Legislator Case Law & Legislation
1230/2020 AI generated

1230/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1230/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1230/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις 3431 Ε/7-3-2017 3424Ε/2-3-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Δ. Α., που επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, επιδόθηκε στους ίδιους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6- 10-2017.

Keywords

AI generated
occupational accidents accident victim heavy manual labour weather-related loss of work contractor liability contractor's lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Θ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της Γ. χας Α. Ν., που απεβίωσε, 2) Κ. Ν. συζ. Θ., το γένος Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της Ν. χας Ε. Γ., που απεβίωσε, 3) Γ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 4) Ν. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 5) Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Γ. χας Α. Ν., που απεβίωσε, 6) Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ν. χας Ε. Γ., που απεβίωσε, 7) Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ν. χας Ε. Γ., που απεβίωσε και 8) Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ν. χας Ε. Γ., που απεβίωσε, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. Γ. του Κ. και 3) Κ. Κ. του Γ., κατοίκων …, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2008 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων και των Γ. χας Α. Ν. και Ν. χας Ε. Γ., που ήδη έχουν αποβιώσει, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 27-5-2009 προσεπίκληση και την από 22-10-2009 πρόσθετη παρέμβαση των εταιρειών "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" και "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1950/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης από 6-6-2016 αίτησης αναίρεσης για τους στο διατακτικό της αναφερόμενους λόγους. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση στη δικάσιμο της 24-5-2019 με την από 26-9-2018 κλήση των αναιρεσειόντων, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών της Χώρας στις 26-5-2019. Η υπόθεση επανέρχεται για εκ νέου συζήτηση με την από 11-6-2019 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11-6-2019 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 6-6-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12/13-6-2016) αίτηση αναίρεσης της 98/23-12-2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε, μετά την έκδοση της 1950/2017 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αν για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την 1-1-2016 χωρίς να επιδοθούν εξακολουθεί να ισχύει (και μετά την 1-1-2016) η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ 3 ΚΠολΔ πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο προβλέπει πλέον διετή προθεσμία, και την έκδοση της σχετικής 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε θετικά για το ζήτημα αυτό.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 6-10-2017, στη συνέχεια (μετά την έκδοση της παραπάνω 1950/2017 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου) για την 24-5-2019, οπότε και ματαιώθηκε λόγω εκλογών και τέλος, με την από 11-6-2019 κλήση τους, για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Από τις 1247Β/26-7-2019 και 1248Β/26-7-2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Α. Α., που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από 11-6- 2019 κλήσης τους, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις 3431 Ε/7-3-2017 3424Ε/2-3-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Δ. Α., που επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, επιδόθηκε στους ίδιους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6- 10-2017.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 13-6-2016 με κατάθεσή της ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, δηλαδή εντός τριών ετών από τότε που δημοσιεύθηκε η προσβαλλομένη, 98/23-12-2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δεν έχει επιδοθεί (άρθρ. 495 παρ. 1-2, 564 παρ.3, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Περαιτέρω, με τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή....", ενώ κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, όπως επίσης Ίσχυε κατά το ίδιο επίδικο χρόνο, "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ...

επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν".

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Με τον ως άνω λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 255/2020, 49/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν παραδοχής έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της 301/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-3- 2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό του τέκνου, αδελφού και εγγονού τους Α. Ν., πεζού, σε ατύχημα που συνέβη στις 25-9-2007 στην περιοχή των … κατά την οδήγηση από το δεύτερο αναιρεσίβλητο του … ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του τρίτου και ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Με τους έκτο, δέκατο, ένατο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, που αφορούν στην υπαιτιότητα και επιτρεπτά ερευνώνται πριν από τους λοιπούς, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 914 σε συνδ.

με εκείνες των άρθρων 300 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-2 του ΚΟΚ, οι οποίοι αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά σε όλους τους λόγους, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου. Ειδικότερα, με τους έκτο και δέκατο λόγους αναίρεσης προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και να μην καταγνώσει υπαιτιότητα στον οδηγό (έκτος λόγος) και ότι ο τελευταίος οδηγούσε με σύνεση, αν και είχε καταλάβει το άκρο δεξιό της οδού και το χωμάτινο έρεισμα και το όχημά του εκινείτο με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων την ώρα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης και 92 χιλιομέτρων την ώρα στην πραγματικότητα σε τμήμα της οδού όπου εκτελούνταν έργα, ότι ο θανατωθείς φορούσε φωσφορίζον γιλέκο και ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν και να μην καταγνώσει σ' αυτόν (τον οδηγό) οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους παραπάνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, στους οποίους εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ενώ με το να δεχτεί ότι το φορτηγό απείχε από τα κιγκλιδώματα 1,10 μέτρα και ότι παρ' όλα αυτά ο πεζός προσέκρουσε με το κεφάλι του στο φορτηγό τη στιγμή που τα πόδια του βρίσκονταν ακόμη πίσω από τα κιγκλιδώματα, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Επίσης, με τους συναφείς ένατο και ενδέκατο λόγους αναίρεσης, αποδίδουν την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα του οδηγού και τη θέση του θανατωθέντος τη στιγμή του ατυχήματος, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τους ίδιους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, ως προς τη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου οδηγού, την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ τυχόν παράνομης συμπεριφοράς αυτού και επελθόντος αποτελέσματος και τις συνθήκες του ατυχήματος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 25 Σεπτεμβρίου 2007 ο παθών συγγενής του ενάγοντος Α.

Ν.; εργαζόταν ως εργάτης της εταιρείας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" που κατασκεύαζε το έργο Ευρεία Παράκαμψη (Περιμετρική) Πάτρας. Τη συγκεκριμένη ημέρα γίνονταν εργασίες διαστρώσεως ασφαλτοτάπητα στην 217, 517 χ/θ και στο ρεύμα πορείας από … προς … πριν την έξοδο (κόμβο) προς … που εκτελούσε υπεργολαβικά η εταιρεία ΑΞΩΝ ΑΒΕΤΕ υπό την επίβλεψη και οδηγίες της ως άνω εργολήπτριας εταιρείας που- καθόριζε και εφάρμοζε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας.

Αντικείμενο της εργασίας του παθόντος ήταν φορώντας ειδικό φωσφορίζον πορτοκαλί επενδύτη (γιλέκο), με ειδικό κόκκινο σημαιάκι που έφερε να προειδοποιεί τους οδηγούς για τα εκτελούμενα έργα και τις ρυθμίσεις της κυκλοφορίας. Προς το σκοπό αυτό προ του σημείου ενάρξεως του έργου είχε τοποθετηθεί πινακίδα προειδοποιητική για εκτέλεση έργων καθώς και πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας, Ρ-32 με όριο ταχύτητας 30 χιλμ.

Και στη συνέχεια είχαν τοποθετηθεί κώνοι σε σχήμα τριγώνων, ενδιάμεσα στις πλευρές των οποίων υπήρχαν πινακίδες Ρ 522 αριστερά που έδειχναν υποχρεωτική διέλευση μόνο από την αριστερή πλευρά του τριγώνου και Ρ 52 δεξιά που έδειχναν υποχρεωτική διέλευση από τη δεξιά πλευρά του τριγώνου. Έτσι τα κατευθυνόμενα προς … αυτοκίνητα διοχετεύονταν στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας αυτού, ενώ αυτά που θα εξέρχονταν στον κόμβο του … προς … κατευθύνονταν δεξιά.

Στη συνέχεια στο διάστημα εκτέλεσης του έργου υπήρχε πινακίδα Ρ 32 με 30 χιλιόμετρα και τέλος υπήρχε πινακίδα με όριο ταχύτητας 60 χιλιόμετρα. Περί ώρα 15:25 το μεσημέρι και ενώ, όπως βεβαιώνεται από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τους λοιπούς της προανακριτικής δικογραφίας, οι εργασίες ασφαλτόστρωσης είχαν περατωθεί για την ημέρα εκείνη, ο παθών άφησε τη θέση του στην αρχή του έργου και κατευθυνόμενος στα προστατευτικά κάγκελα (μπάρα) δεξιά του ρεύματος πορείας προς … υπερπήδησε αυτά και εξήλθε από το οδόστρωμα, κατευθυνόμενος στο εκεί υπάρχον χωμάτινο πρανές, προφανώς για να ικανοποιήσει σωματική του ανάγκη, αφού σε ελάχιστο χρόνο στη συνέχεια επιχείρησε να επανέλθει στο οδόστρωμα από την ίδια οδό εξόδου του.

Τη στιγμή εκείνη στο ίδιο ρεύμα πορείας . προς … της ως άνω οδού και με κατεύθυνση από … προς τον κόμβο του … εκινείτο το υπ' αριθμ. … Φ.Ι.Χ. τύπου ψυγείο, μεγάλων διαστάσεων αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Συγκεκριμένα το εν λόγω αυτοκίνητο εκινείτο στην τρίτη δεξιά προς τα κιγκλιδώματα λωρίδα κυκλοφορίας επιβράδυνσης και προσαρμογής προς τον κόμβο … για να εξέλθει από την περιμετρική οδό και να κατευθυνθεί προς το κέντρο της πόλεως των …, της οποίας λωρίδας, λόγω των γενόμενων έργων στο κέντρο του οδοστρώματος, το εύρος περιοριζόταν σε 3,70 μέτρα, ενώ η συνεχής ροή των αυτοκινήτων, αφού υπήρχε αυξημένη κίνηση, υποχρεωτικά εκινείτο δεξιότερα των υπαρχόντων κώνων και πινακίδων στο οδόστρωμα που έδειχναν υποχρεωτική πορεία δεξιά.

Διερχόμενο το φορτηγό αυτοκίνητο από το σημείο που βρισκόταν ο παθών και ενώ ο τελευταίος εξακολουθούσε να βρίσκεται εκτός του οδοστρώματος, επί του πρανούς, πίσω από το μεταλλικό στηθαίο με κιγκλιδώματα, το διερχόμενο στο οδόστρωμα φορτηγό αυτοκίνητο προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του επί της κεφαλής του παθόντος και λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο ευπαθές μέρος της κεφαλής να επέλθει ακαριαία ο θάνατος του.

Περιγράφοντας τις συνθήκες του ατυχήματος στην προανακριτική εξέτασή του ο πρώτος εναγόμενος αναφέρει τα εξής: Κατευθυνόταν στην έδρα της επιχείρησης που εργαζόταν στην … μέσω της περιμετρικής οδού και επειδή ο κόμβος της … ήταν κλειστός λόγω έργων κατευθύνθηκε στον κόμβο …. Από τις σήραγγες μέχρι τον κόμβο του … γίνονταν έργα και το οδόστρωμα είχε περιοριστεί σε μία λωρίδα.

Η κίνηση ήταν αυξημένη και με μικρή ταχύτητα. Εμπρός μου και πίσω μου πήγαιναν αυτοκίνητα σε ουρά (φάλαγγα). Πλησιάζοντας στον κόμβο του .., ενώ είχε πέσει πρόσφατα-σήμερα ασφαλτοτάπητας η οδός χωριζόταν σε μία λωρίδα κυκλοφορίας προς …και σε μία λωρίδα κυκλοφορίας προς το κέντρο της … δια του κόμβου του … με ειδική σήμανση (ως άνω).

Πλησιάζοντας προς τον κόμβο και ακολουθώντας τη λωρίδα προς το κέντρο της πόλεως, ξαφνικά από δεξιά του μέσα από θάμνους ένας άνδρας προσπάθησε να πηδήσει την προστατευτική μπάρα ασφαλείας δεξιά του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα στην προσπάθειά του αυτή, χωρίς να ελέγξει καθόλου και σε απόσταση από το φορτηγό μικρότερη των πέντε μέτρων, ίσως στα 2-3 μέτρα κτύπησε το κεφάλι στο δεξιό άκρο του φορτηγού, δεξιά εμπρόσθια γωνία.

Αμέσως - ακαριαία πάτησε το φρένο και το αυτοκίνητο-φορτηγό υπάκουσε, σταματώντας στο σημείο αυτό. Ανάλογη είναι και η περιγραφή της μοναδικής αυτόπτη , του ατυχήματος μάρτυρος Ε. Β. στην από 25-9-2007 προανακριτική κατάθεσή της. Συγκεκριμένα καταθέτει ότι εκινείτο με το αυτοκίνητο της επί της περιμετρικής οδού με πρόθεση να εξέλθει από τον κόμβο του … προς την ….

Μπροστά της πήγαινε ένα φορτηγό αυτοκίνητο ψυγείο και αυτή ακολουθούσε σε απόσταση 10-15 μέτρων. Η ταχύτητα ήταν πολύ μικρή, γιατί εκείνη τη στιγμή είχαν δώσει τη λωρίδα κυκλοφορίας αυτή μετά από επίστρωση. Καθώς ακολουθούσα είδα έναν άνθρωπο-άνδρα να φοράει πορτοκαλί γιλέκο από αυτά που φορούν στους δρόμους οι εργάτες, για να φαίνονται, να προσπαθεί από δεξιά να περάσει τα προστατευτικά κάγκελα.

Το φορτηγό που πήγαινε μπροστά, λόγω της στενότητας της λωρίδας που είχε παραχωρηθεί με τη σήμανση της οδού ίσα που χωρούσε να περάσει. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα και ξαφνικά. Ο άνδρας που προσπαθούσε να περάσει τα κάγκελα, το κεφάλι του κινήθηκε προς τη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή προς το οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού.

Το μισό σώμα του ήταν σκυμμένο στο οδόστρωμα όταν τον κτύπησε το φορτηγό. Έπειτα το σώμα του έπεσε ανάποδα έξω από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα, όπου ανευρέθηκε. Το φορτηγό σταμάτησε ακαριαία και σταμάτησε και αυτή πίσω του. Από τα ως άνω καθίσταται σαφές ότι η κίνηση του παθόντος πεζού να μετακινήσει το σώμα του προς το οδόστρωμα σκύβοντας πάνω από τη μεταλλική μπάρα, με προφανή σκοπό να δρασκελίσει αυτή ήταν εντελώς ξαφνική και απρόβλεπτη και χωρίς κανέναν εκ μέρους του έλεγχο κατά την κίνησή του αυτή.

Δεν αποδείχθηκε όμως, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες ότι ο παθών πεζός στεκόταν έξω και από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα, αναμένοντας να απελευθερωθεί το οδόστρωμα από την κίνηση των οχημάτων για να εκτελέσει και ο εναγόμενος οδηγός οδηγώντας χωρίς σύνεση και προσοχή και έχοντας αναπτύξει, όπως δεν θα έπρεπε υπερβολική ταχύτητα 92 χιλ/ώρα δεν αντιλήφθηκε αυτόν με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με τον εμπρόσθιο δεξιό καθρέπτη του αυτοκινήτου του στο κεφάλι και να τον τραυματίσει θανάσιμα.

Ασφαλώς όμως σε μία τέτοια περίπτωση το ευαίσθητο εξάρτημα του καθρέπτη του αυτοκινήτου θα υφίστατο εμφανή βλάβη, ενώ είναι αμφίβολο εάν έφθανε μέχρι το ύψος του καθρέπτη ο παθών ευρισκόμενος στο χαμηλότερα του οδοστρώματος επικλινές χωμάτινο πρανές. Οπότε επικρατέστερη κρίνεται η εκδοχή που υποστηρίζεται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας που επιλήφθηκε του ατυχήματος ότι το σημείο πρόσκρουσης είναι η δεξιά εμπρόσθια γωνία του αυτοκινήτου, χωρίς να εντοπίζεται στο σημείο κάποια βλάβη.

Πέραν αυτού το φορτηγό αυτοκίνητο με τους ανοικτούς καθρέπτες του καταλαμβάνει εύρος 2,50 μέτρων οπότε υποχρεωτικά θα εκινείτο σε απόσταση 0,50 μέτρο από τις υπάρχουσες αριστερά του πινακίδες κάθετης σημάνσεως που όριζαν την λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο και σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από τα υπάρχοντα αριστερά του μεταλλικά κιγκλιδώματα, αν ληφθεί υπόψιν ότι τα μεταλλικά αυτά κιγκλιδώματα βρίσκονταν εκτός του από άσφαλτο οδοστρώματος και μεταξύ αυτού και του οδοστρώματος παρεμβάλλεται χωμάτινο έρεισμα πλάτος 40 εκατοστών του μέτρου όπως αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας.

Οπότε πρέπει να αποκλεισθεί η περίπτωση το κινούμενο στο οδόστρωμα αυτοκίνητο να έλθει σε επαφή με το σώμα του παθόντος, ενώ αυτός βρισκόταν εκτός του κιγκλιδώματος και αυτό ασχέτως της ταχύτητας που εκινείτο το αυτοκίνητο. Ούτε βέβαια αυτός που κινείται στο οδόστρωμα μπορεί να θεωρήσει ότι αποτελεί απειλή για τους ευρισκόμενους εκτός των προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στο χωμάτινο έρεισμα πεζούς.

Επίσης η ταχύτητα των 60-70 χιλ/ώρα, την οποία παραδέχονται οι εναγόμενοι εκκαλούντες με τις έγγραφες προτάσεις τους και παράλληλα αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, ερμηνεύοντας την κάρτα του ταχογράφου του αυτοκινήτου που αφαιρέθηκε, δεν κρίνεται υπερβολική για τις περιστάσεις, αφού αυτή ήταν η ταχύτητα της ροής και συνεχούς φάλαγγας αυτοκινήτων που ακολουθούσε ο εναγόμενος οδηγός, κινούμενος στη μοναδική λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε εκτός της περιμετρικής οδού στον κόμβο του …..

Έτσι η πυκνή ροή των κινουμένων σε φάλαγγα στη μοναδική λωρίδα κυκλοφορίας αυτοκινήτων ήταν που καθιστούσε απαγορευτική την είσοδο και την παρεμβολή κατά οποιονδήποτε τρόπο του σώματος του παθόντος στο οδόστρωμα. Ακολουθώντας δε το συγκεκριμένο ανορθόδοξο και επικίνδυνο τρόπο να εισέρχεται στην οδό υπερπηδώντας τα προστατευτικά κιγκλιδώματος, προφανώς λόγω της αυτοπεποίθησης που του παρείχε η απασχόληση του στο έργο κατασκευής του δρόμου και μάλιστα με τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, δεν έδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να αναμένει την απελευθέρωση της οδού από τη φάλαγγα των αυτοκινήτων που εκινούντο στη λωρίδα κυκλοφορίας παραπλεύρως του προστατευτικού κιγκλιδώματος, όπου αυτός βρισκόταν, πριν προτείνει το σώμα του προς το οδόστρωμα.

Με βάση αυτά αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος υπήρξε ο παθών πεζός, ο οποίος επέλεξε να υπερπηδήσει τις μεταλλικές μπάρες για να εισέλθει στο οδόστρωμα και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, όπως, όφειλε; αλλά και μπορούσε την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο επί της οδού, προερχόμενα από αριστερά του, αλλά αντίθετα κινήθηκε απότομα και χωρίς να ελέγξει, προβάλλοντας το σώμα του υπεράνω του στηθαίου της μεταλλικής μπάρας, εντός του οδοστρώματος, προκειμένου στη συνέχεια, στηριζόμενος επί της μεταλλικής μπάρας να εισέλθει με δρασκελισμό εντός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα το ευρισκόμενο σε μεγαλύτερη έκταση εντός του οδοστρώματος σημείο του σώματος του που ήταν το κεφάλι να προσκρούσει στο επερχόμενο σε μικρή απόσταση φορτηγό αυτοκίνητο και στη δεξιά γωνία αυτού και να επέλθει το ατύχημα.

Με αυτή δε τη συμπεριφορά του δεν έδωσε κανένα περιθώριο αντιδράσεως στον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος δεν μπόρεσε να αποφύγει το ατύχημα με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, αφού ο παθών πεζός προ πολύ μικρής αποστάσεως παρεμβλήθηκε στην πορεία του με προβολή του σώματος του. Σημειωτέον, όπως ως άνω αναφέρθηκε, ο εναγόμενος οδηγός, αντιλαμβανόμενος από μικρή απόσταση κατώτερη των 10 μέτρων τον παθόντα πεζό να σκύβει το σώμα του εντός του οδοστρώματος και να παρεμβάλλεται στην πορεία του τροχοπέδησε και ακινητοποίησε ακαριαία το όχημα του στον τόπο του ατυχήματος, ένδειξη ότι δεν είχε αυξημένη ταχύτητα".

Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, με το να μην καταγνώσει υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συνυπαιτιότητα) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ούτε επίσης, κατά την εφαρμογή των αυτών διατάξεων παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας που εφάρμοσε κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ επίσης διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου οδηγού.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγούσε προς … φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο μεγάλων διαστάσεων, πλάτους 2,50 μέτρων, στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος του (μοναδική για την κυκλοφορία οχημάτων προς …), πλάτους 3,70 μέτρων, η οποία ήταν οριοθετημένη λόγω έργων, καταλαμβάνοντας ολόκληρο σχεδόν το πλάτος της, με ταχύτητα 60-70 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν κανονική με βάση τις κυκλοφοριακές συνθήκες που επικρατούσαν και όριο εκείνο των 60 χιλιομέτρων την ώρα (ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32) και η οποία ουδόλως συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, ότι το φορτηγό εκινείτο σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα (συνυπολογιζομένου του ελεύθερου από δεξιά του πλάτους του οδοστρώματος και του 40 εκατοστών χωμάτινου ερείσματος), ότι ο θανατωθείς, προερχόμενος από πρανές εκτός οδοστρώματος, επιχείρησε χωρίς έλεγχο να εισέλθει στην οδό, από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, υπερπηδώντας τα κιγκλιδώματα, ότι ο οδηγός αντιλήφθηκε την ως άνω κίνηση του πεζού από απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, ότι εξαιτίας της αιφνίδιας προβολής του σώματος του πεζού πάνω από τα κιγκλιδώματα και της στενότητας του οδοστρώματος σε σχέση και με το πλάτος του οχήματος του, ο οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα να τον αποφύγει εκτελώντας τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, ότι όταν τροχοπέδησε ακινητοποίησε αμέσως το όχημά του και ότι ο πεζός κατά την υπέρβαση των προστατευτικών κιγκλιδωμάτων έγειρε το σώμα και το κεφάλι του προς τα εμπρός και προσέκρουσε με το κεφάλι του στην εμπρόσθια δεξιά γωνία του αυτοκινήτου.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί μη κατάγνωσης υπαιτιότητας (αποκλειστικής ή συνυπαιτιότητας) στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει ως προς τη θέση του θανατωθέντος τη στιγμή του ατυχήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, κατά την άποψη των οποίων το Εφετείο δέχεται αντιφατικά το μεν ότι το φορτηγό προσέκρουσε στο θανατωθέντα ενώ αυτός βρισκόταν πίσω από το μεταλλικό στηθαίο, το δε ότι ο πεζός προσέκρουσε στο αυτοκίνητο επιχειρώντας να υπερβεί το στηθαίο, γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο πεζός βρισκόταν αρχικά εκτός οδοστρώματος, επί του πρανούς, έξω από το μεταλλικό στηθαίο και προσπάθησε να περάσει πάνω από αυτό, προβάλλοντας το σώμα του και το κεφάλι του προς την οδό, κατά το χρόνο που διερχόταν το αυτοκίνητο.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ταχογράφο του φορτηγού, κατά τον οποίο η ταχύτητά του, ανερχόμενη σε 92 χιλιόμετρα την ώρα με όριο εκείνο των 30 χιλιομέτρων λόγω έργων, ήταν υπερβολική και συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος και το ότι ο θανατωθείς και αν ακόμη βρισκόταν επί των κιγκλιδωμάτων, εισερχόμενος στην οδό δεν θα προσέκρουε στο όχημα, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια οι έκτος και δέκατος λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και οι ένατος και ενδέκατος λόγοι εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι ουδεμία συνυπαιτιότητα βαρύνει το δεύτερο αναιρεσίβλητο χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει έγγραφο που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα τον ταχογράφο του φορτηγού αυτοκινήτου, τον οποίο αυτοί είχαν νομίμως επικαλεστεί με τις προτάσεις τους και προσκομίσει ενώπιον του και από τον οποίο προκύπτει η υπερβολική ταχύτητα του οχήματος, ήτοι ταχύτητα 92 χιλιομέτρων την ώρα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (2η σελίδα του 3ου φύλλου) ότι λήφθηκαν υπόψη "...και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων και αυτά από τη σχετική αστυνομική προανάκριση..." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έστω και αν δεν κατονομάζει ρητά τον ταχογράφο, όπως άλλα έγγραφα της προανάκρισης, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και το έγγραφο αυτό.

Η επιλεκτική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, δεν μαρτυρεί ότι όσα δεν κατονομάζονται ρητά δεν έχουν ληφθεί υπόψη, όπως αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, η απόδοση δε μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το - δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των 'c αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα νόμου αποδεικτικά μέσα. Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 706/2018). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στην αίτηση αναίρεσης: α) να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη την οποία το δικαστήριο της ουσίας παρέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 209/2019).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, εκινείτο με ταχύτητα 60-70 χιλιομέτρων την ώρα, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί αποδέχτηκε για το θέμα αυτό και θεώρησε πειστικότερο αποδεικτικό μέσον τους (περιεχόμενους στις προτάσεις) ισχυρισμούς των εναγομένων και τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας χωρίς να ελέγξει το ίδιο ούτε να λάβει υπόψη του τις καταγραφές του ταχογράφου, από τις οποίες προκύπτει ταχύτητα 92 χιλιομέτρων την ώρα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται ποιά αυξημένη σε σχέση με τον ταχογράφο αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχαν κατά νόμο, προσέδωσε το Δικαστήριο στα λοιπά αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν ιδρύεται, αφού πρόκειται για έγγραφο (ταχογράφο) χωρίς αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη που εκτιμάται ελεύθερα και το Δικαστήριο και δεν παράγει πλήρη απόδειξη ενώ και οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας της αξιοπιστίας των ως άνω αποδεικτικών μέσων και όχι την αποδεικτική δύναμη που προσδίδει σ' αυτά ο νόμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αυτού εγγράφου, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 678/2016).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης όταν δεν έχι ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.

Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα με την προαναφερόμενη έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, η έκθεση αυτοψίας, οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων και η προανακριτική απολογία κατηγορουμένου που έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης στο πλαίσιο σχηματισμού της ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 995/2014, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 1233/2008).

Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ή αναπόδεικτος) (ΑΠ 1414/2010).

Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και το β' σκέλος του όγδοου λόγου αυτής επικαλούνται, σωρευτικά με την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 11γ (για μη λήψη υπόψη του ταχογράφου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος), πλημμέλεια και από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ταχογράφου που αυτοί είχαν προσκομίσει νόμιμα και από την ανάγνωση του οποίου προκέκυπτε ταχύτητα του οχήματος 92 χιλιομέτρων την ώρα και όχι 70 χιλιομέτρων την ώρα που δέχτηκε με την προσβαλλομένη. Οι λόγοι αυτοί είναι προερχόντως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν με τον πρώτο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για μη λήψη υπόψη του ίδιου εγγράφου από το Εφετείο αλλά και αναπόδεικτοι, αφού οι αναιρεσσείοντες δεν προσκομίζουν το εν λόγω έγγραφο στο παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, με το β' σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια επίσης εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου οδηγού και της προανακριτικής κατάθεσης της αυτόπτη μάρτυρα Ελένης Βερύκιου.

Επίσης, με το α' σκέλος του όγδοου συναφούς λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αυτή πλημμέλεια (559 αρ. 20 ΚΠολΔ) με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος τροχοπέδησε ακαριαία, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας από την οποία προκύπτει ότι τροχοπέδησε μετά το ατύχημα. Και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, οι προανακριτικές απολογίας και καταθέσεις, καθώς και η έκθεση αυτοψίας δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση με τις ως άνω αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 170/2020).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που είχαν προταθεί νόμιμα από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους περί οδήγησης του φορτηγού αυτοκινήτου από το δεύτερο αναιρεσίβλητο χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να ρυθμίζει την ταχύτητά του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν (έργα- πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-20), στενότητα οδοστρώματος σε σχέση και με το πλάτος του οχήματος του, όριο 30 χιλιόμετρα την ώρα (Ρ-32), η οποία, ανερχόμενη σε 92 χιλιόμετρα την ώρα ήταν υπερβολική, πεζός με φωσφορίζοντα επενδύτη). Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την παραδοχή αντίθετων προς αυτούς γεγονότων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσον ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018).

Με τον πέμπτο λόγο, κατά το α' σκέλος του, και τον έβδομο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί α) ότι στο σημείο του ατυχήματος υπήρχε πυκνή ροή κινούμενων σε φάλαγγα οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας του φορτηγού χωρίς αυτό να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσον (πέμπτος λόγος) και β) ότι το εύρος του φορτηγού με ανοικτούς τους καθρέφτες του καταλάμβανε 2,50 μέτρα χωρίς να προσδιορίζει από πού προκύπτει το στοιχείο αυτό, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που είχε δεχτεί εύρος 3 μέτρων, έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς αποδείξεις. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως γιατί οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν πράγματα κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αλλά παραδοχές ειδικότερων σε σχέση με την υπαιτιότητα πραγματικών περιστατικών από τις ενώπιον του αποδείξεις, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική προσέγγιση. Υπό την επίφαση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των λόγων στον αρ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 183 του ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν ή μη το συμψηφισμό τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, ο οποίος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 99/2019, ΑΠ 85/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 189 του ΚΠολΔ αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα, τα οποία απαριθμούνται ενδεικτικά στη διάταξη αυτή και στα οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν. Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται σε χρήμα, γίνεται, από 17-8-2013, με βάση τα άρθρα 63 επ.

του Νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013). Κατά το άρθρο 68 του τελευταίου Κώδικα η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα, ενώ, κατά το άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα.

Τέλος, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ)... .

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή, όπως διατείνονται, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρα 179 και 189 του ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφενός δεν συμψήφισε στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα, παρότι "ήταν ιδιαίτερα δυσχερές να γίνει δεκτό ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγεί με 92 χιλιόμετρα σε στενό τμήμα δρόμου που γίνονται έργα, με όριο ταχύτητας 30 χιλιόμετρα, δεν φέρει οποιοδήποτε ποσοστό συνυπαιτιότητας για το θάνατο ατόμου..." και αφετέρου επέβαλε σε βάρος τους δικαστική δαπάνη ύψους 8.000 ευρώ, ποσό που "είναι υπερβολικό για τις συγκεκριμένες συνθήκες και για τα ποσά που δαπάνησαν οι αναιρεσίβλητοι, λαμβανομένου υπόψη και του αντικειμένου της διαφοράς, του θανάτου του υιού, αδελφού και εγγονού, ηλικίας 26 ετών από ένα φορτηγό που έτρεχε με ταχύτητα 92 χιλιόμετρα, ενώ όφειλε να κινείται με 30 χιλιόμετρα και ο οδηγός του να έχει τεταμένη την προσοχή του στο δρόμο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του (παραβίαση της διάταξης του άρθρου 179 του ΚΠολΔ) ως απαράδεκτος, γιατί η κρίση του Εφετείου περί μη συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου και κατά το δεύτερο σκέλος (παραβίαση του άρθρου 189 του ΚΠολΔ) ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο καθόρισε τη δικαστική δαπάνη εις βάρος των εναγόντων-αναιρεσειόντων στο ποσό των 8.000 ευρώ, αφού έλαβε υπόψη του το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο μάλιστα εκτίμησε σε 200.000 ευρώ αντί των 750.000 ευρώ που ήταν το αγωγικό αίτημα και τις αποδοτέες δαπάνες των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, οι λοιπές δε συνθήκες που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες δεν αποτελούν κατά νόμο στοιχεία προσδιοριστικά της δικαστικής δαπάνης και οι σχετικές αιτιάσεις τους κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12/2016) αίτηση για αναίρεση της 98/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ