Legislator Case Law & Legislation
1230/2007 AI generated

1230/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1230/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1230/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, αυτό δικάζοντας έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, και των ήδη 6ου μέχρι και 11ης αναιρεσειόντων (...., ...., ......, ....., ..... και .....), απλών ομοδίκων, των λοιπών απέρριψε την έφεση αυτών και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των ως μη νόμιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1230 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 11 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1....., 2. ..... και 3. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος και δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλαφάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 26-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και β) από 21-4-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2006 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, με βάση τον οικείο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρεται σ το αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής αυτής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου συνιστά ή όχι παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, αυτό δικάζοντας έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, και των ήδη 6ου μέχρι και 11ης αναιρεσειόντων (...., ...., ......, ....., ..... και .....), απλών ομοδίκων, των λοιπών απέρριψε την έφεση αυτών και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των ως μη νόμιμη.

Με την κρινόμενη αίτησή τους οι παραπάνω αναφερόμενοι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη 6ος μέχρι και 11η αναιρεσείοντες, ζητούν την αναίρεση της απόφασης του εφετείου, χωρίς όμως να αναφέρεται στην αίτηση τους, κανένας λόγος αναίρεσης που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής αυτών.

Επομένως η αναίρεση αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, όπως είναι και η από αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου πρόκληση τροχαίου ατυχήματος συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος επιβαίνοντος στο οδηγούμενο από τον υπαίτιο αυτοκίνητο, είναι α) η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται β) η πρόκληση ζημίας και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ο οποίος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υποχρέου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή να προκαλέσει αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγματι δε προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Η παράνομη πράξη ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη του υποχρέου, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που παραλείπει ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Μόνη όμως η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 2696/99, κατά την οποία οι επιβαίνοντες στο όχημα υποχρεούνται να κάνουν χρήση της ζώνης ασφαλείας, δεν θεμελιώνει υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του, αλλά απαιτείται όπως διαπιστωθεί περαιτέρω, ότι η παράλειψη του παθόντα να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας τελεί, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Περαιτέρω από το άρθρο 300 ΑΚ προκύπτει, ότι αν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, ήτοι παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, κατά τα παραπάνω, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σχέση με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα ή την επέλευση ή έκταση της ζημίας, το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του συνυπαιτίου, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής κατά το ποσοστό του πταίσματος του ζημιωθέντος.

Ειδικότερα όμως, όταν δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία είναι κατ' εξαίρεση τρίτος εμμέσως ζημιωθείς, όπως τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 928, 929 εδ. β' και 932 εδ. γ΄ ΑΚ, τα οποία ασκούν αξιώσεις εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμοι του θανόντος, η συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή τη γένεση ή την έκταση της ζημίας, καταλογίζεται και σ' αυτόν, (τρίτο) με την έννοια ότι το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται σ' αυτόν μειώνεται κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος.

Όμως στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία παρέχεται, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 932 ΑΚ στα μέλη της οικογενείας του θύματος, το ποσό αυτής προσδιορίζεται, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως είναι ο βαθμός του πταίσματος του υποχρέου σε συνδυασμό με το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, το είδος της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και με την προϋπόθεση ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη στον ενάγοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη ζημιογόνο αδικοπραξία.

Αφού λοιπόν για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης συνεκτιμάται από το δικαστήριο και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού αυτής, περαιτέρω μείωσή του κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή της γένεσης και έκτασης της ζημίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της εύλογης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και η κρίση για το ποσοστό (βαθμό) του συντρέχοντος πταίσματος του δικαιούχου ή του θύματος, δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, αφού σχηματίζεται ύστερα από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ευθέως ή εκ πλαγίου και να ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημίας και νομίμου λόγου ευθύνης ως προς την έννοια ότι η ζημιογόνος παράνομη πράξη ή παράλειψη, υπήρξε αναγκαίος όρος για την παραγωγή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αποτελεί πραγματική κρίση, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη ή παράλειψη του συνυπαιτίου, και επομένως και του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, ο οποίος επέβαινε σε όχημα που ενεπλάκη σ΄ αυτό, είναι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πρόσφορη για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είναι νομική και ελέγχεται αναιρετικά, ειδικότερα από την άποψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και την έλλειψη νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, ζητούν την αναίρεση της

αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, αποδίδοντας σ' αυτό και τις εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά το νόμο καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσης, ...... στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι του θανάτου αυτής, συνεπεία του τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου στο οποίο αυτή επέβαινε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων, σε 30% ενώ έπρεπε να καθορίσει αυτό σε 5% β) ότι παρά το νόμο κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης έλαβε υπόψη του, και το συντρέχον πταίσμα της θανούσας και γ) ότι παρά το νόμο προέβη σε μείωση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά το παραπάνω ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, (πρώτος υπό στοιχεία α΄, β' και γ' αντιστοίχως) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν, ο πρώτος ως απαράδεκτος, διότι όπως προαναφέρθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας της παθούσας δεν ελέγχεται αναιρετικά, ο δεύτερος ως μη νόμιμος, διότι το συντρέχον πταίσμα του θύματος συνεκτιμάται και λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα λοιπά στοιχεία για τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θύματος, και ο τρίτος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το δικαστήριο της ουσίας για τον καθορισμό των επιδικασθέντων ποσών της εύλογης αποζημίωσης, λόγω ψυχικής οδύνης, συνεκτίμησε και το συντρέχον πταίσμα της θανούσας, χωρίς όμως να προβεί περαιτέρω σε μείωση του ποσού κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης (υπ' αριθμ. 15 υπό στοιχείο Α) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν κατ' εκτίμηση στο δικαστήριο της ουσίας την πλημμέλεια, ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του ότι η θανούσα ήταν συνυπαιτία του θανάσιμου τραυματισμού της εξ αιτίας του ότι είχε παραλείψει αν προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, καθώς και ως προς την κρίση του ότι η μη πρόσδεσή της με τη ζώνη ασφαλείας ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος συνεπεία της συγκρούσεως θανάτου της.

Επί των σημείων αυτών η απόφαση του Εφετείου περιέχει τις εξής παραδοχές: "Την 2.7.2002 και περί ώρα 18.10΄ ο εναγόμενος ..... οδηγώντας το υπ' αριθμ. ..... αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας του ιδίου και του πατέρα του, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η θανούσα, μετά της οποίας ο άνω οδηγός συνδέονταν φιλικά, εκινείτο στο 38 χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ...., με κατεύθυνση το ...., με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα, πραγματοποιώντας συνεχείς υπερβάσεις προπορευομένων οχημάτων και εισερχόμενος εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Ότι κατά τη διάρκεια μιάς τέτοιας υπέρβασης, στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο, ενώ το όχημα στο οποίο επέβαινε η θανούσα εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το όχημα αυτό συγκρούστηκε με σφοδρότητα μετωπικά με αντιθέτως κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο, συνεπεία δε της συγκρούσεως αυτής περιεστράφη και ακινητοποιήθηκε αριστερά, εν σχέσει με την αρχική του πορεία, στο χείλος κρημνού προς τη θάλασσα.

Ότι από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε ο οδηγός του οχήματος, ο οποίος έφερε ζώνη ασφαλείας, καθώς και η παραπάνω συνεπιβάτις, η οποία ,εξ αιτίας του ότι δεν είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, αρχικώς κτυπήθηκε έντονα εντός του αυτοκινήτου, συνεπεία των δυνάμεων που αναπτύχθηκαν από τη σύγκρουση των οχημάτων, στη συνέχεια δε εκτινάχθηκε εκτός του οχήματος μέσω της δεξιάς πόρτας αυτού, η οποία είχε ανοίξει λόγω της σύγκρουσης ,και κατέπεσε σε βραχώδη ακτή από ύψος οκτώ μέτρων, υποστάσα, εκτός των άλλων σωματικών βλαβών, και σοβαρό κάταγμα στη βάση του κρανίου, από τη βαρεία δε αυτή σωματική βλάβη επήλθε και ο θάνατός της.

Ότι στον τραυματισμό της και τον εξ αυτού θάνατό της συνετέλεσε, κατά ποσοστό 30% και η παράλειψη της θανούσας να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, η οποία παράλειψη είχε ως αποτέλεσμα αρχικώς μεν να μη δυνηθεί αυτή να παραμείνει στη θέση της και να κτυπήσει εντός του αυτοκίνητου, στη συνέχεια δε να εκτιναχθεί εκτός αυτού και να καταπέσει στη βραχώδη ακτή βάθους οκτώ μέτρων, αποτέλεσμα που δεν θα επέρχονταν εάν αυτή έφερε όπως υποχρεούτο τη ζώνη ασφαλείας".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος (θανάτου της) και εφενός μεν μείωσε το ποσό της αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία που ζητούσε ο πρώτος των εναγόντων πατέρας της, αφ' ετέρου δε συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία (βαθμό πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, οικονομική κατάσταση και κοινωνική θέση του υποχρέου και των δικαιούχων) το συντρέχον αυτό πταίσμα της θανούσας για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη που επιδίκασε στους ενάγοντες.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα της θανούσας και ειδικότερα ως προς το ότι η παράλειψη αυτής να φέρει τη ζώνη ασφαλείας, ήταν πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να συντελέσει στην επέλευση του θανάτου αυτής στην οποία και πράγματι συνετέλεσε.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο τελευταίος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο Β) με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό τους, ότι η παράλειψη της θανούσας να φέρει τη ζώνη ασφαλείας συνετέλεσε στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος κατά ποσοστό 5% και όχι 30% όπως δέχτηκε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη, είναι απορριπτέος διότι, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, το εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και τον απέρριψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2006 αίτηση των ....(αναφέρονται 11 ονόματα), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2006 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ από κοινού για τους εκ των αναιρεσιβλήτων .... και .... και 1.170 ευρώ για την αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία" ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ".

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ