1230/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1230/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1230 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1230/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Γ. του Α., 3) Α. Γ. του Α. και 4) Ά.-Ε. Γ. του Α., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και δήλωσε ότι καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 27-3-2017 "δήλωση επικουρικότητας".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6342/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 5786/2013 μη οριστική, 4619/2014 εν μέρει οριστική και 3006/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2016 αίτησή τους και την αναίρεση της 4619/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά την οριστική διάταξή της περί απορρίψεως του κυρίου αιτήματος της από 17-12-2004 αγωγής του, η οποία κατέστη τελεσίδικη δια της εκδόσεως της 3006/2015 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2016 αίτησή του και τους από 10-2-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων Α. Λ. (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) με την από 17.12.2004 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά των αναιρεσίβλητων και αναιρεσειόντων, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν αποζημίωση λόγω της υπαίτιας αδυναμίας τους για την εκπλήρωση της από το αναφερόμενο προσύμφωνο οφειλόμενης παροχής, επικουρικά δε ότι του οφείλουν την απόδοση του προκύψαντος πλουτισμού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6342/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε κατά το κύριο αίτημά της και έγινε εν μέρει δεκτή για το επικουρικό. Επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε, αντιμωλία αυτών, στην αρχή η (εν μέρει οριστική) υπ’ αριθ. 4619/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν έφεση των εναγομένων απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη, η δε έφεση του ενάγοντος έγινε δεκτή αναφορικά με το κεφάλαιο του επικουρικού αιτήματος ως προς το οποίο εξαφανίστηκε και διατάχθηκαν συμπληρωματικές αποδείξεις.
Εν τέλει εκδόθηκε η οριστική υπ’ αριθ. 3006/2015 του ίδιου Εφετείου που δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της. Κατά των αποφάσεων αυτών άσκησαν τις υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ο ενάγων και οι εναγόμενοι. Επί πλέον ο ενάγων άσκησε με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ενώ ρητά δήλωσε ότι ασκεί την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους επικουρικά, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση τη προηγούμενης παραδοχής της αίτησης αναίρεσης των αντιδίκων του.
Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 19.5.2016 ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ζ. Γ. Κ.Λ.Π.
Επί αποδόσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που επήλθε μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος, πρέπει, κατ’ εφαρμογή της κατά το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, να αναχθεί η αξία της παροχής, την οποία αυτή είχε κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε νόμισμα κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας του νομίσματος.
Για το σκοπό αυτόν η αξία της παροχής σε νόμισμα που κυκλοφορούσε κατά το χρόνο της μεταθέσεως του πλουτισμού πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου ασκήσεως της αγωγής και, αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε νόμισμα με την τιμή της χρυσής λίρας κατά το χρόνο επίσης ασκήσεως της αγωγής.
Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει ο ενάγων αναλυτικά στην αγωγή του, με την οποία ζητεί την αναγωγή της αποδοτέου πλουτισμού στην αξία του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα τους κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων.
Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξη των αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Έτσι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την παραπάνω αναγωγή μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο της αγωγής και η μεταξύ τους σύγκριση, καθώς και η εν τω μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 874/2011, ΑΠ 1233/2009).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλουν την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, διότι, αν και η ένδικη αγωγή κατά το επικουρικό (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) αίτημά της ήταν αόριστη, το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητα του δικογράφου. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η αγωγή ήταν αόριστη γιατί ο ενάγων, για τη θεμελίωση του αιτήματός του περί της ανάγκης αναγωγής κατά το άρθρο 288 ΑΚ της αξίας του προκαταβληθέντος τιμήματος στη νομισματική αξία που είχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής λόγω σοβαρής νομισματικής υποτίμησης που μεσολάβησε, ουδόλως διέλαβε στο δικόγραφό της στοιχεία για την επιρροή του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (τιμάριθμου) στη ζητούμενη αναπροσαρμογή με αναφορά σε κάθε μερικότερο χρόνο στους οποίους έλαβαν χώρα οι επί μέρους προκαταβολές του τιμήματος. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή.
Κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", κατά δε το άρθρο 904 § 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που κατά τον κανόνα του άρθρου 249 ΑΚ είναι εικοσαετής, αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως. Έτσι, στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από αιτία η οποία δεν επακολούθησε, όπως στην οφειλόμενη βάσει προσυμφώνου παροχή αν ματαιωθεί ή καταστεί (για πραγματικό ή νομικό λόγο) αδύνατη η οριστική συμφωνία, χρονικό σημείο γεννήσεως της υποχρεώσεως του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξιώσεως του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της παραγραφής είναι εκείνο κατά το οποίο έπαυσε οριστικά να υπάρχει η αιτία, που μέχρι τότε καθιστούσε την περιουσιακή δόση νόμιμο πλουτισμό.
Συνεπώς, επί συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως, λόγω πωλήσεως, της κυριότητας ακινήτου, αν έχει προκαταβληθεί το τίμημα από τον αγοραστή, ο πλουτισμός του πωλητή από την προείσπραξη του τιμήματος έχει νόμιμη αιτία το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, που τον υποχρεώνει να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το ακίνητο στον αγοραστή.
Για όσο χρόνο η αιτία αυτή είναι ενεργός, ο πλουτισμός του πωλητή παραμένει νόμιμος, αφού αντισταθμίζεται με την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει και παραδώσει το ακίνητο. Καθίσταται όμως αδικαιολόγητος όταν καταστεί οριστικά αδύνατη η εκπλήρωσή της από το προσύμφωνο παροχής, δηλαδή η μεταβίβαση του πράγματος, οπότε πραγματώνεται η ειδικότερη περίπτωση του πλουτισμού για αιτία που δεν επακολούθησε.
Η αξίωση, επομένως, του αγοραστή να του αποδοθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το τίμημα που προκατέβαλε γεννιέται και η παραγραφή αρχίζει να τρέχει από τη χρονική στιγμή που για κάποιο νομικό ή πραγματικό λόγο καθίσταται οριστικά αδύνατη η προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλομΑΠ 30/1998).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (συμ)προσβαλλόμενων αποφάσεων, έγινε δεκτό ότι η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι ομόρρυθμα μέλη μαζί με τον αποθανόντα δικαιοπάροχο των λοιπών, ανέλαβε να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής, επί οικοπέδου τρίτου, πολυώροφη οικοδομή στο ..., ο δε οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εργολάβο ή σε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του οικοπέδου.
Ότι η εργολάβος, με το υπ’ αριθ. .../1.7.1980 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ., υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα στον ενάγοντα τις περιγραφόμενες σ’ αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής αντί τιμήματος 4.500.000 δρχ, από το οποίο ο ενάγων κατέβαλε σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 17.6.1980 μέχρι τις 17.9.1980 συνολικά 3.540.000 δρχ.
Ότι με το προσύμφωνο αυτό ορίσθηκε πως η παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών θα γινόταν την 15.11.1980, το δε οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν το αργότερο μέχρι 31.1.1981, πλην όμως η εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών της, διότι δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της έναντι του οικοπεδούχου, ο οποίος, όπως είχε δικαίωμα από την εργολαβική σύμβαση, υπαναχώρησε από τη σύμβαση και την κήρυξε έκπτωτη την 1.12.1982, με αποτέλεσμα τη λύση της εργολαβικής σύμβασης (πράγμα που αργότερα αναγνωρίσθηκε και δικαστικά με την υπ’ αριθ. 1/1985 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών), με περαιτέρω συνέπεια την κατάργηση της υποχρεώσεως του οικοπεδούχου να μεταβιβάσει στην εργολάβο ή σε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε (και εν προκειμένω στον ενάγοντα) τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του οικοπέδου.
Ότι εξ αιτίας αυτού κατέστη αδύνατη η εκπλήρωση από την εργολάβο των από το προσύμφωνο υποχρεώσεών της προς τον ενάγοντα. Ότι εν τέλει η εργολάβος και πωλήτρια εταιρία κατέστη πλουσιότερη σε βάρος του ενάγοντος κατά το ποσό του τιμήματος που αυτός της προκατέβαλε, ο δε πλουτισμός της αυτός κατέστη αδικαιολόγητος για αιτία που δεν επακολούθησε, έτσι ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτής για απόδοσή του.
Περαιτέρω, την ένσταση των εναγομένων, που είχαν προβάλει πρωτόδικα και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος λόγω παραγραφής της φερόμενης προς αναγνώριση απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι από το χρόνο γενέσεώς της, τον οποίο προσδιόρισαν σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία και συγκεκριμένα στην επομένη ημέρα:
α) του χρόνου της τελευταίας (προ)καταβολής του τιμήματος (18.9.1980), β) του χρόνου περιελεύσεως της εργολάβου σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την παράδοση του διαμερίσματος (16.11.1980) και γ) του χρόνου περιελεύσεως της εργολάβου σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την υποχρέωσή της για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου (31.1.1981), μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, το Εφετείο την απέρριψε ως αόριστη και με επάλληλη σκέψη ως αβάσιμη ως εξής: "Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, διότι δεν διατυπώνεται σαφώς ο χρόνος έναρξης της παραγραφής, καθόσον γίνεται αναφορά τριών χρονικών διαστημάτων χωρίς να εκτίθεται ποιό από αυτά αποτελεί χρόνο έναρξης της παραγραφής.
Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη στην ουσία της, αφού ημερομηνία έναρξης της εικοσαετούς παραγραφής είναι εν προκειμένω η 15-3-1985, ημερομηνία εκτέλεσης της άνω διαιτητικής απόφασης, αφού από τότε επήλθε ο πλουτισμός στους εναγόμενους σε βάρος του ενάγοντος, γεννήθηκε η επίδικη αξίωση των άρθρων 380 και 904 ΑΚ, και κατέστη δυνατή η δικαστική της επιδίωξη σε βάρος τους, καθόσον με την άνω διαιτητική απόφαση αναγνωρίστηκε αμετακλήτως η έκπτωση της εργολάβου εταιρίας και υποχρεώθηκε να αποδώσει τη νομή και κατοχή των οριζοντίων ιδιοκτησιών, επήλθε δηλαδή η αδυναμία παροχής των οριζόντιων ιδιοκτησιών από την πωλήτρια εταιρία στον ενάγοντα, ο δε χρόνος παραγραφής δεν συμπληρώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ήτοι την 23-12-2004".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι εναγόμενοι προβάλλουν αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους και την εμπεριεχόμενη σ’ αυτόν ένσταση παραγραφής.
Ωστόσο, αν και το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, το ανωτέρω αιτιολογικό απορρίψεως της ενστάσεως δεν είναι ορθό. Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, επί συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως, λόγω πωλήσεως, της κυριότητας ακινήτου, αν έχει προκαταβληθεί το τίμημα από τον αγοραστή, ο πλουτισμός του πωλητή από την προείσπραξη του τιμήματος έχει νόμιμη αιτία το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και, για όσο χρόνο η αιτία αυτή είναι ενεργός, ο πλουτισμός του πωλητή παραμένει νόμιμος.
Καθίσταται όμως αδικαιολόγητος όταν καταστεί οριστικά αδύνατη η εκπλήρωση της από το προσύμφωνο παροχής, η δε αξίωση του αγοραστή να του αποδοθεί το τίμημα που προκατέβαλε γεννιέται και η παραγραφή αρχίζει να τρέχει από τη χρονική στιγμή που για κάποιο νομικό ή πραγματικό λόγο καθίσταται οριστικά αδύνατη η προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου.
Έπρεπε, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση να απορρίψει την προβληθείσα ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη και ως προς τις τρείς χρονικές θεμελιώσεις της, αλλά με την ακόλουθη ορθή αιτιολογία: Με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και την ως άνω ορθή έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ο ένδικος πλουτισμός κατέστη αδικαιολόγητος και η σχετική αξίωση του ενάγοντος γεννήθηκε την 1.12.1982, όταν η εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτη από τον οικοπεδούχο εργοδότη και ως εκ τούτου κατέστη οριστικά αδύνατη η εκπλήρωση της από το προσύμφωνο παροχής.
Η εκδοθείσα στη συνέχεια υπ’ αριθ. 1/1985 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών βεβαίωσε και δικαστικά την ήδη επελθούσα αιτία αδυναμίας. Μέχρι την 1.12.1982, παρά τη συντέλεση της περιουσιακής μετακίνησης δια της προκαταβολής και παρά την περιέλευση της εργολάβου σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, η νόμιμη αιτία ήταν ενεργός αφού ακόμη μπορούσε να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο.
Επομένως καμία από τις τρείς, σωρευτικά προταθείσες, αφετηρίες παραγραφής δεν ήταν νόμιμη. Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ελεγχόμενης ενστάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλομΑΠ 6/2016). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α’ Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι έτσι ιδρύεται ο οικείος λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν πρέπει να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν στο Εφετείο παραδεκτά με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους την -και πρωτόδικα προβληθείσα- ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως από τον ενάγοντα του δικαιώματός του να αξιώσει ως αδικαιολόγητο πλουτισμό την απόδοση του ένδικου τιμήματος, επικαλούμενοι προς τούτο τα ακόλουθα:
Ότι η ένδικη αξίωση ασκήθηκε από τον ενάγοντα 24 έτη μετά την κατάρτιση του ματαιωθέντος συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, επιδεικνύοντας έτσιν μακρόχρονη αδράνεια, εξ αιτίας της οποίας τους δημιουργήθηκε, ενόψει και των κατωτέρω, η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμα. Ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος επιδίωξε να καθυστερήσει και να μην καταρτίσει έγκαιρα το οριστικό συμβόλαιο για προσωπικούς του λόγους αναγόμενους σε αναμονή ευνοϊκής νομοθεσίας για φοροαπαλλαγή από πρώτη κατοικία.
Ότι ήδη εν τω μεταξύ έχει ασκήσει εναντίον τους άλλες τρεις αγωγές (από 1.11.1982, 4.4.1994, 25.1.1996) με τις οποίες ζήτησε ως αποζημίωση την καταβολή διαφυγόντων κερδών για το διάστημα 1.1.1982 έως 15.11.2000 λόγω υπερημερίας από τη μη παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας που αφορούσε το προσύμφωνο, αδιαφορώντας έτσι ουσιαστικά για τη διεκδίκηση του προκαταβληθέντος ένδικου τιμήματος των 3.450.000 δρχ.
Ότι οι ανωτέρω αγωγές του έγιναν δεκτές και υποχρεώθηκαν να του πληρώσουν συνολικά ως αποζημίωση το εξαιρετικά μεγάλε ποσό των 262.749,40 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της περιουσίας τους. Ότι με την καταβολή των σημαντικότατου αυτού ποσού υπερκαλύφθηκε η όποια ζημία του, που προέκυψε από τη μη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, η δε επί πλέον διεκδίκηση μετά 24 έτη και του ανωτέρω τιμήματος και μάλιστα αναπροσαρμοσμένου στη μετά 24 έτη νομισματική αξία και νομιμότοκα από 15.3.1985, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού διαφορετικά, με αιτία το προκαταβληθέν τίμημα των 3.450.000 δρχ, ο ενάγων θα καταφέρει να εισπράξει συνολικά δυσανάλογα με την πραγματική του ζημιά ποσά, αυτοί δε θα υποστούν αφόρητες και δυσβάστακτες συνέπειες, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική τους υπόσταση.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση παρίσταται, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ως νόμω βάσιμη. Ωστόσο, το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του την απέρριψε ως μη νόμιμη. Επομένως, παραβίασε, με τη μη ορθή εφαρμογή του, τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως διότι αναφέρονται στο ίδιο ως άνω κεφάλαιο.
Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει η αναίρεση των εναγομένων να γίνει δεκτή και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κατά το μέρος που αναφέρονται στην ανωτέρω ένσταση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.
Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 20.5.2016 ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 10.2.2017 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Α. Λ..
Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται γενικά στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ’ αυτούς την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, όπως η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα ότι δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 231/2004).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρεώσεως αυτής, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη συναπτέα οριστική σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της οφειλόμενης εκ της οριστικής συμβάσεως παροχής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.
ΑΚ.
Συνεπώς, αν ο δια προσυμφώνου υποσχεθείς τη μεταβίβαση πράγματος δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σ’ αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστούν τόσο η έλλειψη στο πρόσωπό του κυριότητος επί του υπό μεταβίβαση πράγματος, όσο και η επιγενόμενη απώλεια αυτής ή οποιαδήποτε άλλη νομική αδυναμία μεταβιβάσεως πριν την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 298 AK, τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος. Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επιβλαβής μεταβολή της περιουσίας του δικαιούχου εκ του προσυμφώνου από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου του, η οποία μπορεί να συνίσταται στην αξία του απολεσθέντος γι’ αυτόν πράγματος, υπολογιζόμενη με κρίσιμο χρόνο αυτόν της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 568/2014).
Εν προκειμένω, η συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 4619/2014 με οριστική διάταξή της απορρίπτοντας σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 17.12.2004 αγωγή κατά το κύριο αίτημά της περί αναγνωρίσεως υποχρεώσεως των εναγομένων για καταβολή αποζημιώσεως λόγω υπαίτιας επιγενόμενης αδυναμίας παροχής.
Με την αγωγή αυτή ο ενάγων, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι ομόρρυθμα μέλη μαζί με τον αποθανόντα δικαιοπάροχο των λοιπών, ανέλαβε να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής, επί οικοπέδου τρίτου, πολυώροφη οικοδομή στο ..., ο δε οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εργολάβο ή σε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του οικοπέδου.
Ότι η εργολάβος, με το υπ’ αριθ. .../1.7.1980 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ., υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα στον ενάγοντα τις περιγραφόμενες σ’ αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής αντί του καταβληθέντος τιμήματος ποσού 4.500.000 δρχ. Ότι με το προσύμφωνο αυτό ορίσθηκε πως η παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών θα γινόταν την 15.11.1980, το δε οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν το αργότερο μέχρι 31.1.1981, πλην όμως η εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών της, διότι δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της έναντι του οικοπεδούχου, ο οποίος, όπως είχε δικαίωμα από την εργολαβική σύμβαση, υπαναχώρησε από τη σύμβαση και την κήρυξε έκπτωτη την 1.12.1982, με αποτέλεσμα τη λύση της εργολαβικής σύμβασης, με περαιτέρω συνέπεια την κατάργηση της υποχρεώσεως του οικοπεδούχου να μεταβιβάσει στην εργολάβο ή σε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε (και εν προκειμένω στον ενάγοντα) τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες της εργολαβικής αμοιβής με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του οικοπέδου.
Ότι εξ αιτίας αυτού κατέστη αδύνατη η εκπλήρωση από την εργολάβο των από το προσύμφωνο υποχρεώσεών της προς τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί θετική ζημία ίση με την αγοραία αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ανερχόμενη κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής σε 300.000 ευρώ. Ζήτησε δε -με το κύριο αίτημά της- να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, ως μέλη της οφειλέτιδας ομόρρυθμης εταιρίας και κληρονόμοι άλλου αποβιώσαντος μέλους, είναι υποχρεωμένοι να του πληρώσουν ισόποση αποζημίωση για την αποκατάσταση της ανωτέρω θετικής ζημίας του.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επί του αιτήματος αυτού δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η ομόρρυθμη εταιρία "...", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εναγόμενος Ζ. Γ., ανέλαβε με το υπ’ αριθ. .../27-7-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ. να οικοδομήσει πολυώροφη οικοδομή κατά το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο, κείμενο στην οδό ..., στο ..., ιδιοκτησίας του Κ.
Τ.. Ότι ο τελευταίος ανέλαβε με το ίδιο συμβόλαιο την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ανωτέρω εταιρία ή σε τρίτους, που αυτή θα υποδείκνυε, τα 559/οοο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι ως χρόνος παραδόσεως των διαμερισμάτων του οικοπεδούχου ορίστηκε η 28-6-1980 και της όλης πολυκατοικίας η 28-8-1980, ο δε οικοπεδούχος είχε το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτη την εταιρία σε περίπτωση καθυστερήσεως.
Ότι ακολούθως η εργολάβος εταιρία και οι κληρονόμοι του αρχικού οικοπεδούχου συνέστησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες και κανονισμό πολυκατοικίας. Ότι μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα περιέρχονταν ως αμοιβή στην εργολάβο εταιρία ή σε πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε, περιλαμβάνονταν και το υπ’ αριθμόν ...
διαμέρισμα του 4ου ορόφου εμβαδού 150,87 μ2, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης για στάθμευση αυτοκινήτου στην πυλωτή, καθώς και η υπ’ αριθμόν ... αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 5,04 μ2. Ότι με το υπ’ αριθ. .../1-7-1980 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ., ο πρώτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον ενάγοντα τις δύο προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες αντί τιμήματος το οποίο στο άνω προσύμφωνο αναγράφεται ως ποσού 3.500.000 δρχ., στην πραγματικότητα όμως αντί συμφωνηθέντος ποσού 4.500.000 δρχ.
Ότι για το τίμημα ο ενάγων κατέβαλε στην εργολήπτρια εταιρία κατά την υπογραφή του προσυμφώνου ποσό 3.540.000 δρχ., ενώ δεν κατέβαλε και οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 960.000 δρχ., που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί με την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ότι με το προσύμφωνο αυτό, που έγινε χωρίς τη σύμπραξη των οικοπεδούχων, συμφωνήθηκε να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο, με τη σύμπραξη βέβαια των οικοπεδούχων, το αργότερο μέχρι την 31-1-1981, πλην όμως οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες θα παραδίδονταν στον ενάγοντα, πλήρως αποπερατωμένες, την 15-11-1980.
Ότι εν τέλει οι οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν παραδόθηκαν σ’ αυτόν την 15-11-1980, ούτε το οριστικό συμβόλαιο καταρτίσθηκε μέχρι την συμφωνηθείσα προθεσμία, διότι οι οικοπεδούχοι, μολονότι κλήθηκαν από την εργολάβο εταιρία, δεν προσήλθαν στο συμβολαιογράφο λόγω των καθυστερήσεων του έργου και της άπρακτης παρόδου αποπεράτωσης των διαμερισμάτων τους.
Ότι για το λόγο αυτό, οι οικοπεδούχοι την 1-12-1982 επέδωσαν στην εργολάβο εταιρία εξώδικη δήλωση, με την οποία την κήρυξαν έκπτωτη από την εργολαβική σύμβαση. Ότι στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. 1/1985 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι οι οικοπεδούχοι δικαιολογημένα κήρυξαν έκπτωτη την εργολάβο εταιρία, η δε απόφαση αυτή εκτελέστηκε την 15.3.1985.
Ότι η εργολάβος εταιρία περιήλθε από την 16-11-1980 σε υπερημερία οφειλέτη ως προς τις εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις της η οποία εν τέλει -μετά την κήρυξη αυτής έκπτωτης- μετατράπηκε σε επιγενόμενη αδυναμία παροχής (για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι επήλθε την 15.3.1985 που έγινε εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης περί εκπτώσεως, ενώ -όπως ήδη αναφέρθηκε- το ορθό είναι ότι επήλθε την 1.12.1982 που η εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτη από τον οικοπεδούχο εργοδότη και ως εκ τούτου κατέστη οριστικά αδύνατη η εκπλήρωση της από το προσύμφωνο παροχής, η δε εκδοθείσα στη συνέχεια υπ’ αριθ. 1/1985 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών βεβαίωσε και δικαστικά την ήδη επελθούσα αιτία αδυναμίας).
Ότι μετά ταύτα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη διότι ο ενάγων "όπως από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει δεν προσδιορίζει κατ’ ελεύθερη επιλογή του τον τρόπο υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης είτε κατά τη θεωρία της ανταλλαγής είτε κατά τη θεωρία της διαφοράς ... με αποτέλεσμα ελλείψει σχετικού αιτήματος να μη μπορεί να υπολογιστεί το ύψος της αποζημίωσης".
Κατόπιν, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το κύριο αίτημα της αγωγής, συμπληρώνοντας εν μέρει τις αιτιολογίες αυτής. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 166, 297, 298, 382, 383 ΑΚ, αφού, με όσα δέχθηκε, αξίωσε για την εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, το Εφετείο, παρότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του διαπίστωσε την υπερημερία της οφειλέτιδας εταιρίας, καθώς και την επιγενόμενη υπαίτια αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει αποζημίωση ως υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου, εν τούτοις δεν προχώρησε περαιτέρω, όπως έπρεπε κατά τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, σε ουσιαστική έρευνα για τη διαπίστωση της εκτάσεως της ζημίας του ενάγοντος δανειστή, εξετάζοντας την κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής αγοραία αξία της παροχής συνδυαστικά με το μέγεθος της αντιπαροχής του ενάγοντος, δηλαδή το τίμημα που όφειλε, τόσο κατά το εκπληρωθέν, όσο και κατά το μη εκπληρωθέν μέρος αυτού, όπως η θεωρία της διαφοράς προβλέπει.
Ενόψει δε της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως, το δικαστήριο οφείλει να εφαρμόζει ως κατάλληλη τη μία ή την άλλη θεωρία υπολογισμού της αποζημιώσεως. Αντ’ αυτού το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων, "όπως από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει δεν προσδιορίζει κατ’ ελεύθερη επιλογή του τον τρόπο υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης είτε κατά τη θεωρία της ανταλλαγής είτε κατά τη θεωρία της διαφοράς ...
με αποτέλεσμα ελλείψει σχετικού αιτήματος να μη μπορεί να υπολογιστεί το ύψος της αποζημίωσης και ως εκ τούτου να απορριφθεί το ανωτέρω κύριο αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμο". Με την κρίση αυτού όμως αυτή, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, αφού αξίωσε για την εφαρμογή τους ως επί πλέον στοιχείο μία προϋπόθεση που ήδη συνέτρεχε.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων σαφώς προσδιόριζε -με βάση τη θεωρία της υποκατάστασης- τη ζημία του στο ύψος της αγοραίας αξίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που αποτελούσαν εν προκειμένω το αντικείμενο της παροχής, ως υποκατάστατο αυτής, δηλαδή στο ποσό των 300.000 ευρώ και συνεπώς διατύπωνε σαφώς το κύριο αίτημα της αγωγής του.
Έργο του δικαστηρίου ήταν, ενόψει του αποδειχθέντος πραγματικού πλαισίου, να εφαρμόσει την κατάλληλη για την ένδικη περίπτωση θεωρία ώστε να προσδιοριστεί το τελικό ύψος της πράγματι οφειλόμενης αποζημίωσης. Επομένως, από το ανωτέρω σφάλμα του Εφετείου ιδρύεται κατά τα προαναφερόμενα λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των πρόσθετων λόγων διότι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο.
Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει η αναίρεση του ενάγοντος να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο κύριο αίτημα της αγωγής. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάζει τη συνεκδίκαση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων της δεύτερης εξ αυτών.
Αναιρεί τις υπ’ αριθ. 4619/2014 και 3006/2015 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την μεν πρώτη κατά το μέρος που απέρριψε το κύριο αίτημα της από 17 Δεκεμβρίου 2004 αγωγής του Α. Λ., και τις δύο δε κατά το κεφάλαιό τους που αφορά στο επικουρικό αίτημα της ίδιας αγωγής και ειδικότερα στην κατ’ αυτής ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση τόσο στους αναιρεσείοντες της πρώτης αίτησης, όσο και στον αναιρεσείοντα τη δεύτερης αίτησης του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς για τις αναιρέσεις του.
Και
Καταδικάζει α) τον αναιρεσίβλητο της πρώτης αίτησης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και β) τους αναιρεσίβλητους της δεύτερης αίτησης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει επίσης σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ