 παρ. 1 ΚΔδιοικ Δ οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε με αυτές, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με αυτές έγινε δεκτό.

Δεν καλύπτονται συνεπώς τα πλεοναστικά κριθέντα (ΑΕΔ 18/2005) ή τα κριθέντα παρεμπιπτόντως. Έτσι, οι αποφάσεις του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνο επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (ΑΠ 302/2011).

δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου, που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 20/2020, ΑΠ 552/2002). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά τη δημόσια τάξη και, επομένως, προτείνεται και στον Αρειο Πάγο για πρώτη φορά ( ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 1353/2018, ΑΠ 1529/2017), ιδρύεται αν το πολιτικό δικαστήριο δικάσει υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, όπως, μεταξύ άλλων, στη δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 397/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 4 το άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο (πολιτικό) δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του. καθόσον εκδίκασε την ένδικη διαφορά, παρά το γεγονός ότι είναι διοικητική και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Τούτο δε. διότι το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δικής, δηλαδή το κύρος της με αριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ, με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ Α.Ε. και λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων. κρίθηκε ήδη με δύναμη δεδικασμένου με τη με αριθ. 1901/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το δεδικασμένο της οποίας δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον παρόντα αναιρετικό λόγο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "..,. Από τα άρθρα 1, 2 και 3 της με αριθ. ΟΙΚ. 02/11-6-2013 (ΦΕΚ Β' 1414/11-6-2013) Κ Υ Α. του Υπουργού Οικονομικών και του υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης "Ελληνική Ραδιοφωνία- Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρία (ΕΡΤ Α.Ε)", που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης με το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο ), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 1 της από 31-12- 2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της από 10-6-2013 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 (Α' 139) ορίζονται τα ακόλουθα:

Άρθρο 1.1. Η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση. Ανώνυμη Εταιρία (ΕΡΤ Α.Ε.), που ιδρύθηκε με το ν 1730/1987 (Α 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται. Επίσης καταργούνται οι θυγατρικές εταιρίες που έχουν συσταθεί από την ΕΡΤ Α.Ε. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ Α Ε.

και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11-6-2013 και έως τη σύσταση του νέου φορέα. Άρθρο 2.1. Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της [. ...] μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών [....] 2 Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο 3 1. Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό ή έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό, καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ΕΡΤ Α.Ε. λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας. Για τις περιπτώσεις, τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας. 2.

Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση [...]. Τα ως άνω διοικητικής φύσης ζητήματα που κρίθηκαν ενώπιον του ΣτΕ συνιστούν προδικαστικά ζητήματα ως προς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, από τα οποία μάλιστα δεσμεύεται το παρόν δικαστήριο, καθώς αποτελούν δεδικασμένο [....].

Το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δεδομένου ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι αξιώσεις που απορρέουν από τις ένδικες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, λόγω της επικαλούμενης καταγγελίας [....]. Η ένδικη υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι ακυρωτικές διαφορές ή διοικητικές διαφορές ουσίας [. ...].

Άλλωστε η ως άνω Κ Υ Α. περιέχει μεν διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου ως προς την κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε., οπότε τα σχετικά ζητήματα υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, πλην όμως ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης απόλυσης των εργαζομένων ρητά παραπέμπει στις κείμενες διατάξεις, καθώς και σε αυτές του άρθρου 72 του ν 4174/2013, οι οποίες δεν είναι κανονιστικού περιεχομένου, γι' αυτό και η ένδικη διαφορά συνιστά ιδιωτική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων".

Περαιτέρω, από την παραδεκτή και αναγκαία για τη διερεύνηση της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναίρεσης παραδεκτή επισκόπηση της με αριθ. 1901/2014 απόφασης του ΣτΕ προκύπτει ότι με αυτήν κρίθηκε το κύρος της με αριθ. ΟΙΚ. 02/11 -6-2013 απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση" (ΕΡΤ Α Ε ΦΕΚ Β' 1414/11-6-2013).

που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης. Ειδικότερα, αφού έγινε δεκτό ότι η προσβαλλόμενη, ως άνω ΥΑ συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη: α) τόσο κατά το μέρος αυτής με το οποίο ορίζεται ότι καταργείται η ΕΡΤ Α Ε. και οι θυγατρικές αυτής, δεδομένου ότι με τη ρύθμιση αυτή καταργείται και παύει να λειτουργεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκει στο κράτος και του έχει ανατεθεί η παροχή της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, β) όσο και κατά το μέρος με το οποίο ορίζεται ότι από τη δημοσίευσή της λύονται οι συμβάσεις εργασίας του με οποιοδήποτε τρόπο απασχολούμενου στην ΕΡΤ Α.Ε.

και στις θυγατρικές αυτής προσωπικού, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μονομερή επέμβαση στις παραπάνω συμβατικές σχέσεις απολύτως συναρτώμενη με την υπό στοιχείο α' ρύθμιση, κρίθηκε περαιτέρω ότι είναι νόμιμη και συνταγματική Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η εν λόγω απόφαση παράγει δεδικασμένο μόνο ως προς το κριθέν διοικητικής φύσης ζήτημα του κύρους της προαναφερόμενης ΚΥΑ.

Ωστόσο, το κύριο ζήτημα της παρούσας δίκης, που αφορά στην επιδίκαση αποζημίωσης και ειδικότερα του ύψους αυτής στο προσωπικό που απασχολείτο στην καταργηθείσα ΕΡΤ Α Ε. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου έχει χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Είναι δε αδιάφορο ότι ο γενεσιουργός λόγος των αξιώσεων καταβολής αποζημιώσεων είναι η ως άνω εκτελεστή πράξη της διοίκησης, το κύρος της οποίας ερευνάται από τα διοικητικά δικαστήρια, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας αυτών (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 872/2015, Στε 3691/2014). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της προαναφερόμενης με αριθ ΟΙΚ. 02/11-6-2013 απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού της ΕΡΤ Α Ε και των θυγατρικών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας. Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας (παρ. 1).

Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αποζημίωση (παρ. 2). Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 72 (78 υπό την αρχική του αρίθμηση) ν. 4174/2013 ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα της καταβολής αποζημιώσεων προς τους εργαζομένους της ΕΡΤ Α.Ε., συνεπεία της λύσης των σχέσεων εργασίας.

Το εν λόγω άρθρο, υπό την αρχική του αρίθμηση, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1° και β του ν. 4262/2014 και 183 παρ. 1 ν. 4261/2014 ορίζει ότι για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων εφαρμόζεται, προκειμένου για δημοσιογράφους, η με αριθ. 2/17805/0022/13-3-2013 (Β' 662/21-3-2013) Κοινή Υπουργική Απόφαση. Περαιτέρω, με το άρθρο 11 π.δ. 164/2004 ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι αναφερόμενες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η προϋπόθεση, το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός (περ.

γ ). Προς συμπλήρωση των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π δ 164/2004 επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του (παρ. 1).

Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι. εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 π δ. 164/2004.

ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (ΟλΑΠ 16/2017) Ακολούθως, με το άρθρο 24 ν. 3491/2006 ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 εφαρμόζονται και για την ΕΡΤ Α Ε και ότι η μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη του προσωπικού της ΕΡΤ Α Ε.

γίνεται κατά τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού αυτής (παρ. 1 και 2). Στο άρθρο δε 10 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε,, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12-4-1989 (ΦΕΚ 283/13/20-4-1989) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην ΕΡΤ Α Ε και στους προκατόχους της.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2112/1920 ο εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ανάλογη με το χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του νόμου αυτού.

Η τελευταία αυτή διάταξη, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης ως σύμβασης έργου ή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 1198/2017, ΑΠ 1073/2014 ΑΠ 1678/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδη όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 58/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 ν. 2112/1920, 1 παρ. 4 ν.3320/2005 και 11 παρ. 1 π.δ. 164/2004, με το να δεχθεί ότι για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στους ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους αποζημίωσης απόλυσης, λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που κατήρτισαν αυτοί με την ΕΡΤ Α.Ε.

και διήρκεσαν μέχρι την 1-11-2006, οπότε μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον παρόντα αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα "Οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως δημοσιογράφοι στην "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.".

εφεξής ΕΡΤ Α.Ε., έχοντας προσληφθεί από αυτή όπως αναφέρεται παρακάτω. Οι 1η Α. Ν., 2η Μ. Ε. Α., 4ος Ι. Δ., 6η Π. Δ., 8η Μ. Ε., 9ος Γ. Κ., 13η Κ. Γ., 14η Α. Κ.. 16η Δ. Λ. των εναγόντων απασχολήθηκαν στην ΕΡΤ Α Ε. με διαδοχικές συμβάσεις έργου, που λειτούργησαν κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα. Ειδικότερα, η 1η ενάγουσα και πρώτη εφεσίβλητη. ..απασχολήθηκε από 1-4-1994 μέχρι 2-12-1998, η δεύτερη ενάγουσα και δεύτερη εφεσίβλητη....από 1 6-2000 μέχρι 2-12-2000, ο 4ος ενάγων και τρίτος εφεσίβλητος....από 14-12-1998 μέχρι την 1-4-2006, η 6° [....], η 8η ενάγουσα και 5η εφεσίβλητη....

από 1-1-1986 μέχρι 2-12-1998, ο 9ος ενάγων και 6ος εφεσίβλητος..... από 1-1-1992 μέχρι 2-12-1998, η 13η ενάγουσα και 7η εφεσίβλητη....από 1-3-1994 μέχρι 30-11-1998, η 14η ενάγουσα και 8η εφεσίβλητη....από 1-8-1984 μέχρι 2-12 -1998 και η 16η ενάγουσα και 9η εφεσίβλητη. ..από 1-8-1984 μέχρι 2-12-1998. Αμέσως μετά τη λήξη κάθε μιας από τις ανωτέρω συμβάσεις έργου καθενός εκτός από τον 4° των εναγόντων και 3° εφεσίβλητο οι ως άνω ενάγοντες συνήψαν με την ΕΡΤ Α.Ε.

διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δη η 1η από 3-12-1998, η 2η από 3-12-2000, η 6η [....], η 8η από 3-12-1998, ο 9ος από 3-12-1998, η 13η από 3-12-1998, η 14η από 3-12-1998 και η 16η από 3-12-1998. Οι συμβάσεις αυτές διήρκεσαν μέχρι και την 1-11-2006, οπότε μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.

Όσον αφορά τον 4° των εναγόντων και 3° εφεσίβλητο....απασχολήθηκε στην ΕΡΤ Α.Ε. από 14-12-1998 με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι και την 1-11-2006, πότε αυτές μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης του π.δ. 164/2004. Επομένως, όλοι οι ενάγοντες εργάστηκαν στην ΕΡΤ από τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες μέχρι και την 11-6-2013, οπότε με την υπ' αριθ.

ΟΙΚ. 02/11-6-2013 κοινή υπουργική απόφαση το ως άνω νομικό πρόσωπο και οι θυγατρικές του καταργήθηκαν, ταυτόχρονα δε, λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού τους μεταξύ των οποίων και των εναγόντων. Εξαιτίας της ως άνω καταγγελίας, η οποία-με βάση τα όσα έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας- είναι νόμιμη και συνταγματική, οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης απόλυσης.

Η εν λόγω αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις τη; ΚΎ.Α. 2/17805/0022 (Β' 662/21-3-2013), που εφαρμόζεται για τους δημοσιογράφους της ΕΡΤ Α.Ε., ιδιότητα που έχουν όλοι οι ενάγοντες, στην οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 72 του ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε. Όπως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Γ.Κ.Π της ΕΡΤ και την παρ. 4,4 της από 2-7-97 ΣΣΕ, ΕΡΤ-ΠΡΟΣΠΕΡΤ, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού της ΕΡΤ καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας σε αυτήν και στους προκατόχους της.

Ειδικά όσον αφορά το προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις έργου, συνυπολογίζεται και η διάρκεια αυτών, εφόσον επακολούθησε πρόσληψη ύστερα από διαγωνισμό. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους ενάγοντες που συνήψαν συμβάσεις έργου δεν αποδεικνύεται ότι προσελήφθη στη συνέχεια μετά από επιτυχία του σε προκηρυχθέντα διαγωνισμό.

Επομένως, γι' αυτούς και για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσής τους, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ημερομηνία πρόσληψης η ημερομηνία σύναψης οποιασδήποτε σύμβασης έργου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται, αλλά ο χρόνος σύναψης της αρχικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου καθενός. Επομένως, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν στη νομική σκέψη, ως ημερομηνία πρόσληψης για καθένα από τους ενάγοντες λαμβάνεται υπόψη για μεν την 1η ενάγουσα και 1η εφεσίβλητη η 3-12-1998, για τη 2η ενάγουσα και 2η εφεσίβλητη η 3- 12-2000, για την 6η ενάγουσα και 4η εφεσίβλητη [....], για την 8η ενάγουσα και 5η εφεσίβλητη η 3-12-1998, για τον 9° ενάγοντα και 6° εφεσίβλητο η 3- 12-1998, για τη 13η ενάγουσα και 7η εφεσίβλητη η 3-12-1998, για τη 14η ενάγουσα και 8η εφεσίβλητη η 3-12-1998 και για τη 16 ενάγουσα και 9η εφεσίβλητη η 3-12-1998.

Περαιτέρω ως ημερομηνία πρόσληψης του 4ου των εναγόντων και 3ου εφεσιβλήτου λαμβάνεται υπόψη ο αρχικός χρόνος σύναψης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή η 14-12- 1998. Με βάση τα προεκτεθέντα, κατά το χρόνο καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, ήτοι την 11-6-2013, η 1η ενάγουσα είχε συμπληρώσει στην ΕΡΤ 14 έτη υπηρεσίας και δικαιούται αποζημίωση ίση με τις αποδοχές 10 μηνών υπολογιζόμενες, όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με την προρρηθείσα Κ.Υ.Α., ύψους 1.986 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 19.860 ευρώ....Η 2η είχε συμπληρώσει 12 έτη υπηρεσίας και δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 8 μηνών, ύψους 1.691 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 13.528 ευρώ....Ο 4ος με 14 έτη υπηρεσίας δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 10 μηνών, ύψους 2.166 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 21.660 ευρώ....Η 6η [....].

Η 8η, με 14 έτη υπηρεσίας, δικαιούται αποζημίωση ίση με τις αποδοχές 10 μηνών, ύψους 2.160 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 21.600 ευρώ....Ο 9ος, με 14 έτη υπηρεσίας, δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 10 μηνών, ύψους 1.986 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 19.860 ευρώ....Η 13η είχε συμπληρώσει 14 έτη υπηρεσίας και δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 10 μηνών, ύψους 2.155 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 21.500 ευρώ...Η 14η, με 14 έτη υπηρεσίας, δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 10 μηνών, ύψους 2.395 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 23.950 ευρώ.

Η 16η, με 14 έτη υπηρεσίας, δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 10 μηνών, ύψους 2.259 ευρώ και άρα το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 22.590 ευρώ [...]. Το εναγόμενο προέβη στην καταβολή των ως άνω αποζημιώσεων τμηματικά, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Ειδικότερα, στην 1η ενάγουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των 9.930 ευρώ, στη 2η το ποσό των 8.455 ευρώ, στον 4° το ποσό των 10.830 ευρώ, στην 6η [....], στην 8η το ποσό των 10.693,55 ευρώ, στον 9° το ποσό των 9.930 ευρώ, στη 13η το ποσό των 10.755 ευρώ, στη 14η το ποσό των 11.975 ευρώ, 16η το ποσό των 11.295 ευρώ.

Έτσι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει το υπόλοιπο της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω. Ειδικότερα, η 1η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των.... 9.930 ευρώ, η 2η το ποσό των....5.073 ευρώ, ο 4ος το ποσό των....10.830 ευρώ, η 6η [....] , η 8η το ποσό των...10.906,45 ευρώ, ο 90ς το ποσό των ....9.930 ευρώ, η 13η το ποσό των ....9.525 ευρώ, η 14η το ποσό των.... 11.975 ευρώ και η 16 το ποσό των....11.295 ευρώ (μικτά)".

Με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης που δικαιούται κάθε ενάγων-αναιρεσίβλητος λαμβάνεται υπόψη, ως ημερομηνία πρόσληψης, η ημερομηνία της πρώτης σύμβασης ορισμένου χρόνου, που κατάρτισε καθένας από αυτούς με την ΕΡΤ Α.Ε., στο Γενικό Κανονισμό της οποίας ορίζεται, στο άρθρο 10, ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού της καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας σε αυτήν, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 11 παρ. 1 π.δ. 164/2004.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου των εναγόντων, ήδη 1ης, 2ης, 3ου, 5ης, 6ου, 7ης, 8ης και 9ης των αναιρεσιβλήτων (όπως προεκτέθηκε η αίτηση αναίρεσης κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς την 4η αναιρεσίβλητη) είχαν καταρτισθεί για πρώτη φορά στις 3-12-1998, 3-12-2000, 14-12-1998, 3-12- 1998, 3-12-1998, 3-12-1998, 3-12-1998 και 3-12-1998, αντίστοιχα, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (αλλά και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 18-4-2001, που απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και όταν οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη) και διήρκεσαν μέχρι και την 1-11-2006, οπότε μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 11 π.δ. 164/2004, προϋπόθεση εφαρμογής του οποίου, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, να πρόκειται για συμβάσεις που αφορούν σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες ανάγκες του εργοδότη, στην προκειμένη περίπτωση της ΕΡΤ Α.Ε.

Επομένως, οι ένδικες συμβάσεις είχαν ήδη, πριν την έναρξη ισχύος των παραπάνω νομοθετημάτων προσλάβει το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη χαρακτηρισμού ως ορισμένης διάρκειας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, εμπίπτουσες, κατά συνέπεια, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 π.δ. 164/2004, και για τον επιπλέον λόγο ότι με αυτήν προσδίδεται, ρητά πλέον, ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και δεν ρυθμίζεται το ζήτημα της αποζημίωσης του απολυόμενου προσωπικού.

Ο νομοθέτης, εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση των διαδοχικών συμβάσεων που είναι άκυρες, διότι καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 χωρίς τη συνδρομή των προβλεπομένων στα άρθρα 5 και 6 αυτού προϋποθέσεων, αλλά εκτελέσθηκαν επέλεξε (άρθρο 7) να λάβει ο εργαζόμενος για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση ως αποζημίωση το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και να λαμβάνεται υπόψη, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, η συνολική διάρκεια των περισσοτέρων άκυρων συμβάσεων.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1 παρ. 4 ν. 3320/2005, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι η εν λόγω διάταξη αφορά σε συμβάσεις έργου, ο χρόνος των οποίων ορίζεται ότι λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτημα, που δεν εμπίπτει στην ένδικη περίπτωση.

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 7ης, 8ης και 9ης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθ. 134423 ΟΙΚ.

της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει την από 15-10-2020 και με αριθ. κατ. 7898/938/15-10- 2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 202/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 7ης, 8ης και 9ης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ