1230/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1230/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1230 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Επικοινωνία Λέσβου Α.Ε", που εδρεύει στη Μυτιλήνη, ιδιοκτήτου της ημερήσιας εφημερίδας του Νομού Λέσβου, με τίτλο "ΕΜΠΡΟΣ", νομίμως εκπροσωπούμενης, 2. Ε. Μ., εκδότη και διευθυντή της ιδίας εφημερίδας, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κόρακα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2/2013 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Οκτωβρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης της από 21-10-2013 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 2/2013 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την απόφαση 38/2013 του ιδίου δικαστηρίου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 772006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α)τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητα τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 273/2011, 700/2009, 259/2007, ΑΠ 2031/2007). Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του στα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται σ' αυτή, άσχετα αν είναι ορθή ή εσφαλμένη η σχετική ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν τις αιτιάσεις α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε της διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος, δεχόμενη ότι οι αναιρεσείοντες όφειλαν να είχαν διασταυρώσει τη βασιμότητα των ενδίκων δημοσιευμάτων, καίτοι αυτά αποτελούσαν αναπαραγωγή όσων είχε δηλώσει ο νεοεκλεγμένος δήμαρχος σε επίσημη συνέντευξη τύπου, υποχρέωση που, κατά την άποψη τους, υπάρχει μόνο σε δημοσιεύματα προερχόμενα από πρωτογενή δημοσιογραφική εργασία και έρευνα και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας σαν αδικαιολόγητη την οξεία δημοσιογραφική κριτική που περιείχαν τα επίμαχα δημοσιεύματα για καταχρήσεις από τον αναιρεσίβλητο στη διαχείριση των οικονομικών του Δήμου Μυτιλήνης, καθώς και δεχόμενη, χωρίς απόδειξη και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 492.000 ευρώ (από το σύνολο 500.000 ευρώ των δημοσιευμάτων), δηλαδή το πέραν των 8.000 ευρώ, που ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε ότι δεν κάλυπτε δημοτικές ανάγκες και πλήρωσε εκ των υστέρων ο ίδιος, είχε διατεθεί για πραγματικές δημοτικές ανάγκες.
Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, επειδή δεν αναφέρονται και δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο : α)ο ουσιώδης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, ως προς τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικές διατάξεις ή ο οποίος κρίθηκε ως βάσιμος χωρίς απόδειξη, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, β) τα πραγματικά περιστατικά, που είχαν προταθεί στα δικαστήρια της ουσίας για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, γ) οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, που θεμελίωσαν/την κρίση του ως προς τη βασιμότητα ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού και δ)οι συγκεκριμένες ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με επιπρόσθετη επίκληση και παράθεση των ουσιωδών περιστατικών, που έπρεπε να περιέχονται στην εφετειακή απόφαση, για να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της, και με περαιτέρω εξειδίκευση σε τι συνίσταται και από που προκύπτει η προβαλλόμενη αντίφαση.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Αντίθετα, δεν θεωρούνται ως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλώς αιτιολογημένες αρνήσεις αγωγής, ένστασης κλπ. ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που είναι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ειδικότερα, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσα να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που αυτοί είχαν προβάλει, ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 492.000 ευρώ δεν καταβλήθηκε από τον Δήμο Μυτιλήνης, ούτε διεκδικήθηκε δικαστικά από το ταξιδιωτικό πρακτορείο (του Ι. Σ.), παράλειψη που, κατά τους αναιρεσείοντες, έχει ως μόνη εξήγηση ότι δε υπήρχε τέτοια αξίωση και ότι ήταν βάσιμη η είδηση κακοδιαχείρισης των οικονομικών του Δήμου Μυτιλήνης από τον αναιρεσίβλητο, που είχε προέλθει από την ένδικη συνέντευξη τύπου και δικαιολογούσε τις επίμαχες δημοσιεύσεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, καθόσον ο προβαλλόμενος ισχυρισμός αφορά απλώς ένα πραγματικό περιστατικό αξιολογήσιμο για τη συναγωγή απόδειξης (δικαστικού τεκμηρίου) κατά την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης διαφοράς, και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της οικείας διάταξης, δηλαδή πραγματικό ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και που τείνει σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ώστε να στηρίζει συγκεκριμένο αίτημα αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επί μέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας κλπ..
Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 914 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο νόμος παρέχει στον θιγόμενο και σε βάρος εκείνου που προκαλεί την προσβολή αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψη της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), καθώς και αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΟλΑΠ 13/99).
Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 53/1974), κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση των δημοσίων αρχών και ανεξάρτητα από σύνορα. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αποτελούν ουσιαστικές διατάξεις και η παραβίαση τους ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... β) ... γ)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή Επίσης στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. 1) δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά και υπερνομοθετικά κατοχυρωμένη ελευθερία έκφρασης και από την κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του τύπου, ιδίως οι δημοσιογράφοι, για δημοσιεύματα σχετικά με τις πράξεις και τη δραστηριότητα φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Έτσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα με ειδήσεις και σχόλια για την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, που συνοδεύονται ακόμη και από οξεία κριτική και από δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος προβεβλημένων προσώπων, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία ή λειτουργία ή άλλη δραστηριότητα, που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο ή μέρος αυτού σε ευρύτερη ή στενότερη τοπική κλίμακα.
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις που αυτή έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού.
Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος ωστόσο χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Επειδή δε η ύπαρξη του ειδικού σκοπού εξύβρισης συνιστά νομική έννοια που ελέγχεται αναιρετικά, το δικαστήριο της ουσίας, όταν δέχεται ότι προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς ή από τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την παραδοχή, ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του υπαιτίου δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση της σκέψης του δηλαδή να προσδιορίσει ποιες ηπιότερες μειωτικές εκφράσεις μπορούσε αυτός να χρησιμοποιήσει για την άσκηση του νομίμου δικαιώματος του ή για την εκδήλωση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, καθώς επίσης να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την παραδοχή, ότι ο υπαίτιος γνώριζε τον ηπιότερο και αναγκαίο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του, αλλά χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή του άλλου. Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, οι οποίες έχουν αναλογική εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτή στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ. 159/2008, 1395/2005, 1499/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τίνων διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποκατάσταση της ζημίας και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια από δημοσίευμα που θίγει την τιμή και την υπόληψη οποιουδήποτε ατόμου, έστω και αν η υπαιτιότητα - κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 και 920 του ΑΚ - συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, (συντρέχει) στο πρόσωπο του εκδότη ή του διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Εξάλλου, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994, για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης και για τα περιοδικά που διακινούνται μέσω των πρακτορείων εφημερίδων, ορίζεται σε 10.000.000 δρχ., στις δε λοιπές εφημερίδες ή περιοδικά έντυπα, ορίζεται σε 2.000.000 δρχ. το ελάχιστο όριο της χρηματικής ικανοποίησης που οφείλεται λόγω ηθικής βλάβης στον θιγόμενο από επιλήψιμο δημοσίευμα (εκτός αν ζητείται μικρότερο ποσό).
Με τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αφορούν την ευθύνη του ιδιοκτήτη εφημερίδας ή εντύπου, και όχι των λοιπών εμπλεκομένων συντελεστών του επιλήψιμου δημοσιεύματος, καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη για πλήρη αποζημίωση και για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του θιγόμενου με την έννοια ότι, για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, δεν απαιτείται να συντρέχει υπαιτιότητα αυτού (ιδιοκτήτη), αλλά απαιτείται και αρκεί να συντρέχει υπαιτιότητα του συντάκτη του δημοσιεύματος και, αν αυτός είναι άγνωστος, (απαιτείται και αρκεί) να συντρέχει υπαιτιότητα του εκδότη (αν δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή του διευθυντή σύνταξης. Η δε αστική και ποινική ευθύνη των τελευταίων είναι αυτοτελής και κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ και 26, 27, 28, 45, 46, 47, 361-363 ΠΚ (ΑΠ 285/2012, 179/2011, 1462/2005).
Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, και ειδικότερα ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης σε βάρος του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και τη συνακόλουθη κρίση του Εφετείου για απόρριψη ως αβάσιμης της ένστασης των αναιρεσειόντων - εναγομένων για άρση του αδίκου κατά το άρθρο 367 παρ. 1γ' ΠΚ και για παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής αντένστασης του αναιρεσίβλητου από την παρ. 2β' του ίδιου άρθρου, στην οποία κρίση στηρίχτηκε το διατακτικό της απόφασης και η μερική παραδοχή της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με τα ένδικα δημοσιεύματα.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "... Την 01.03.2007 και ώρα 12:00 μ.μ. ο πρώτος εναγόμενος, εφεσίβλητος, ο οποίος μετά τις δημοτικές εκλογές του 2007 διαδέχθηκε τον ενάγοντα εκκαλούντα, ως Δήμαρχος Μυτιλήνης, παραχώρησε στην αίθουσα του παλαιού Δημαρχείου της πόλης συνέντευξη τύπου, με θέμα την κατάσταση των οικονομικών υποθέσεων του Δήμου Μυτιλήνης και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων του.
Στα πλαίσια της συνέντευξης αυτής, η οποία καλύφθηκε ειδησεογραφικά από το σύνολο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του Νομού Λέσβου, ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών, νέος Δήμαρχος, ανακοίνωσε πως, μεταξύ των υπόλοιπων χρεών του Δήμου, υπήρχε και μια οφειλή ύψους 500.000 ευρώ προς το ταξιδιωτικό πρακτορείο του Ι.
Σ. και συγκεκριμένα, ανέφερε μεταξύ άλλων, όπως το περιεχόμενο της ομιλίας του προκύπτει από το προσκομιζόμενο κείμενο απομαγνητοφώνηση, τα εξής: "Ακούστε τώρα τι γίνεται με τα περίφημα εισιτήρια των 500.000 ευρώ. Ξέρετε πόσα εκατομμύρια σε ελληνικά λεφτά είναι οι 500.000 ευρώ; Είναι εκατόν εβδομήντα εκατομμύρια δρχ.
Ποιοι ήταν αυτοί που ταξίδευαν και έφθασε το ποσό στα εκατό εβδομήντα εκατομμύρια δρχ; Από την πρώτη ημέρα είπα στον κ. Σ. "Σας παρακαλώ να μου δώσετε συγκεκριμένα, ως οφείλετε, για να πληρωθείτε κιόλας, ποιοι ταξίδεψαν" ... Κάποια στιγμή πήραμε μια κατάσταση για εκατόν εβδομήντα χιλιάδες (170.000) και μια που την έχω εδώ για άλλα εκατόν είκοσι οκτώ χιλιάδες (128.000) ευρώ και περιμένω άλλη μια για εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ, περίπου ...
Ποιοι ταξίδευαν και έφθασε το ποσό σ' αυτό το τεράστιο νούμερο; Η σύζυγος του Χ., ποτέ με το πατρικό της όνομα, και πότε με το όνομα του Χ.. Ο Τ. Β., προπονητής για δύο μήνες του Αιολικού. Ο κύριος Μ.. Φίλοι του διάφοροι. Όμως πρέπει να σας πω ότι υπάρχει και γνωστός επιχειρηματίας, ο οποίος έχει κάνει πάρα πολλά ταξίδια, χωρίς να έχει σχέση με το Δήμο." Ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών, στην ανωτέρω αποστροφή της συνέντευξης του, με σαφήνεια και έμφαση αναφέρεται στο γεγονός υπαρκτής οφειλής του Δήμου προς το ανωτέρω ταξιδιωτικό πρακτορείο, την οποία προσδιορίζει στο ύφος των 500.000 ευρώ και στη συνέχεια τη συνδέει με τα οικεία και φιλικά πρόσωπα του ενάγοντος εφεσιβλήτου, πρώην Δημάρχου, αναφέροντας ονομαστικά τα άτομα, στα ονόματα των οποίων έχουν εκδοθεί τα επίμαχα εισιτήρια.
Ο τρόπος αναφοράς των ονομάτων σε σχέση με το προαναφερθέν ποσό της συνολικής οφειλής, σε συνδυασμό με τις δύο ονομαστικές καταστάσεις του τουριστικού πρακτορείου, τις οποίες κρατούσε και επεδείκνυε ο εναγόμενος εκκαλών κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, δεν κατέλειπε καμία αμφιβολία, προς όποιον παρακολουθούσε τη συνέντευξη, ότι, το σύνολο του αναφερόμενου ποσού των 500.000 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά την αξία των εισιτηρίων που εκδόθηκαν για τα αναφερόμενα από τον ίδιον στη συνέχεια πρόσωπα, οικείους και φίλους του ενάγοντος εφεσίβλητου.
Πλην όμως, οι δύο αυτές αναλυτικές καταστάσεις, περιλαμβάνουσες τα εκδοθέντα και μη πληρωθέντα εισιτήρια, αξίας 128.000 και 162.500 ευρώ, αντίστοιχα, αφορούσαν εισιτήρια που έχουν εκδοθεί κατά τη χρονική περίοδο 2000-2006, κατά την οποία Δήμαρχοι Μυτιλήνης είχαν διατελέσει, τόσο ο ενάγων εφεσίβλητος (για τα έτη 2002-2006), όσο και ο ίδιος ο εναγόμενος εκκαλών (για την περίοδο 2000-2002).
Στις παραπάνω καταστάσεις, εκτός των οικείων και φίλων του πρώην Δημάρχου, περιλαμβάνονταν εισιτήρια, τα οποία είχαν εκδοθεί, πέραν των ονομάτων που ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών ανέφερε στη συνέντευξη, για εκδρομές των ΚΑΠΗ Μυτιλήνης, για διάφορες μετακινήσεις στελεχών της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Τουριστικής Ανάπτυξης Μυτιλήνης (ΔΕΠΤAM),καθώς και για ταξίδια υπηρεσιακού χαρακτήρα των Δημάρχων, Αντιδημάρχων και λοιπών υπηρεσιακών παραγόντων του Δήμου Μυτιλήνης.
Επιπλέον, αποδείχθηκε πως, τα εισιτήρια στα οποία αναφέρθηκε ονομαστικά ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών κατά την ανωτέρω συνέντευξη και η αξία τους ανερχόταν, κατά προσέγγιση στο ποσό των 8.000 ευρώ, περιελήφθησαν στις ανωτέρω καταστάσεις από τον ταξιδιωτικό πράκτορα, διότι οι εντολές για την έκδοση τους δίδονταν από τη γραμματεία του Δήμου Μυτιλήνης.
Ο ισχυρισμός, δε του ενάγοντος εφεσίβλητου, ότι αποτελούσαν προσωπικό χρέος του και εκ παραδρομής περιελήφθησαν στις ανωτέρω καταστάσεις, δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο, διότι αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα, ταξιδιωτικού πράκτορα, Ι. Σ., ο οποίος καταθέτει ότι, τα ανωτέρω εισιτήρια είχαν χρεωθεί στο λογαριασμό του Δήμου κατόπιν εντολής του Δήμου και σύμφωνα με τις οδηγίες του.
Η εκτίμηση των παραπάνω στοιχείων οδηγεί το Δικαστήριο στο σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης για το γεγονός ότι, αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο, υφίσταται πρόθεση ισχυρισμού και διαδόσεως εκ μέρους του ενώπιον τρίτων του άνω ψευδούς γεγονότος εν γνώσει της αναλήθειάς του, που έτεινε στη βλάβη της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, στοιχεία απαραίτητα για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για την οποία απαιτείται άμεσος δόλος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε πως η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων εκκαλούντων, ιδιοκτήτρια και εκδότης- διευθυντής, αντίστοιχα, της καθημερινής εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ", η οποία εκδίδεται και κυκλοφορεί στη Μυτιλήνη, αλλά έχει ευρύ κύκλο αναγνωστών σε όλη την Ελλάδα, αλλά και το εξωτερικό, όπου ζουν οι συνδρομητές της.
Έλληνες ομογενείς, ενώ διαθέτει και ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο, από την οποία μπορεί να ενημερωθεί οποιοσδήποτε για το περιεχόμενο της έντυπης έκδοσης, προέβησαν, μετά την ανωτέρω συνέντευξη τύπου του πρώτου εναγομένου εκκαλούντος στη δημοσίευση των ακόλουθων δημοσιευμάτων: α) στο υπ' αρ.2297/02.03.2007 φύλλο της εφημερίδας, ο κύριος πρωτοσέλιδος τίτλος αναφέρει με μεγάλα γράμματα, τονισμένα μαύρου χρώματος τα εξής: "500.000 ευρώ σε εισιτήρια για τη σύζυγό του, τους παίκτες και τους προπονητές του Αιολικού και τους φίλους του πρώην Δημάρχου".
Στη δεύτερη, δε, σελίδα του ιδίου φύλλου και στο αριστερό μέρος της, υπάρχει στη στήλη, που υπογράφει ο "ΗΜΕΡΟΛόγος" το εξής κείμενο: "Μισό εκατομμύριο ευρώ χρωστά ο Δήμος Μυτιλήνης σε εισιτήρια επώνυμων στελεχών του ποδοσφαιρικού κινήματος της πόλης, της συζύγου του κ. Δημάρχου και άλλων επιφανών πολιτών, μεταξύ των οποίων και ο αλήστου μνήμης image maker του Χ., που μάλλον έχουν κατοχυρώσει το δικαίωμα ότι, πρέπει να τους πληρώνουμε και τα εισιτήρια.
Όταν πάνε στην Αθήνα και μάλιστα μετ' επιστροφής. Κύριε Δήμαρχε, μην πληρώσεις τίποτα, ειδάλλως πες μου που να βγάζω κι εγώ τα δικά μου εισιτήρια που ως σήμερα τα πληρώνω από την τσέπη μου ο μ... . Συγγνώμη για την έκφραση αγαπητοί αναγνώστες, αλλά έτσι νιώθω σαν διαβάζω τέτοιες ειδήσεις και μάλιστα, από αυτοπαρουσιαζόμενους ως Αρχαγγέλους της κάθαρσης που επιτίθονταν κατά των πάντων, κατηγορώντας τους για λαμόγια ...
Λαμόγια είπα;", β) στο υπ' αρ. 2298/03.03.2007 φύλλο της εφημερίδας, (επόμενης ημέρας), ο κύριος πρωτοσέλιδος τίτλος αναφέρει με μεγάλα γράμματα μαύρου χρώματος "Με δικαστικά μέσα απαντά ο Α. Χ. στη δημόσια καταγγελία Ν. Γ. για ελλείμματα 12 εκατομμυρίων ευρώ και διασπάθιση 500.000 Ευρώ σε εισιτήρια συγγενικών του προσώπων, φίλων του και παραγόντων του Αιολικού.
Δεν βάζει μυαλό ο Ά.". Στη δεύτερη σελίδα του ιδίου φύλλου, στην προαναφερθείσα στήλη που υπογράφει ο "ΗΜΕΡΟΛόγος " αναφέρονται τα εξής: "Η λογική του Ά. Χ., η μοναδική αυτή λογική που οδήγησε μια παράταξη σαν τη Νέα Δημοκρατία, αντί να περηφανεύεται για την ιστορική της επιτυχία, να ... κρύβεται, σε νέες συνέχειες.
Για τα όσα προχθές ανακοινώθηκαν, αντί όποιας απάντησης επί της ουσίας, απειλεί πάλι με δικαστές και δικηγόρους, γιατί αυτό έμαθε ο άνθρωπος, αυτό κάνει, θεωρεί πως η πολιτική είναι σαν τον Αστικό Κώδικα. Πλην όμως δεν είναι, και ευτυχώς και ο Ά. Χ. θα το καταλάβει καλά σύντομα", γ) στο υπ' αρ. 2300/07.03.2007 φύλλο της εφημερίδας υπάρχει ο πρωτοσέλιδος υπέρτιτλος με γράμματα λευκού χρώματος σε φόντο καφέ χρώματος: "Συνέντευξη Ά.
Χ.-"Προσωπικές οφειλές" από το 2003 τα χρέη στον πράκτορα" και στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας, στην στήλη με τίτλο "Οι πίσω μου σελίδες", που υπογράφεται με τα αρχικά Γ. Τ., πριν από φωτογραφία του ενάγοντος με τη λεζάντα "ξενέρωτος ερασιτέχνης" αναφέρονται τα εξής: "Ούτε ένα σκάνδαλον της προκοπής δεν ήταν ικανός να διεκπεραιώσει αξιοπρεπώς ο τέως δήμαρχος κ.
Ά. Χ.. Τόσα ταξίδια εχρέωσεν τον Δήμον και αυτά τα έκαμε με τη ... σύζυγο του και με τους ποδοσφαιριστές του Αιολικού. Καημένε Α., τίποτα δεν εδιδάχθησαν οι σημερινοί ξενέρωτοι σφετερισταί της Εξουσίας. Δι' αυτό τους πρέπει ανάποδο καβαλίκεμα σε γάιδαρο και με τα έσοδα του λαϊκού αυτού θεάματος να ξεπληρώσουν τα αμαρτήματα τους ... ".
Το πρώτο από τα ανωτέρω δημοσιεύματα, στο υπ' αρ. 2297/02.03.2007 φύλλο της εφημερίδας, εμφανίζεται να υιοθετεί πλήρως και να θεωρεί αληθινά, τα όσα αναφέρθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο εκκαλούντα στη συνέντευξη τύπου της 01.03.2007, χωρίς όμως να αναφέρει την προέλευσή τους και χωρίς να διασταυρώσει την ακρίβεια και τη βασιμότητα της πληροφορίας, όπως ευχερώς θα μπορούσε να πράξει, από την απλή ανάγνωση των δύο καταστάσεων του ταξιδιωτικού πρακτορείου και την άθροιση των εμφανιζόμενων σ αυτό ποσών, σε συνδυασμό με τα περιλαμβανόμενα ονόματα. Με τον τρόπο αυτό, ο πρωτοσέλιδος τίτλος "500.000 ευρώ σε εισιτήρια για τη σύζυγό του, τους παίκτες και τους προπονητές του ΑΙΟΛΙΚΟΥ και τους φίλους του πρώην Δημάρχου", που, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ανταπόδειξης, αρχισυντάκτης της εv λόγω εφημερίδας "αντιστοιχεί σε ποσοστό της αλήθειας", έχει προδήλως επιλεγεί και προβληθεί χωρίς την απαιτούμενη από τον κώδικα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας έρευνα της βασιμότητας του, δημιουργώντας δυσμενείς εντυπώσεις στους ψηφοφόρους του, αλλά και στους πολίτες γενικά της Λέσβο, σχετικά με την εντιμότητα του και την εκ μέρους του διαχείριση των οικονομικών του Δήμου κατά την περίοδο της θητείας του, με αποτέλεσμα να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος εφεσίβλητου.
Το δε δημοσίευμα στη δεύτερη σελίδα του ιδίου φύλλου, στη στήλη που υπογράφει ο "ΗΜΕΡΟΛόγος", προερχόμενο από άγνωστο συντάκτη, υιοθετεί και προβάλλει ως αληθινό τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου εκκαλούντος, ότι η Δήμος Μυτιλήνης οφείλει 500.000 ευρώ, που προέρχονται από τα εισιτήρια συγγενών, συνεργατών και φίλων του ενάγοντος εφεσίβλητου, χωρίς και πάλι να αναφέρει την προέλευση του και προχωρά στον μειωτικό για τον ενάγοντα εφεσίβλητο χαρακτηρισμό του ως "αυτοπαρουσιαζόμενου Αρχαγγέλου της Κάθαρσης", αμφισβητώντας σαφέστατα και με τη χρήση της λέξης "λαμόγια" με ερωτηματικό στο τέλος του κειμένου, την εντιμότητα και την ηθική ακεραιότητα του, με αποτέλεσμα να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του.
Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε για τη δεύτερη και τον τρίτο εκ των εναγομένων εκκαλούντων, οι οποίοι κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο είχαν επωμισθεί την ευθύνη της επιλογής του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου, εν γνώσει, δε, του προσβλητικού της προσωπικότητας του ενάγοντος εφεσίβλητου περιεχομένου δέχθηκαν να περιληφθεί το ανωτέρω άρθρο στη δημοσιευτέα ύλη της εφημερίδας, διάδοση εκ μέρους τους ενώπιον τρίτων του παραπάνω ψευδούς γεγονότος.
Το Δικαστήριο, οδηγείται στην παραπάνω κρίση, εκτιμώντας το γεγονός ότι, οι καταστάσεις των εισιτηρίων, που επικαλέσθηκε ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών στην ανωτέρω συνέντευξη τύπου, ήταν Διαθέσιμες και προσιτές σε όλους τους παρευρισκόμενους δημοσιογράφους, μεταξύ των οποίων ήταν και συνεργάτης της εν λόγω εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ", η δε δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι εκκαλούντες, ως εκ της δημοσιογραφικής τους ιδιότητας, είχαν, όπως τους επιβάλλει η δεοντολογία του επαγγέλματος τους την υποχρέωση, αλλά και την ευχέρεια, να ελέγξουν και να εξακριβώσουν την ακρίβεια και τη βασιμότητα της πληροφορίας, δηλαδή του περιεχομένου της συνέντευξης, εφόσον μάλιστα δεν περιορίσθηκαν στην ακριβή αυτολεξεί αναμετάδοση του περιεχομένου της, αλλά προχώρησαν σε περαιτέρω σχολιασμούς μειωτικούς για τον ενάγοντα εφεσίβλητο, που έτειναν στη βλάβη της τιμής και της υπόληψης του.
Ώς εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, κατά το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, καθόσον η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως και όχι επί συκοφαντικής δυσφημίσεως όπως εν προκειμένω.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση της δεύτερης και του τρίτου εκ των εναγομένων εκκαλούντων, ως ουσία αβάσιμη, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, (καταλογίζοντας πρόθεση στους προαναφερόμενους εναγομένους για το προαναφερθέν δημοσίευμα), ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος της έφεσης των προαναφερομένων εναγομένων εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Αντίθετα όμως, το δημοσίευμα στην τελευταία σελίδα του ιδίου φύλλου της εφημερίδας από άγνωστο συντάκτη, σύμφωνα με το οποίο "Ούτε ένα σκανδαλον της προκοπής δεν ήταν ικανός να διεκπεραιώσει αξιοπρεπώς ο τέως δήμαρχος κ. Ά. Χ.. Τόσα ταξίδια εχρέωσεν τον Δήμον και αυτά τα έκαμε με τη ... σύζυγο του και με τους ποδοσφαιριστές του Αιολικού.
Καημένε Α., τίποτα δεν εδιδάχθησαν οι σημερινοί ξενέρωτοι σφετερισταί της Εξουσίας. Δι' αυτό τους πρέπει ανάποδο καβαλίκεμα σε γάιδαρο και με τα έσοδα του λαϊκού αυτού θεάματος να ξεπληρώσουν τα αμαρτήματα τους", αναφέρεται μεν στο πραγματικό γεγονός της χρέωσης του Δήμου Μυτιλήνης για εισιτήρια, που εκδόθηκαν στα ονόματα της συζύγου του ενάγοντος και ποδοσφαιριστών του σωματείου του Αιολικού από τον ταξιδιωτικό πράκτορα Ι.
Σ., κατόπιν εντολών από τη Γραμματεία του Δήμου Μυτιλήνης κατά το χρονικό διάστημα που Δήμαρχος Μυτιλήνης ήταν ο ενάγων. Πλην όμως, τόσο ο χαρακτηρισμός, "ξενέρωτος σφετεριστής", όσο και η φράση τους "πρέπει ανάποδο καβαλίκεμα σε γάιδαρο", που παραπέμπει σε εικόνες δημόσιας διαπόμπευσης του παρελθόντος, καταδεικνύουν ειδικό σκοπό εξύβρισης, σκοπό δηλαδή που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του και με περιφρόνηση αυτού, χωρίς να είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως αυτού, που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Οι προεκτεθείσες επιμέρους εκφράσεις υπερβαίνουν την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα, που όφειλαν να τηρήσουν οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας και εκδότης αυτής, οι οποίοι κατά των παραπάνω κρίσιμο χρόνο είχαν επωμισθεί την ευθύνη της επιλογής του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου, αφού το περιεχόμενο αυτό ουδόλως ήταν αναγκαίο για την απόδοση της πληροφορίας την οποία σκοπούσαν να μεταδώσουν, αλλά αντιθέτως τούτο (περιεχόμενο) καταδεικνύει, εκ μέρους τους, σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση των εναγομένων εκκαλούντων, ως ουσία αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή την κατ' αρθρ. 367 παρ. 2 ΠΚ, καθ' υποφοράν αντένστασης του ενάγοντος, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Τέλος, αποδείχτηκε ότι, ο ενάγων εφεσίβλητος, δικηγόρος και διατελέσας Δήμαρχος Μυτιλήνης, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, τόσο από την παραπάνω αναφερθείσα συνέντευξη τύπου του πρώτου εναγομένου, η οποία έλαβε χώρα την 1-3-2007, όσο και από τα παραπάνω αναφερθέντα δημοσιεύματα της εφημερίδας στις 2-3-2007 και 7-3-2007 και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, τόσο από τον πρώτο εναγόμενο εκκαλούντα, όσο και από τη δεύτερη, ιδιοκτήτρια εφημερίδας, της οποίας η ευθύνη είναι αντικειμενική, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη και τον τρίτο των εναγομένων εκκαλούντων, εκδότη αυτής, ευθυνόμενων των δύο τελευταίων εις ολόκληρον στην καταβολή της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης.
Εύλογο, δε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και το μέγεθος της προσβολής, τις εν γένει συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, είναι το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το οποίο ορίζεται μετά τη στάθμιση των παραπάνω κατά νόμο στοιχείων (αρθρ. 932 ΑΚ).
Το, δε, πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε ποσό 30.000 ευρώ, καταβλητέο από τον καθένα από τους εναγομένους, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ο, δε, σχετικός λόγος των εφέσεων πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος ...".
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες, ιδιοκτήτρια η 1η και εκδότης - διευθυντής ο 2ος της εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ", η οποία εκδίδεται και κυκλοφορεί στη Μυτιλήνη με ευρύ κύκλο αναγνωστών αλλά και συνδρομητών στην υπόλοιπη Ελλάδα και στο εξωτερικό και στην οποία δημοσιεύτηκε το ένδικο μειωτικό δημοσίευμα του υπ' αριθ. 2300/7.3.2007 φύλλου ενήργησαν, χωρίς να αναφέρει την πηγή προέλευσης του δημοσιεύματος (από τη σχετική συνέντευξη τύπου του νεοεκλεγμένου τότε δημάρχου Μυτιλήνης Α.
Γ.) και χωρίς να έχει προηγηθεί η ευχερής δημοσιογραφική διασταύρωση του περιεχομένου τους, με τον ειδικό σκοπό εξύβρισης του αναιρεσίβλητου -πρώην δημάρχου-Μυτιλήνης, ο οποίος (ειδικός σκοπός), κατά την εφετειακή απόφαση, προκύπτει από το ότι 2ος αναιρεσείων και ο άγνωστος συντάκτης των δημοσιευμάτων δεν περιορίστηκαν μόνο στην αναμετάδοση του περιεχομένου του σχετικής συνέντευξης, αλλά προχώρησαν σε μειωτικές εκφράσεις για τον αναιρεσίβλητο (όπως "αυτοπαρουσιαζόμενος Αρχάγγελος της κάθαρσης", "λαμόγια", "ξενέρωτος σφετεριστής", "τους πρέπει ανάποδο καβαλίκεμα σε γάιδαρο"), που υπερβαίνουν την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα και δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίες για την απόδοση της σκέψης τους και για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος δημοσιογραφικής ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού, που επικαλούνται.
Αντίθετα, το Εφετείο δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την ουσιώδη παραδοχή ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής για τον αναιρεσίβλητο, συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την παρουσίαση του επιληψίμου δημοσιεύματος, παραλείποντας να προσδιορίσει ποιες ηπιότερες μειωτικές φραστικές διατυπώσεις μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αντί για τις μη αντικειμενικά αναγκαίες και δυσμενέστερες που χρησιμοποιήθηκαν.
Επίσης το Εφετείο δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν τις παραδοχές α) ότι ο 2ος αναιρεσείων (εκδότης-διευθυντής) γνώριζε τον αντικειμενικά αναγκαίο και ηπιότερο τρόπο εκδήλωσης του προβαλλόμενου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους και β) ότι χρησιμοποίησε συνειδητά τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο και επαχθέστερο τρόπο με τον ειδικό σκοπό να εξυβρίσει τον αναιρεσίβλητο, εκδηλώνοντας περιφρόνηση και αμφισβητώντας την ηθική υπόσταση και την κοινωνική υπόληψή του.
Οι προαναφερόμενες ουσιώδεις ελλείψεις στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης στερούν από αυτή την απαιτούμενη νόμιμη βάση και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή από το Εφετείο των διατάξεων του άρθρου 367 παρ.1γ' και 2β' ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 (και όχι και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά το συγκεκριμένο υπ' αριθ. 2300/7-3-2007 φύλλο και το αντίστοιχο δημοσίευμα.
Δεδομένου δε ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες ως εναγομένων επιδικάσθηκε ενίοτε υπέρ του αναιρεσίβλητου χρηματική ικανοποίηση 20.000 ευρώ σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων - εναγομένων τόσο για το δημοσίευμα με αριθ. 2297/2-3-2007, με το οποίο διαδόθηκε ψευδές γεγονός εν γνώσει κατά τα προαναφερθέντα, όσο και για το δημοσίευμα με αριθ. 2300/7-3-2007, για το οποίο όμως η - προκειμένη αναιρετική κρίση, πρέπει, κατά τη διάταξη του αρθ. 579 παρ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ να αναιρεθεί και η διάταξη της προβαλλομένης για την καταδίκη και των δύο αναιρεσειόντων σε χρηματική ικανοποίηση ποσού 20.000 ευρώ και για τα δύο δημοσιεύματα, ώστε το κατά παραπομπή δικάζον δικαστήριο, σε περίπτωση τελεσίδικης μεν παραδοχής της αγωγής και για τα δύο δημοσιεύματα, να επιδικάσει το κατά την κρίση του ποσό, σε περίπτωση δε απορρίψεως της αγωγής κατ' ουσία για το δημοσίευμα με αριθ. 2300/7-3-2007 να επιδικάσει την κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για το δημοσίευμα με αριθ. 2297/2-3-2007.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες ("Επικοινωνία Λέσβου ΑΕ" και Ε. Μ.), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, από το ίδιο εφετείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την απόφαση 2/2013 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την απόφαση 38/2013 του ίδιου δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ