Legislator Case Law & Legislation
1230/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling appellate court did not exceed discretion or violate proportionality.

Case Number 1230/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by both parties against the Court of Appeal's decision on tort damages. The appellant argued the 5,000 euro compensation for moral damage was excessive, while the appellee (the bank) contested the lower court's findings. The court held that the appellate court's assessment fell within its discretionary limits and complied with the principle of proportionality under the Constitution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 2(1) and 25 of the Constitution: The appellate court's determination of tort damages is subject to review only if it exceeds the limits of its discretion or violates the principle of proportionality between the means used and the aim pursued.

Keywords

AI generated
tort damages moral damage proportionality principle appellate review discretionary limits Code of Civil Procedure constitutional review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 2(1) of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 9/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1230/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2016 αγωγή του υπό στοιχεί Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 10/12/2019 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 15/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την παραδοχή της από 10/12/2019 αιτήσεως, την απόρριψη της από 15/11/2019 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση: α) η από 15-11-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 269/2019 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Ρόδου της εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και β) η από 10-12-2019 αίτηση για αναίρεση της ίδιας απόφασης του ενάγοντος διαδίκου Γ.

Δ.. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-7-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Περαιώς", ενώ απερρίφθη η από 20-7-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 84/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, δικάστηκε η άνω αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείων) το ποσό των 140.000 ευρώ για αποζημίωση από αδικοπραξία και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικά 145.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.

Οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί εκκρεμών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στρέφονται κατά της αυτής απόφασης και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, ωσεί παρούσας της αναιρεσιβλήτου της από 10-12-2019 αναίρεσης Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ.

προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 11118γ/16-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ι. Χ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 15-2-2021 και μετ' αναβολή λόγω πανδημίας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχυούσης ως κλήτευσης αυτής.

Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία της, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ " ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.

και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προεκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Ο προστήσας δεν ευθύνεται όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους άσχετους με την υπηρεσία που του ανατέθηκε, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και όταν υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλ. η συμπεριφορά του εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων ....είναι ο κυριότερος μέτοχος της ξενοδοχειακής ανωνύμου εταιρείας "ΚΑΣΤΡΑΚΙ ΦΑΛΗΡΑΚΙ Α.Ε." και διαχειρίζεται το ξενοδοχείο μεγάλης δυναμικότητας Πήγασος στο Φαληράκι της Ρόδου καθώς επίσης είναι μέτοχος στην επίσης οικογενειακή ξενοδοχειακή επιχείρηση "Δ.

Α.Ε.", η οποία διατηρεί την παρακείμενη ξενοδοχειακή μονάδα BLUE SEA στο Φαληράκι της Ρόδου.....Διατηρεί από ετών επαγγελματική προσωπική και επιχειρηματική τραπεζική σχέση με την πρώτη εναγόμενη, αφού λόγω της έντονης επιχειρηματικής του δραστηριότητας υπήρξε πελάτης της Τράπεζας (όπως και όλων των άλλων τραπεζών λόγω της μεγάλου εύρους επιχειρηματικής του δραστηριότητας) διατηρώντας σε αυτή χρηματικές καταθέσεις, τόσο προσωπικές όσο και των επιχειρήσεων του, καθώς και επενδύσεις σε διάφορα τραπεζικά προϊόντα, που κατά καιρούς του συνιστούσε δια των εκπροσώπων της.

Τον δεύτερο εναγόμενο γνωρίζει επαγγελματικά, από την εποχή που ήταν στέλεχος της Μαρφίν, πριν δηλαδή αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του Διευθυντή στο Κατάστημα της πρώτης εναγόμενης 1571 επί της οδού Εθνάρχου Μακαρίου. Στο παραπάνω κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. ο ενάγων τηρεί μεταξύ άλλων τον υπ' αριθ.

…-…-… λογαριασμό καταθέσεως ταμιευτηρίου σε ευρώ. Στις αρχές Ιουνίου του έτους 2015 υπό το βάρος της διεθνούς συγκυρίας και των έντονων φημολογιών, εξαιτίας των ασταθών πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν στην Ελλάδα και της οικονομικά δυσμενούς περιρρέουσας ατμόσφαιρας, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δεύτερο εναγόμενο στο γραφείο του στο υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης για να ενημερωθεί από αυτόν σαν πιο ειδικό και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., όπου είχε τις καταθέσεις του, για τις τρέχουσες εξελίξεις στο τραπεζικό τομέα, σχετικά με το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων.

Τότε αυτός, ισχυριζόμενος πως η πρώτη εναγόμενη Τράπεζας Πειραιώς είχε στα πλαίσια του νόμου σχέδιο αντιμετώπισης της επικείμενης οικονομικής αναταραχής και , επαπειλούμενης δυσπραγίας, του πρότεινε να τοποθετήσει τα χρήματα του, ειδικότερα ως ελάχιστη συμμετοχή του το ποσό των 200.000 ευρώ, σε ένα νέο δήθεν προϊόν της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., και συγκεκριμένα σε σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης σε ξένο νόμισμα (δολάρια) στο εξωτερικό και μάλιστα στην Γερμανία και επ' ονόματι της πρώτης εναγόμενης, με το οποίο θα διασφαλιζόταν το Κεφάλαιο του, καθώς δεν θα υπήρχε περίπτωση κουρέματος του ποσού της κατάθεσης του, ενώ παράλληλα η Τράπεζα θα του απέδιδε και καλύτερο επιτόκιο του ήδη καταβαλλόμενου.

Του δήλωσε δε, εμπιστευτικά ότι η πρώτη εναγόμενη Τράπεζα μετεβίβασε ήδη μεγάλο μέρος των αποθεματικών της εξ εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην λειτουργούσα ανεξαρτήτως στην Γερμανία θυγατρική της τραπεζική εταιρεία, η οποία και θεωρείται ως Γερμανική Τράπεζα και όχι ελληνική, άρα δεν μπορούσε να ισχύσει εκεί το πρόσφατο παράδειγμα της Κύπρου, αφού οι Ευρωπαίοι δεν θα μετήρχοντο ποτέ περικοπής (haircut) στις δικές τους Τράπεζες, και μάλιστα στην Γερμανία.

Περαιτέρω δε, του δήλωσε παραπλανητικά, ότι τέτοια σύμβαση είχαν κάνει ήδη και αρκετοί πελάτες του δικού του καταστήματος, που και αυτοί ανησυχούσαν για το ενδεχόμενο κουρέματος. Περαιτέρω, επεξηγώντας του τη διαδικασία που θα ακολουθείτο, του επισήμανε ότι λόγω ελέγχου της Τραπέζης της Ελλάδος στην πρώτη εναγόμενη την ίδια περίοδο για εκτεταμένη εκροή κεφαλαίων προς το εξωτερικό, έπρεπε πρώτα να γίνει από τον ίδιο τον ενάγοντα ανάληψη του προς κατάθεση σχετικού χρηματικού ποσού μετρητοίς, δηλαδή των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00€), που συνιστούσε το ελάχιστο όριο συμμετοχής στο ανωτέρω Πρόγραμμα της Τραπέζης, από τον ως άνω λογαριασμό του, καθόσον το ποσό αυτό θα έπρεπε να γίνει συνάλλαγμα μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος με ευθύνη και επ' ονόματι της εδώ εναγόμενης Τράπεζας Πειραιώς.

Του τόνισε, δε, ότι μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας θα του χορηγούσε η πρώτη εναγόμενη πρωτότυπο Πιστοποιητικό -Τίτλο δυνάμει και του οποίου θα προέκυπτε ότι το ποσό αυτό ευρισκόταν εις χείρας της Τραπέζης εναγόμενης, κατατεθειμένο στο εξωτερικό. Πρόσθετα δε τον ενημέρωσε ότι σε συνεννόηση με την πρώτη εναγόμενη και προς διευκόλυνση του, επειδή δεν υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια σε μετρητά στο κατάστημα της Τραπέζης, η πρώτη εναγόμενη με χρηματαποστολή θα απέστελε το ποσό αυτό από το Κεντρικό της Κατάστημα σε αυτό της Ρόδου, όπου και θα γινόταν η ανάληψη, κατόπιν δε θα το διαβίβαζε με χρηματαποστολή στην Τράπεζα της Ελλάδος για μετατροπή του σε συνάλλαγμα και αποστολή στο εξωτερικό.

Ο ενάγων προκειμένου να προβεί στην ολοκλήρωση της ανωτέρω συναλλαγής προέβη στη σύνταξη της από 19/6/2015 Εξουσιοδότησης με βάση προεντυπωμένο κείμενο της πρώτης εναγόμενης που ο β' εναγόμενος του χορήγησε, εξουσιοδοτώντας αντ' ° αυτού και δια λογαριασμό του τον υπάλληλο της επιχειρήσεως του Α. Τ. του Δ., να αναλάβει από τον παραπάνω ατομικό λογαριασμό του, το ποσό των 200.000,00€..

Την υπογραφή της εξουσιοδότησης θεώρησε στο Κ.Ε.Π. Ρόδου. Ο ειδικός πληρεξούσιος αυτού μετέβη στο με αριθ. 1571 κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Ρόδο, με εντολή του ενάγοντος, για να αναλάβει αντ' αυτού από τον παραπάνω ατομικό λογαριασμό του, το ποσό των 200.000,00€, προκειμένου αυτό να μετατραπεί σε συνάλλαγμα και να μεταφερθεί στον τηρούμενο στην θυγατρική της πρώτης εναγόμενης τράπεζα στη Γερμανία, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία που του είχε υποδείξει ο δεύτερος εναγόμενος.

Ο πληρεξούσιος του ενάγοντος Α. Τ. οδηγήθηκε από υπαλλήλους της Τραπέζης στο γραφείο του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος του παρέδωσε το συνταχθέν ειδικό Πληρεξούσιο, και ο δεύτερος εναγόμενος αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ταμία της τράπεζας, έδωσε εντολές στους υπαλλήλους με το εσωτερικό τηλέφωνο να ετοιμάσουν τα σχετικά έγγραφα.

Ο ταμίας, αφού ο πληρεξούσιος του ενάγοντος πήγε στο ταμείο, και υπέγραψε το δελτίο ανάληψης, του έδωσε τα χρήματα και αντίγραφο του σχετικού δελτίου. Κατόπιν, ο πληρεξούσιος του ενάγοντος παρέδωσε το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ στον δεύτερο εναγόμενο διευθυντή της τράπεζας Πειραιώς, στο γραφείο του στην τράπεζα , καθ' υπόδειξη του ίδιου και όπως είχε συμφωνήσει με τον ίδιο τον ενάγοντα, προκειμένου να τα τρέψει σε συνάλλαγμα, αποστέλλοντας μέσω του Κεντρικού Καταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς το ποσό αυτό στη θυγατρική της Τράπεζας, γερμανική τράπεζα.

Για την κατάθεση αυτή ο πληρεξούσιος του ενάγοντα ζήτησε παραστατικό κατάθεσης, αλλά ο δεύτερος εναγόμενος, προστηθείς διευθυντής της πρώτης εναγόμενης, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να χορηγήσει έτερο πιστοποιητικό, καθόσον αυτό θα αποστελλόταν από την Τράπεζα Πειραιώς της Γερμανίας έως την 05-7-2015, και προφασιζόμενος ότι θα τηρούσε την ασφάλεια των συναλλαγών, για την παραλαβή των χρημάτων υπέγραψε στο περιθώριο της έντυπης εξουσιοδότησης της πρώτης εναγόμενης, θέτοντας προς επίρρωση την προσωπική του σφραγίδα κάτωθι της υπογραφή του, χειρόγραφη σημείωση του, ότι παρέλαβε το σχετικό ποσό "προς φύλαξη μέχρι τις 05-07-2015", ημεροχρονολογία που κατά δήλωση του ίδιου και ευθύνη της πρώτης εναγόμενης Τράπεζας, την οποία εκπροσωπούσε ως προστηθείς-διευθυντής της ,θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η τοποθέτηση των χρημάτων του ενάγοντος και να του έχει χορηγηθεί συναφές πρωτότυπο πιστοποιητικό.

Κατόπιν της ολοκλήρωσης της ανωτέρω διαδικασίας, ο ενάγων ανέμενε ενημέρωση από τον δεύτερο εναγόμενο ή άλλους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης. Περί τα τέλη Ιουνίου του 2015 , όταν άρχισε να γίνεται ορατό το πρόβλημα με την ρευστότητα των τραπεζών που οδήγησε στις αρχές Ιουλίου στο κλείσιμο τους για εβδομάδες και στην επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls), κάλεσε τηλεφωνικά τον διευθυντή της πρώτης εναγόμενης, ζητώντας από αυτόν επιβεβαίωση για την κατάσταση των κεφαλαίων του και τότε αυτός του απάντησε να μην φοβάται και ότι τα χρήματα είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς στην Γερμανία και ότι δεν έχουν κανένα κίνδυνο να περικοπούν ή να χαθούν.

Μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και το κλείσιμο των τραπεζών για μεγάλο χρονικό διάστημα, και αφού είχε παρέλθει η 5η Ιουλίου 2015, ο ενάγων προσπαθούσε κατ' επανάληψη να επικοινωνήσει με τον δεύτερο εναγόμενο στο γραφείο του στην τράπεζα, αλλά δεν απαντούσε κανείς. Επειδή οι τράπεζες ήταν πράγματι κλειστές προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί του στο κινητό τηλέφωνο του, που του είχε χορηγήσει χάριν της καλής πελατειακής σχέσης τους.

Όταν κατόπιν από πολλές προσπάθειες τελικά του απάντησε, λίγες ημέρες μετά, και του ζήτησε να συναντηθούν, του είπε ότι δεν μπορούσε να πάει στο κατάστημα γιατί ήταν κλειστό για το κοινό λόγω των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αλλά ωστόσο και πάλι τον καθησύχασε ότι οι καταθέσεις του δεν κινδύνευαν.

Κατόπιν πολλαπλών επισκέψεων του πληρεξουσίου του Α. Τ. στη υποκατάστημα 1571 της Τράπεζας Πειραιώς για καθ' όλο τον Αύγουστο του έτους 2015, δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί ο εναγόμενος, διότι οι υπάλληλοι του έλεγαν ότι απουσιάζει σε άδεια, χωρίς ωστόσο να απαντήσουν στην ερώτηση του πρώτου για το πότε θα επιστρέψει, στις δε, ερωτήσεις του για το εάν είχε έρθει στο κατάστημα πιστοποιητικό κατάθεσης των 200.000 ευρώ για τον Δ., του απαντούσαν ότι δεν χειρίζονται το θέμα.

Εν τω μεταξύ, έως και του χρόνου εκείνου, ο β' εναγόμενος εξακολουθούσε να παραμένει στη θέση του ως διευθυντής του πιο πάνω καταστήματος. Κατόπιν, οι τοπικές εφημερίδες άρχισαν να βοούν με αναφορές", πως κάποιος διευθυντής τράπεζας στη Ρόδο είχε καταχραστεί χρήματα και εν συνεχεία επιβεβαιώθηκε ότι ήταν ο παραπάνω δεύτερος εναγόμενος, οπότε, ο ενάγων άρχισε να οχλεί καθημερινά την Τράπεζα και τους προστηθέντες της σε σχέση με τα χρήματα του.

Η τράπεζα α' εναγόμενη ωστόσο, αποζημίωσε μόνο τους καταθέτες από τους λογαριασμούς των οποίων είχαν αφαιρεθεί απευθείας χρήματα εκ μέρους του β' εναγόμενου και όχι αυτούς που ανέλαβαν οι ίδιοι ή με αντιπρόσωπο τα χρήματα τους και αυτά έτυχαν υπεξαίρεσης από τον β' εναγόμενο, όπως ο ενάγων.... Η δε πρώτη εναγομένη αρνήθηκε οποιαδήποτε γνώση ή ανάμιξή της με τις συναλλαγές του ενάγοντος με τον (ήδη) πρώην υπάλληλό της, δεύτερο εναγόμενο.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι 1) ο δεύτερος εναγόμενος, ζημίωσε με πρόθεση τον ενάγοντα, αφού ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ που ο τελευταίος του παρέδωσε, χωρίς να προβεί στην έκδοση λογαριασμού προθεσμιακής κατάθεσης σύμφωνα με την επιθυμία του ενάγοντος, συνεπώς ευθύνεται προς αποζημίωσή του και 2) κατά τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ο δεύτερος εναγόμενος είχε την ιδιότητα του προστηθέντος από την πρώτη εναγομένη κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, καθώς μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από τη πρώτη εναγομένη, υπήρχε εσωτερική αιτιώδης συνάφεια, με την έννοια ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη συνδρομή στο πρόσωπό του της συγκεκριμένης ιδιότητας (διευθυντή του υποκαταστήματος).

Και τούτο, διότι ο ενάγων, πέραν της προσωπικής σχέσης που διατηρούσε με το δεύτερο εναγόμενο, απέβλεψε και σε πιο ευνοϊκούς όρους για τη συναλλαγή που επιθυμούσε, τους οποίους θεωρούσε ότι θα του εξασφάλιζε ο δεύτερος εναγόμενος λόγω της θέσης την οποία κατείχε". Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του μη διαδίκου εδώ τρίτου και της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνει την ευθύνη της προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου. Τούτο δε διότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος απ' αυτήν εκδηλώθηκε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση των υποθέσεών της, επιπροσθέτως δε υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσης αδικοπραξίας του προστηθέντος και της ως άνω υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την αναιρεσείουσα με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, χωρίς την υπηρεσία, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της.

Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, διότι η πράξη του ως άνω προστηθέντος με την οποίαν εζημιώθη ο αναιρεσίβλητος, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την ευθύνη της και ως τοιαύτη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπηρεσία του προστηθέντος ευρισκομένη εκτός των διαγραφομένων από τον νόμο, ορίων της υπηρεσίας - πρόστησης και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιώσει αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ Μ. Δ..

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της έφεσης, όχι όμως και οι λόγοι της, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ να περιέχει το σχετικό δικόγραφο της έφεσης, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 550 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1304/2014, 1264/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 10-12-2019 αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον προβαλλόμενο με την έφεσή του λόγο περί μη διαταγής δημοσίευσης της εκδοθείσας απόφασης σε έντεκα απογευματινές εφημερίδες ημερήσιας και πανελλαδικής κυκλοφορίας με έξοδα της πρώτης εναγομένης, ως συναφές αίτημα του προσβαλλόμενου κεφαλαίου της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος κατά τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ, το οποίο απέρριψε τούτο.

Ο λόγος πρέπει, σύμφωνα με τα πιο πάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο επικαλούμενος λόγος έφεσης, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτής ο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε το λόγο αυτό έφεσης που αναφερόταν στην εσφαλμένη δήθεν μη επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, και τον απέρριψε δεχόμενο ότι το ως άνω αίτημα, που δικαιολογεί και την απόρριψη του παρεπόμενου αιτήματος περί δημοσίευσης της απόφασης στις προαναφερθείσες εφημερίδες, είναι μη νόμιμο διότι για την προσβολή της προσωπικότητας κατά το άρθρο 59 ΑΚ πρέπει να υπάρχει προσβολή της στις επί μέρους εκδηλώσεις της που αναφέρονται στη φυσική υπόσταση, στην ατομικότητα, στην κοινωνική δράση, στο ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο και όχι σε περιουσιακά αγαθά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αφού το δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι προσωπικό και όχι περιουσιακό.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επειδή, από τα άρθρα 300 και 330 του Α.Κ., που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν ο ζημιωθείς, από αμέλειά του, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές από μέσο συνετό άνθρωπο του ιδίου επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, συνετέλεσε δια πράξης ή παράλειψής του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος συνδέεται όχι γενικώς αλλά με τα συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του (Α.Π. 530/2014, 1718/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δεχόμενο την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Περαιτέρω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν την κρινόμενη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συνετέλεσε και ο ίδιος με τη συμπεριφορά του στην επέλευση τής ζημίας που τελικά υπέστη, για τους ακόλουθους λόγους:

Διότι στη δημιουργία της πεποίθησης του περί δυνατότητας τοποθέτησης των χρημάτων του σε προθεσμιακή κατάθεσης σε ξένο νόμισμα [δολάρια] στην Γερμανία σε θυγατρική της πρώτης εναγομένης τραπεζική εταιρεία, μπορεί να συνέβαλε η εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί προς το πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου και το ότι οι συναντήσεις τους γίνονταν εντός του υποκαταστήματος της πρώτης εναγόμενης, με την ιδιότητα του ως Διευθυντή αυτού, πλην, όμως, το γεγονός ότι τα 200.000 ευρώ παραδόθηκαν μετά την ανάληψή τους στον ίδιο τον δεύτερο εναγόμενο από τον πληρεξούσιο του ενάγοντα και η χρηματική καταβολή πραγματοποιήθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά στα χέρια του ίδιου του δεύτερου εναγόμενου, χωρίς να του χορηγηθεί οιοδήποτε επίσημο παραστατικό έγγραφο που να προέρχεται από την ίδια, προς απόδειξη του, θα έπρεπε να τον υποψιάσει για τυχόν οικονομική ατασθαλία του, τη στιγμή μάλιστα που πραγματοποιούσε υψηλή χρηματική κατάθεση.

Επιπλέον, ο ενάγων θα έπρεπε να έχει βάσιμους λόγους ανησυχίας για την επίδικη συναλλαγή, αφού για την παραλαβή των χρημάτων ό δεύτερος εναγόμενος υπέγραψε μόνο στο περιθώριο της έντυπης εξουσιοδότησης της πρώτης εναγόμενης με τη χειρόγραφη σημείωσή του ότι παρέλαβε το σχετικό ποσό "προς φύλαξη μέχρι τις 05-07-2015" χωρίς να του χορηγηθεί συναφές πρωτότυπο πιστοποιητικό ότι τα χρήματά του είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς στην Γερμανία.

Η ενέργεια του ενάγοντος να παραδώσει σε μετρητά το ποσό των 200.000 ευρώ, χωρίς να λάβει επίσημη απόδειξη ότι τα χρήματά του βρίσκονται κατατεθειμένα και ότι έχει συναφθεί συγκεκριμένη σύμβαση, της οποίας θα διαθέτει αντίγραφο, αντίκειται στους κανόνες της κοινής λογικής και στα συναλλακτικά ήθη και αποτελεί συμπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία.

Η παραπάνω θέση επιτείνεται από το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος ο ενάγων διατείνεται στην αγωγή, για την κατάθεση αυτή ο δεύτερος εναγόμενος προστηθείς, διευθυντής της πρώτης εναγόμενης, ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να χορηγήσει έτερο πιστοποιητικό και ότι θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η τοποθέτηση των χρημάτων του και να του έχει χορηγηθεί συναφές πρωτότυπο πιστοποιητικό.

Ο ως άνω ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου θα έπρεπε να είναι αρκετός για το μέσο συναλλασσόμενο [κατά μείζονα δε λόγο για τον ενάγοντα επιχειρηματία έμπειρο σε τραπεζικές συναλλαγές] ώστε να εγερθούν υποψίες για την αληθινή πρόθεση του δεύτερου εναγομένου, εις τρόπον ώστε , αν μη τι άλλο, να προβεί στην έκδοση λογαριασμού προθεσμιακής κατάθεσης.

Εξάλλου, και η μετατροπή του κεφαλαίου σε συνάλλαγμα δολαρίων και η μεταφορά του στη Γερμανία που του προσέφερε το δήθεν τραπεζικό προϊόν, θα έπρεπε να του προκαλέσει σοβαρότατες υπόνοιες για την ίδια την ύπαρξη ενός τέτοιου τραπεζικού προϊόντος, λόγω της έκκλησης της κυβέρνησης τα έτη 2014 -2016 να κρατήσουν οι έλληνες πολίτες τις καταθέσεις τους στις Ελληνικές Τράπεζες για να μην αποσταθεροποιηθεί το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα, ενώ υπό το φόβο να αποσυρθούν οι καταθέσεις υπήρξε περιορισμός στην ανάληψη χρηματικών ποσών.

Υπό τις παραπάνω συνθήκες, κρίνεται ότι το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στη ζημία που του προξένησε ο δεύτερος εναγόμενος, ανέρχεται, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη ...σε 30%, δεκτού γενομένου κατά ένα μέρος του σχετικού ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης, αλλά και του πέμπτου λόγου έφεσης.... Κατά συνέπεια, το ποσό της αποζημίωσης για τη θετική ζημία που υπέστη ο ενάγων, πρέπει να καθοριστεί, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη, στο ποσό των 200.000 -(200.000 X 30%=60.000) = 140.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας που είχε προβάλει η πρώτη εναγομένη, και μετά ταύτα την υποχρέωσε να καταβάλει, σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο, το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ως προς το σχετικό κεφάλαιο να εξαφανιστεί".

Με τις παραδοχές του αυτές, συνδυαζόμενες και από τις προεκτεθείσες τοιαύτες που αφορούν την θεμελίωση την από τη σχέση πρόστησης ευθύνη της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του, και ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου, με την εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα αυτού (αναιρεσιβλήτου) στην τέλεση της σε βάρος του αδικοπραξίας, παρά τη διευθυντική θέση του ως άνω προστηθέντος στο υποκατάστημα της αναιρεσειούσης και της μακροχρόνιας ομαλής συνεργασίας τους και των προαναφερθέντων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών που καθιστούσαν εφικτή την πρόβλεψη εκ μέρους του της εκδηλωθείσης στη συγκεκριμένη περίπτωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, με την καταβολή της επιμελείας που ως μέσος συνετός και έμπειρος συναλλασσόμενος ώφειλε να επιδείξει.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτονται στην απόφαση αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη, ως άνω, ζητήματα και δη ως προς την συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στην τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δέχθηκε τα εξής: "Εξάλλου, λόγω της αδικοπραξίας του δεύτερου εναγομένου, ο ενάγων υπέστη και μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη), εξαιτίας της στενοχώριας του για την απώλεια του παραπάνω πολύ μεγάλου χρηματικού ποσού, για την αποκατάσταση της οποίας, όσον αφορά στη πρώτη εναγομένη, αφού ληφθεί υπόψη το είδος της προσβολής και ο βαθμός συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά τα προαναφερόμενα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 5.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, εν όψει και του ύψους του επιδικασθέντος ποσού αποζημίωσης. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζοντος τα αντίθετα κρίνεται αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Δεν επιδικάζονται τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή, λόγω της απουσίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 15-11-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και, β) την από 10-12-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθ. 269/2019 οριστικής απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Δωδεκανήσου.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για κάθε μία αναίρεση στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" στην υπό στοιχείο α) αίτηση αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ