Legislator Case Law & Legislation
1230/2015 AI generated

1230/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1230/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2106/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/6/2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1230/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Keywords

AI generated
seized assets economic wealth living expenses pecuniary dispute forfeiture of criminal assets letting, sale, transfer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1230/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. Ν. Ρ. Λ., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της 1) Α. Φ. Μ. Τ. Ν. Ρ. και 2) Χ. Β. Μ. Τ. Ν. Ρ., κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Νιφροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2106/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/6/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και υπό τα δύο σκέλη του, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη ατομικά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή (άρθρο 681Β ΚΠολΔ ) υπ’ αριθ.2106/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις συνεκδικασθείσες από 7-2-2013 έφεση του αναιρεσείοντος και από 10-4-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης, που είχε ασκήσει για τον εαυτό της και ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Α.- Φ.-Μ. Τ. Ν. Ρ. και Χ.-Β. Μ. Τ. Ν. Ρ., κατά της υπ’ αριθ. 92/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 28-6-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες και είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλλει το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής διατροφή γι’ αυτή το ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως και για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της το ποσό των 2300 ευρώ και 2200 ευρώ μηνιαίως αντιστοίχως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά το άρθρο 1442 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του Ν. 1329/83, εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο 1) αν κατά την έκδοση του διαζυγίου .... βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκασθεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει από αυτό τη διατροφή του, 2) αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι’ αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος, 3) αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Περαιτέρω, από την ίδια αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου 1443 εδ. α’ ΑΚ, όπως και αυτό ισχύει μετά το Ν. 1329/83, που ορίζει, ότι οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493 1494 και 1498 εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, συνάγεται, ότι η αξίωση διατροφής του πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε, μετά την ισχύ του ν. 1329/1983, παρέχεται μόνον όταν η διατροφή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, όταν δεν μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο συνθήκες της ζωής του.

Βασικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου είναι αφενός η ευπορία του υπόχρεου και αφετέρου η απορία του δικαιούχου. Ως απορία δε του δικαιούχου νοείται η αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, ενώ ευπορία του υπόχρεου δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο αυτού, αλλά δυνατότητα να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.

Έτσι, είναι δυνατόν, ενόψει των όλων συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής, όταν ο πρώτος, που στο πρόσωπό του συντρέχει μία των προαναφερθεισών πρόσθετων προϋποθέσεων, κατά το χρόνο έκδοσης του διαζυγίου, δεν έχει περιουσία και τα τυχόν υπάρχοντα εισοδήματά του δεν επαρκούν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για συνολική κάλυψη των βιοτικών αναγκών του. (ΑΠ 1567/2012, ΑΠ 1427/2012, ΑΠ 1921/2009).

Το άνω δικαίωμα διατροφής, κατά το άρθρο 1444 εδ 2 του ΑΚ, παύει, αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση. Εξάλλου, από το νόμο 344/1976 "περί ληξιαρχικών πράξεων" και ειδικότερα από το άρθρο 12, που αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη της ληξιαρχικής πράξης, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του για τα ληξιαρχικά γεγονότα γέννησης, γάμου και θανάτου, προκύπτει ότι για την απόδειξη αυτών επιτρέπεται η χρήση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί ότι δεν προσκομίσθηκε γι’ αυτά ληξιαρχική πράξη, η οποία και δεν ορίζεται από τον άνω νόμο ως το μόνο και αποκλειστικό μέσο απόδειξης των άνω γεγονότων (ΑΠ 874/1987).Το δικαστήριο δε για την απόδειξη γάμου, που έχει τελεσθεί στην αλλοδαπή, ενόψει του ότι πρόκειται περί ζητήματος δικονομικού δικαίου, κατά γενικά παραδεκτή αρχή στο Διεθνές Δικονομικό Δίκαιο, θα εφαρμόσει το δίκαιο της δικής του Πολιτείας (lex fori) και συνεπώς την παραπάνω διάταξη.

Εξάλλου, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ’ όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθ. 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, καθόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφαση.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων προέβαλε νόμιμα πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, προς αντίκρουση της εις βάρος του αγωγής της αναιρεσίβλητης περί επιδίκασης σ’ αυτή διατροφής μετά τη λύση του μεταξύ τους υφισταμένου γάμου, τον ερειδόμενο στο άρθρο 1444 εδ.2 του ΑΚ ισχυρισμό, ότι δεν δικαιούται καμία απολύτως διατροφή, καθόσον έχει σε χρόνο πριν την άσκηση της αγωγής περί διατροφής συνάψει νέο γάμο στο Περού με τον Χ.

Ν. Ν. Ο. (J. D. O.), άλλως συζεί με αυτόν σε ελεύθερη ένωση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, α) την από 28-5-2009 επιστολή της υπαλλήλου της ελληνικής πρεσβείας στο Περού, Α. Μ., β) τις νομίμως ληφθείσες υπ’ αριθ. ... και ...2009 ένορκες βεβαιώσεις της Γ.

Π. και του Π. Φ. και γ) δημοσιεύματα από το διαδίκτυο. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κατά το πρώτο κυρίως προβαλλόμενο σκέλος του, ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι " ο ισχυρισμός περί τελέσεως νέου γάμου με τον κατονομαζόμενο ανωτέρω άνδρα μπορεί να αποδειχθεί μόνον διά της προσκομιδής της σχετικής ληξιαρχικής πράξεως γάμου, νομίμως μεταφρασμένης στην ελληνική γλώσσα, την οποίαν ο εκκαλών, ως φέρων το σχετικό βάρος αποδείξεως, κατ’ άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν προσκομίζει", αλλά και με την επάλληλη αιτιολογία ότι η τέλεση νέου γάμου της αναιρεσίβλητης με τον ανωτέρω άνδρα δεν αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια της τελευταίας.

Ανεξαρτήτως της ορθότητας της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης περί απόδειξης της τέλεσης νέου γάμου της αναιρεσίβλητης με τον προαναφερόμενο άνδρα με την προσκόμιση ληξιαρχικής πράξης γάμου και της εντεύθεν απόρριψης γι’ αυτό το λόγο του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, η ως άνω επάλληλη παραδοχή της, περί μη απόδειξης της τέλεσης νέου γάμου της αναιρεσίβλητης, διότι οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν με την επιμέλειά της δεν επιβεβαίωσαν την τέλεσή του, που δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το κύριο μέρος του, με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθ.12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το επικουρικό του μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω υπό του αναιρεσείοντος επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, για την απόδειξη του άνω ισχυρισμού του, καθόσον από τη ρητή βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την άνω απορριπτική του κρίση, σε σχέση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι άνω επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπό του αναιρεσείοντος ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία περί αυτού από το γεγονός και μόνον ότι εξήρε και στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ως προς το αποδεικτέο θέμα, δεδομένου ότι τούτο ανάγεται στην ελεύθερη κρίση του.

Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε και τον ισχυρισμό κατά το δεύτερο προβαλλόμενο σκέλος του (άλλως συζεί με τον προαναφερόμενο άνδρα σε ελεύθερη ένωση), δεχόμενο ότι "ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αντιφατικός και συνεπώς μη νόμιμος, διότι ένα από τα δύο θα συμβαίνει ή θα έχει παντρευτεί η ενάγουσα ή θα συμβιώνει σε ελεύθερη ένωση ...

ο εκκαλών προβάλλει τα δύο αυτά γεγονότα παράλληλα ... και δεν προβάλλει το δεύτερο ως επικουρικό του πρώτου, σε περίπτωση απορρίψεως του ισχυρισμού περί τελέσεως νέου γάμου με τη χρήση της λέξης ‘ επικουρικά’ ". Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε τον άνω ισχυρισμό όχι παράλληλα με τον ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται διατροφής, διότι έχει ξαναπαντρευτεί με τον προαναφερόμενο άνδρα, αλλά κατά δικονομική επικουρικότητα υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης αυτού του ισχυρισμού, χρησιμοποιώντας προς τούτο τη λέξη "άλλως", που έχει την έννοια ότι διαφορετικά, στην περίπτωση, δηλαδή, απόρριψης του ισχυρισμού του περί τέλεσης νέου γάμου υπό της αναιρεσίβλητης, τότε αυτή συζεί μόνιμα με το άνω πρόσωπο.

Κατ’ ακολουθίαν, το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ο σχετικός πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 253/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει την οφειλόμενη από τον αναιρεσείοντα διατροφή των ανηλίκων τέκνων του, προέβη σε εκτίμηση της δυνατότητας του με βάση την περιουσία του και τα εισοδήματά του και ειδικότερα ως προς την αξία και τη δυνατότητα αποκόμισης εισοδήματος από την εκμίσθωση της ιδιόκτητης κατοικίας, που αποτελούσε την πρώην οικογενειακή στέγη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Εκτός από τα ανωτέρω εμφανή, εξ εργασίας, εισοδήματά του, έχει και την ακόλουθη μεγάλη ακίνητη περιουσία: 1)Τριώροφη οικία, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο (Α’ ) πάνω από το ισόγειο όροφο, οι οποίοι επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα, δηλαδή πρόκειται για μεζονέτα, σε οικόπεδο εκτάσεως 762,46 τ.μ., κείμενο στο ..., στη διασταύρωση των οδών ...

στην οποία φέρει τον αριθμό.., και .... Η οικία αυτή αποτελούσε την τελευταία οικογενειακή στέγη των διαδίκων στην Ελλάδα και έχει συνολική επιφάνεια: το υπόγειο 193,42 τ.μ., το ισόγειο 202,40 τ.μ. και ο πρώτος (Α’ ) πάνω από το ισόγειο όροφος 178,07 τ.μ., ήτοι συνολικά 573,89 τ.μ. Η θέση και η κατασκευή της κατοικίας (πολυτελής), στο ακριβότερο προάστιο της Ελλάδος, στη διασταύρωση δύο από τις κεντρικότερες λεωφόρους, την ...

και την ..., πλησίον του ομώνυμου Ιερού Ναού, αναβιβάζει την εμπορική (αγοραία) αξία του όλου ακινήτου στο ποσό των 4.000.000 ευρώ, όση είναι και η εμπορική αξία, στην οποία το εκτίμησε ο εκτιμητής ακινήτων και πολιτικώς μηχανικός Ε. Τ., στην από 24-08-2009 έγγραφη εκτίμησή του περί της εμπορικής αξίας αστικού ακινήτου.

Το γεγονός ότι έκτοτε παρήλθαν σχεδόν τέσσερα (4) έτη και ότι η Ελλάς ταλανίζεται από την οικονομική κρίση, ουδόλως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, επέδρασε πτωτικά στην αξία αυτού του ακινήτου, διότι τέτοια ακίνητα σε περιοχές όπως αυτή του ... δεν απευθύνονται σε φυσικά πρόσωπα που θίγονται από την κρίση.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προσπαθεί να το πωλήσει και έχει μετοικήσει στην οικία της μητέρας του, επί της οδού ..., πάλι στο ..., και ότι προσπαθεί επί ματαίω να ανεύρει αγοραστή, προσκομίζων προς τούτο την από 17-10-2012 βεβαίωση της μεσίτριας Μ. Ι. Κ., προς την οποία έχει δώσει εντολή πώλησης του ακινήτου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεν έχει αληθή βούληση πώλησής του, διότι, αν είχε, θα το είχε αναθέσει σε μεγάλο αριθμό μεσιτών, εντός και εκτός Ελλάδος, όπου έχει επαφές με τα υψηλά, κοινωνικά και οικονομικά, κοινωνικά στρώματα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως ορθά δέχεται η εκκαλουμένη απόφαση, αφού ο ίδιος κατοικεί πλέον στην οικία της μητέρας του, κείμενη στο ίδιο ακριβό προάστιο, θα μπορούσε να μισθώσει την πρώην οικογενειακή στέγη, εισπράττων μηνιαίο μίσθωμα τουλάχιστον 10.000 ευρώ (και όχι μόνον 6.000 ευρώ, ως δέχεται η εκκαλουμένη)...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο προσδιόρισε την εμπορική αξία της πρώην οικογενειακής στέγης, που ανήκει στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος στο ποσό των 4.000.000 ευρώ και τη μισθωτική αξία αυτής κατά μήνα στο ποσό των 10.000 ευρώ, αντί των 6.000€, που είχε κρίνει το πρωτοδικείο και συνεκτιμώντας και τα λοιπά κρίσιμα στοιχεία προσδιόρισε τη μηνιαία διατροφή για καθένα από τα ανήλικα τέκνα του στο ποσό των 2200 και 2300 ευρώ αντιστοίχως, όπως και το πρωτοδικείο.

Έτσι, που έκρινε, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα. Η παραδοχή, ότι η οικονομική κρίση που ταλανίζει την Ελλάδα, δεν επέδρασε πτωτικά στην εμπορική και συνεπώς και στη μισθωτική αξία αυτού, δεχόμενο ότι τα ακίνητα, όπως αυτό που βρίσκονται στην πολυτελή περιοχή του ..., δεν απευθύνεται σε φυσικά πρόσωπα που θίγονται από την κρίση, δεν είναι αντιφατική, ούτε ανεπαρκής, καθόσον με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται ότι αυτοί που θα ενδιαφερθούν για την αγορά ή τη μίσθωσή του πολυτελούς αυτού ακινήτου δεν θίγονται από την κρίση και κατά συνέπεια εξακολουθούν να καταβάλλουν τις ίδιες τιμές, όπως και πριν από την κρίση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά στον προσδιορισμό της διατροφής των ανηλίκων τέκνων του, είναι αβάσιμος, καθώς και η αναίρεση κατά το μέρος, που στρέφεται κατ’ αυτών, νομίμως εκπροσωπουμένων από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, δεδομένου και ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος, που αφορά στη διατροφή τους.

Περαιτέρω, ενόψει των προαναφερομένων, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και συγκεκριμένα κατά το μέρος, που το Εφετείο απέρριψε τον ερειδόμενο στο άρθρο 1444 εδ. 2 ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται διατροφή, διότι "συζεί με τον Χ.

Ν. Ν. Ο. (J. D. O.)" και εντεύθεν δέχθηκε την αγωγή της τελευταίας και προσδιόρισε τη διατροφή της στο ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως, καθώς και η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης ατομικά, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το άνω μέρος, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του άνω λόγου (πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του), παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, (δεύτερου και τρίτου), που αφορούν στην απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης διατροφής της αναιρεσίβλητης, καθώς και στον προσδιορισμό της στο ποσό των 2000 € μηνιαίως, ενόψει του προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του ακινήτου ιδιοκτησίας του, που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, στο ποσό των 10.000€.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας (άρθ. 178, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2106/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά των ανηλίκων τέκνων του αναιρεσείοντος, εκπροσωπούμενων από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους.

Αναιρεί την άνω απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη ατομικά και κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ