Legislator Case Law & Legislation
1230/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling proportionality principle not directly applicable to specific compensation amounts.

Case Number 1230/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's award of 4,000 euros for moral damages in a tort case. The appellant argued the sum was excessive and violated the principle of proportionality, while the respondent maintained the amount was appropriate. The Court held that the principle of proportionality cannot be directly applied to review specific compensation amounts, limiting its scope to the constitutionality of the law itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and Article 25(1) of the Constitution; The principle of proportionality cannot be directly applied by courts to review specific compensation amounts in tort cases, as such review is limited to the constitutionality of the law restricting the right.

Keywords

AI generated
tort damages moral harm proportionality principle civil appeal judicial review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 478 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 6/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1230/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη .

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 θυγ. Ψ2, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παππαδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-1-2005 και 30-9-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5325/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7549/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-8-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν να τον απαλλάξει από το χρέος του.

Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα. Η σύμβαση αυτή, καλούμενη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός.

Τέτοια υπόσχεση υπάρχει και όταν τρίτος, προς τον οποίον μεταβιβάσθηκαν εταιρικά μερίδια εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, αναλαμβάνει έναντι του μεταβιβάζοντος την υποχρέωση να τον αποδεσμεύσει από τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί κατά την παραμονή του στην εταιρεία και τις εγγυήσεις που έχει αναλάβει έναντι του δανειστή για την εξόφληση του χρέους του πρωτοφειλέτη, εξοφλώντας ο ίδιος το χρέος, όταν τούτο γίνει ληξιπρόθεσμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ουσιαστικής βασιμότητας των από 24-1-2005 και 30-9-2005 συνεκδικασθεισών αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και του μη όντος διαδίκου στην αναιρετική δίκη συνεναγομένου της, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά τις ενδιαφέροντα εν προκειμένω ζητήματα:

Δυνάμει του υπ' αριθμ.... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Παπαλέξη, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η ... και ο ... συνέστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LIPOZEN ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ". Στην εταιρεία αυτή η ενάγουσα συμμετείχε με 75 εταιρικά μερίδια αρχικά, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών εκάστου, διαχειριστές της δε ορίσθηκαν η ίδια και ο ....

Στη συνέχεια, με νόμιμα δημοσιευμένες τροποποιήσεις του καταστατικού της, αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο και ακολούθως αυξήθηκαν και τα εταιρικά μερίδια της ενάγουσας, η οποία μετά την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού και αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου συμμετείχε στην εταιρεία με 490 εταιρικά μερίδια ονομαστικής αξίας 30 ευρώ έκαστο.

Ακολούθως, με το από 7-2-2003 πρακτικό γενικής συνελεύσεως της ανωτέρω εταιρείας, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ... και περίληψή του δημοσιεύθηκε στο τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (ΦΕΚ 1906/5-3-2003), ανακλήθηκε ο διορισμός της ενάγουσας ως διαχειρίστριας.

Μετά ταύτα, μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων (δηλαδή και της αναιρεσείουσας) υπογράφηκε το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε να μεταβιβάσει η πρώτη στους δεύτερους τα ανωτέρω εταιρικά της μερίδια και συγκεκριμένα 190 εταιρικά μερίδια στον πρώτο εναγόμενο και 300 εταιρικά μερίδια στην δεύτερη εναγομένη, αντί συνολικού τιμήματος 39.150 ευρώ, ήτοι αντί ποσού 79,90 ευρώ έκαστο.

Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό, οι εναγόμενοι ανέλαβαν έναντι της ενάγουσας τις ακόλουθες υποχρεώσεις όπως επί λέξει αναγράφηκαν σ' αυτό: "Οι αγοραστές δηλώνουν προς την πωλήτρια ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας να υποκαταστήσουν την Ψ1 στις εγγυήσεις που την βαρύνουν δυνάμει της από 18-9-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με την Τράπεζα και να εξοφλήσουν εκείνες μόνο εκ των οφειλών της εταιρείας:

Α) που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας της πωλήτριας ως διαχειρίστριας και η οποία θητεία κατά δήλωση της έληξε στις 4-3-2003, Β) για τις οποίες έχει μηνυθεί η πωλήτρια και έχει ή θα ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη (όπως π.χ. επιταγές, ασφαλιστικές εισφορές κλπ.) ή θα διώκεται προσωπική της κράτηση (π.χ.

καθυστέρηση Φ.ΠΑ, φόρου εισοδήματος κ.λ.π.) ή θα έχει εκδοθεί σε βάρος της τίτλος εκτελεστός με τον οποίο θα υποχρεώνεται να καταβάλει ατομικό χρέος της εταιρείας. Σε περίπτωση που οι αγοραστές αμελήσουν και δεν ανταποκριθούν εγκαίρως στις ως άνω υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να καταδικασθεί ή να προσωποκρατηθεί ή να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της πωλήτριας εταιρείας, τότε οι αγοραστές υπόσχονται και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στην πωλήτρια αλληλεγγύως και σε ολόκληρο ο καθένας την δαπάνη εξαγοράς της ποινής, το κεφάλαιο του εκτελεστού τίτλου μετά των πάσης φύσεως τόκων και εξόδων".

Από το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, συνεχίζει το εφετείο, σαφές καθίσταται ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση ελευθερώσεως κατ' άρθρο 478 ΑΚ, με την οποία υποσχέθηκαν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα να την απαλλάξουν από τα χρέη της, καταβάλλοντας αυτά στους δανειστές της, η υπόσχεση δε αυτή ελευθερώσεως αναπτύσσει τις συνέπειες της μόνο ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη.

Οι οικονομικές υποχρεώσεις της ανωτέρω εταιρείας που η ενάγουσα γνωστοποίησε στους εναγομένους περιελήφθησαν σε καταστάσεις που χορηγήθηκαν σε αυτούς από το λογιστήριο της εταιρείας, οι οποίες επισυνάφθηκαν στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψαν, των οποίων εγγράφων έλαβαν προηγουμένως γνώση και ήσαν οι ακόλουθες.....

Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 8871 και περίληψη του δημοσιεύθηκε νόμιμα (αριθμ. 7180/9-7-2003 ΦΕΚ τευχ. ΑΕ και Ε.Π.Ε.), η ενάγουσα μεταβίβασε τα ανωτέρω εταιρικά της μερίδια στους εναγόμενους.

Το επίμαχο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δέχεται το εφετείο, καθόσον αφορά στις παραπάνω υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι εναγόμενοι έναντι της ενάγουσας δεν απαιτείτο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως και η κύρια σύμβαση της μεταβιβάσεως (άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 3190/1955 περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), καθόσον η περιεχόμενη σ' αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) σύμβαση ελευθερώσεως είναι μία υποσχετική δικαιοπραξία αιτιώδης, για την κατάρτιση της οποίας δεν απαιτείται έγγραφος τύπος και επιπλέον αποτελεί ανεξάρτητη ενοχική σχέση από εκείνη της εκποιητικής δικαιοπραξίας της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων, ώστε να μην απαιτείται η τήρηση του ιδίου τύπου, όπως η κύρια δικαιοπραξία της πωλήσεως που περιέχεται σ' αυτό.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, στο ανωτέρω υπ' αριθμ. ... μεταβιβαστικό συμβόλαιο των εταιρικών μεριδίων προς τους εναγομένους, ρητά αναφέρεται ότι αυτά μεταβιβάζονται μετά των φύσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πωλήτριας και συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται ακυρότητα του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού κατά το μέρος που αφορά στην πρόσθετη σύμβαση ελευθερώσεως της ενάγουσας από τα χρέη της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση μόνον ως προς την ερημοδικασθείσα πρωτοδίκως αναιρεσείουσα, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο στην απόφαση ποσό του χρέους που είχε προηγουμένως καταβάλει αυτή, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή και άλλων χρεών, υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής τους από την αναιρεσίβλητη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε, δεχθέν ότι η περιεχόμενη στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνία ανάληψης από την αναιρεσείουσα πρόσθετων υποχρεώσεων, που απέρρεαν από την εταιρική σύμβαση, ως σύμβαση ελευθερώσεως χρέους, είναι ανεξάρτητη εκείνης της εκποιητικής δικαιοπραξίας της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων, για την οποία δεν απαιτείτο η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού διέλαβε σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε έτσι ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, ενόψει του ότι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι η αναληφθείσα με το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό πρόσθετη συμφωνία ανάληψης υποχρεώσεως καταβολής των χρεών της αναιρεσίβλητης, τα οποία θα προέκυπταν από την εταιρική σύμβαση κατά το διάστημα που διετέλεσε διαχειρίστρια της εταιρείας, αποτελούσε μέρος του τιμήματος που καταβλήθηκε για την πώληση των εταιρικών μεριδίων της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αυτής και της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι η ενοχική αιτιώδης δικαιοπραξία της σύμβασης ελευθερώσεως, είναι ανεξάρτητη της εκποιητικής δικαιοπραξίας της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων, ούτε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της η αναφορά της ύπαρξης απόφασης της Γενικής Συνελεύσεως των εταίρων για την ανάληψη δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας από την γενόμενη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, εφόσον η ως άνω αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει ή έρευνα ώς αλυσιτελούς τού ίδιου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί εγκυρότητας της γενόμενης μεταβίβασης διότι από το μεταβιβαστικό συμβόλαιο προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκαν με αυτό και τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις της πωλήτριας αναιρεσίβλητης.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως όταν η απόφαση περιλαμβάνει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτό.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που αποτελούσε και περιεχόμενο του σχετικού λόγου της εφέσεώς της, ότι παραπλανήθηκε δολίως σε δήλωση βουλήσεως κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, αποκτώντας δικαίωμα ακυρώσεως της δικαιοπραξίας διότι πριν από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού η αναιρεσείουσα την είχε κατ' επανάληψη διαβεβαιώσει ότι η εταιρεία ήταν οικονομικά εύρωστη και κερδοφόρα, πλην όμως μετά την είσοδό της στην εταιρία διαπίστωσε ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις αυτής ήταν πολύ μεγαλύτερες εκείνων που τις είχε εμφανίσει η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της συνεκδικασθείσης αγωγής της αναιρεσίβλητης, περί της οποίας γίνεται λόγος κατωτέρω και τον απέρριψε κατ' ουσίαν με παραδοχές αντίθετες προς τις εκτεθείσες, δεχθέν ότι τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Ο λόγος αυτός όμως, δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς γι'αυτόν επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Επομένως, μόνη η επίκληση κινδύνου επελεύσεως δυσμενών για τον υπόχρεο συνεπειών χωρίς την ταυτόχρονη επίκληση συγκεκριμένης συμπεριφοράς του δικαιούχου και χωρίς συσχετισμό των εις βάρος του υποχρέου συνεπειών με το αναμενόμενο όφελος του δικαιούχου από την ικανοποίηση του δικαιώματος ή αντιστοίχως τον κίνδυνο επαχθών συνεπειών του τελευταίου από την ματαίωσή της, δεν αρκεί για να συγκροτήσει το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και να παραλύσει την αξίωση του δικαιούχου για την ικανοποίηση του δικαιώματός του.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, την οποία αυτή πρόβαλε παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, λόγω της ερημοδικίας της κατά την πρωτοβάθμια δίκη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεώς της, επικαλέσθηκε ότι "η αντίδικος γνώριζε από τη σύναψη της επιδίκου συμφωνίας ότι δεν της μεταβιβάζει τίποτε που να είχε την οποιαδήποτε αξία, παρά μόνον μία καταχρεωμένη εταιρεία με ανύπαρκτα έσοδα.

Ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής της αντιδίκου η οποία εκμεταλλεύθηκε την απειρία της και την εμπιστοσύνη που της έδειξε, όχι μόνον δεν περιήλθε σ' αυτήν καμιά περιουσιακή αξία, αντίθετα υπέστη και τεράστια οικονομική ζημία. Ότι είναι προδήλως αντίθετο στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να εκμεταλλεύεται την εν αγνοία της συναφθείσα συμφωνία και να την αξιώνει να την απαλλάξει από τα χρέη, τα οποία μόνη εκείνη ως διαχειρίστρια της ΕΠΕ δημιούργησε, ότι επιπλέον η μεταφορά μιας αρνητικής αξιώσεως στην περιουσία της έναντι καμιάς θετικής, αντίκειται προφανώς στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καλή πίστη και την αρχή του μη ζημιούν έτερον, τέλος δε ότι η αναιρεσίβλητη μη έχουσα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις αγωγικές της υποχρεώσεις και δεν πρόκειται να πληρώσει κανένα ποσό, ούτε και θα υποστεί οιαδήποτε δυσάρεστη συνέπεια σε βάρος της και συνεπώς η αξίωση καταβολής από την αναιρεσείουσα ποσών που εκείνη ούτε κατέβαλε ούτε πρόκειται να καταβάλει, αντίκειται στην καλή πίστη.

Ανεξαρτήτως της αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως, εφόσον δεν υποβλήθηκε ειδικά απορριπτικό της αγωγής αίτημα, συνεπεία της επικαλουμένης καταχρήσεως, η ένσταση αυτή, με το εκτεθέν περιεχόμενό της, είναι νόμω αβάσιμη, διότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα εύλογη πεποίθηση πως δεν θα ασκήσει στο μέλλον το δικαίωμά της, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις επαχθείς για την τελευταία επιπτώσεις εκ της ικανοποιήσεως του αγωγικού δικαιώματος, πέραν του ότι τα επικαλούμενα περιστατικά ανάγονται στην μη γένεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον μη ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, κατά δε το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της από 30-9-2005 δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης περί επιδικάσεως πλην άλλων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της από τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς τους οποίους περιέλαβε η αναιρεσείουσα στο από 2-2-2005 σημείωμά της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της περί συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8-7-2004 αίτηση της με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των εναγομένων (και της ήδη αναιρεσείουσας) προς εξασφάλιση της παραπάνω αναφερθείσας απαιτήσεώς της, ποσού των 82.131,7 ευρώ, για το οποίο είχε εκδοθεί σε βάρος της η ανωτέρω υπ' αριθμ. ...

ειδοποίηση της ...' ΔΟΥ Αθηνών. Οι εναγόμενοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου και προς αντίκρουση της αιτήσεως κατέθεσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους το από 2-2-2005 σημείωμα τους, με το οποίο ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι κατά τη χρονική περίοδο πριν από την υπογραφή της συμφωνίας για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της ενάγουσας, η τελευταία δεν τους αποκάλυψε την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας που ήταν δυσμενής, αλλά με την απόκρυψη αρνητικών στοιχείων τους έπεισε για την δήθεν οικονομική ευρωστία της, εμφανίζοντας τους ως δήθεν εταιρικά κέρδη 750.000 ευρώ και έτσι τους ενθάρρυνε για την αγορά των εταιρικών μεριδίων με οικονομικά στοιχεία που ήταν ανύπαρκτα.

Ότι αυτοί πείσθηκαν από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ότι υπήρχε εικόνα εισροής χρημάτων στην εταιρεία, καθώς τους παρουσιαζόταν εμπορική κίνηση από τις συμβάσεις δικαιόχρησης που είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία, ενώ όταν εισήλθαν αυτοί στην εταιρεία διαπίστωσαν ότι όλη η θετική εικόνα ήταν απατηλή, αφού ανακάλυψαν ότι τα ταμεία ήταν άδεια, ότι τα καταστήματα franchising δεν είχαν διάθεση οικονομικής συνεργασίας, αλλά υποκινούμενα από ανταγωνιστικά συμφέροντα επιδίωκαν τη διακοπή της συνεργασίας.

Ακόμη ισχυρίσθηκαν ότι παράνομα διεκδικεί η ενάγουσα τα χρέη της εταιρείας, ότι ουδέποτε τους εμφάνισε έγγραφα ή τους ενημέρωσε σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας πριν προχωρήσουν στην αγορά των εταιρικών μεριδίων, ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι αναγνώρισαν ή υπέγραψαν έγγραφα που να περιέχουν ακριβή προσδιορισμό των χρεών της εταιρείας.

Επίσης ότι παραπλανήθηκαν δολίως σε δήλωση βουλήσεως, η δε ενάγουσα με την αίτηση της επεδίωκε να πλήξει την εμπορική τους φήμη και την πρόκληση οικονομικής ζημίας τους επειδή δραστηριοποιείται ανταγωνιστικά σε ομοειδείς εμπορικές δραστηριότητες. Όλα όμως τα ανωτέρω που περιέλαβαν στο σημείωμα τους οι εναγόμενοι, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εν γνώσει δε της αναληθείας αυτών τα ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων, αφού όπως παραπάνω αναφέρθηκε, πριν η ενάγουσα τους μεταβιβάσει τα ως άνω 490 εταιρικά της μερίδια, οι διάδικοι είχαν καταρτίσει μεταξύ τους το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, σε σχετική παράγραφο του οποίου ρητά αναφέρεται ότι η πωλήτρια (ενάγουσα) έχει γνωστοποιήσει στους αγοραστές ότι είχε ορισθεί διαχειρίστρια και συνδιαχειρίστρια της εταιρείας και ότι η εταιρεία έχει προς τρίτους τις οικονομικές υποχρεώσεις που αναφέρονταν στις συνημμένες στο ιδιωτικό συμφωνητικό τέσσερις καταστάσεις, οι οποίες μάλιστα υπογράφηκαν από τους συμβαλλομένους, και τις οποίες δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη, αλλά αόριστα ισχυρίζεται περί αρνητικής οικονομικής καταστάσεως της εταιρείας και αποκρύψεως της πραγματικής της εικόνας χωρίς να εξειδικεύει ποια ήταν τα επιπλέον χρέη, τα οποία ανέκυψαν εκ των υστέρων και δεν περιελήφθησαν στις εν λόγω καταστάσεις ή για τα οποία δεν ενημερώθηκαν προσωπικά από την ενάγουσα.

Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός εκτός της αοριστίας του δεν αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό προέκυψε ότι η ενάγουσα παραπλάνησε ή εξαπάτησε τους εναγόμενους ή ότι είχε πρόθεση να τους ανταγωνισθεί, αλλά ούτε και ότι παρουσίαζε η εταιρεία εικόνα διαλύσεως ή ότι δεν υπήρχε συνεργασία με τα καταστήματα με τα οποία είχε συνάψει συμβάσεις δικαιόχρησης.

Αντίθετα, από την ένορκη βεβαίωση της ..., η οποία ήταν υπάλληλος της παραπάνω εταιρείας μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003, προκύπτει ότι κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων η εν λόγω εταιρεία λειτουργούσε κανονικά, είχε δεκάδες καταστήματα ανά την Ελλάδα με τα οποία είχε συναφθεί σύμβαση δικαιόχρησης και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια δραχμές.

Άλλωστε, το ότι η εναγομένη σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την είσοδο της στην εταιρεία πώλησε σε τρίτο πρόσωπο τα εταιρικά της μερίδια, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται η ενέργεια αυτή με την επικαλούμενη φθίνουσα οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Τα όσα δε περί εξαπατήσεώς τους περιέλαβαν οι εναγόμενοι στο σημείωμα τους, επανέλαβε και ο πρώτος εναγόμενος στην ανωμοτί κατάθεση του στο ακροατήριο κατά την ίδια δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος δεν έχει μεν προσωπική γνώση, πλην όμως η κατάθεση του ενισχύεται και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων στο συμβολαιογράφο, Ελένης Αναγνωστοπούλου και Περσεφόνης Σιάσου.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι με τους παραπάνω αναληθείς ισχυρισμούς τους προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, την επαγγελματική της φήμη και υπόσταση και εν γένει την προσωπικότητα της, εν γνώσει δε της αναληθείας τους τα ισχυρίσθηκαν, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε. Από την κατά τα άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ψυχική της ταλαιπωρία, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, την ανυπαρξία δικού της πταίσματος, το είδος της προσβολής, τον τρόπο με τον οποίο τελέστηκε, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, οι οποίοι έχουν την εμπορική ιδιότητα και δεν αποδείχθηκε ότι στερούνται περιουσιακών στοιχείων, κρίνει ότι πρέπει να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 4.000 ευρώ.

Οι λόγοι άρσεως του αξιοποίνου του άρθρου 367 ΠΚ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, εκ του λόγου ότι προέβη στις παραπάνω ενέργειες με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων της. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που, κρίνοντας ομοίως, είχε επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη, το ίδιο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 57, 59 ΑΚ, 363 και 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη με σαφήνεια δέχεται ότι όλα τα αναφερόμενα στο σημείωμα της αναιρεσείουσας ήταν αναληθή και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη, την επαγγελματική φήμη και την υπόσταση της αναιρεσείουσας, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη παραπλάνησε ή εξαπάτησε την αναιρεσείουσα ή ότι είχε πρόθεση να την ανταγωνισθεί και επιπλέον ότι η εταιρεία παρουσίαζε εικόνα διαλύσεως ή ότι δεν υπήρχε συνεργασία με τα καταστήματα με τα οποία είχε συνάψει συμβάσεις δικαιόχρησης, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της η εξειδίκευση της συνολικής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας με σύγκριση εσόδων-εξόδων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση (δηλαδή στη διακριτική ευχέρεια) του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), ή εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και ως προς την παραβίαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ` αυτά να αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Εν προκειμένω με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 4.000 ευρώ που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς της, είναι υπέρμετρο σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις και εντεύθεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι, η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Αυγούστου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7549/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ