Supreme Court dismisses appeal regarding corporate contract validity and employment history recognition under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that his employment began in 1989 and that a prior agreement regarding his tenure should be recognized, but the court found these claims legally insufficient. The court ruled that the lower court correctly applied the law requiring special shareholder approval for contracts with company officials and rejected the appellant's arguments as either irrelevant or based on erroneous premises.
Legislator headnote
AI generatedArt. 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920; Art. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: A contract between a company and its officials is void without special shareholder approval unless within normal business scope; an appeal based on a factual premise contradicted by the lower court's own reasoning is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1230 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1230/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο – Κων/νο Κωνσταντινίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1387/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4382/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 είναι άκυρες, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 συμβάσεις, και οποιεσδήποτε άλλες που συνάπτονται από την ανώνυμη εταιρία με τα αναφερόμενα στην παρ. 1 πρόσωπα (ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της εταιρίας ή συγγενείς τους) χωρίς προηγούμενη ειδική έγκρισή τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
Εξαιρούνται όμως από αυτές εκείνες που δεν εξέρχονται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής, δηλαδή οι συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της τακτικής διεξαγωγής των συνήθων συναλλαγών της εταιρίας. Επομένως είναι άκυρη κάθε σύμβαση, το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στα πλαίσια της ως άνω δράσης της εταιρίας ή που, κατά το περιεχόμενό της, υπερβαίνει το συνηθισμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρίας, την οικονομική της ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για συμβάσεις αυτού του είδους, αν δεν προηγηθεί της κατάρτισής της η αξιούμενη από το ως άνω άρθρο ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη την 29-9-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.", και προσέφερε έκτοτε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως οικονομικός διευθυντής αυτής.
Η ανωτέρω εταιρεία ανήκε στον ίδιο κύκλο οικονομικών συμφερόντων με την εναγομένη – αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την οποία συνεργαζόταν, μητρική δε εταιρεία και των δύο ως άνω εταιρειών ήταν η αλλοδαπή εταιρεία "ΡΕΤRΟFΙΝΑ S.Α.". Κατά τα έτη 1989 και 1990 ο ενάγων προσέφερε υπηρεσίες και στην εναγομένη και την 1-10-1991 υπέβαλε προς αυτήν έγγραφη αίτηση για να τον προσλάβει.
Η τελευταία ανήγγειλε στις 3-10-1991 στον ΟΑΕΔ, ότι τον προσέλαβε στην επιχείρησή της από την 1-10-1991, ως οικονομικό διευθυντή. Δεν αποδείχθηκε, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι την 1-10-1991 έλαβε χώρα, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης πρόσθετη συμφωνία, με την οποία η τελευταία αναγνώρισε, ως υπηρεσία διανυθείσα σ' αυτήν, ολόκληρη την από 29-9-1975 προϋπηρεσία του στην πιο πάνω εταιρεία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.".
Ανεξάρτητα όμως από αυτό αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων ήταν ήδη από την 25-6-1991 -πριν δηλαδή από την 1-10-1991- μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αφού είχε εκλεγεί στη θέση αυτή κατά την ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της, που έγινε την 25-6-1991. Επομένως, η εν λόγω σύμβαση περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.", που ισχυρίζεται ο ίδιος ότι έγινε την 1-10-1991, ήταν σε κάθε περίπτωση άκυρη, αφού δεν επικαλείται αυτός, ούτε αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε σε προηγούμενη έγκριση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης κατά το άρθρο 23α του ν. 2190/1920.
Η έγκριση αυτή ήταν απαραίτητη, διότι επρόκειτο περί συμφωνίας εξερχόμενης των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης , δεδομένου ότι η αναγνώριση της ως άνω προϋπηρεσίας του ενάγοντος ήταν οπωσδήποτε επιζήμια και αντίθετη με τα συμφέροντά της, αφού θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη επιβάρυνση αυτής με διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις, όπως είναι και η διαφορά της αποζημιώσεως απολύσεως που επιδιώκει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε, ότι η επιδιωκόμενη με την επικουρική βάση της αγωγής αξίωση για καταβολή συμπληρωματικής αποζημιώσεως απολύσεως, την οποία ο ενάγων θεμελιώνει αποκλειστικά και μόνο στο ότι η εναγομένη είχε αναγνωρίσει ως υπηρεσία διανυθείσα σ' αυτήν ολόκληρη την από 29-9-1975 προϋπηρεσία του στην εταιρεία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε., είναι αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, ανεξάρτητα από το αν το ζήτημα αυτό ασκούσε πράγματι επιρροή στην έκβαση της δίκης – αφού μόνη η συμφωνία για αναγνώριση της προϋπηρεσίας και αν έχει καταρτισθεί εγκύρως μπορεί να έχει σημασία στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας, όχι όμως και στο ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως, αν δεν συμφωνηθεί ειδικώς τούτο – ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον από την ίδια ως άνω διάταξη πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κύρος της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 23α παρ. 2 του Ν.2190/1920.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο έκρινε -με την προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως- ότι ήταν άκυρη η συμφωνία περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία «ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.» και όχι η σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσίβλητη στο σύνολό της.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν περιέχει αιτιολογία ως προς τους λοιπούς όρους εργασίας του αναιρεσείοντος, είναι αόριστος, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι όροι στους οποίους αναφέρεται ο αναιρεσείων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως.
Επειδή με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α) ότι η πρόσληψή του από την αναιρεσίβλητη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι άρχισε να μισθοδοτείται από αυτήν την 1-10-1991, έγινε στην πραγματικότητα ατύπως κατά το έτος 1989, β) ότι στο από 8-6-1989 έγγραφο της εταιρείας «ΣΙΓΜΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.», το οποίο προσυπέγραψε και ο αναιρεσίβλητος, αναγράφεται, ότι η προϋπηρεσία του στην εταιρεία αυτή θα γίνει σεβαστή από την αναιρεσίβλητη, και γ) ότι τα ανωτέρω αναγνώρισε και εγγράφως η αναιρεσίβλητη την 1-10-1991, προσυπογράφοντας σχετικό έγγραφο της προαναφερόμενης εταιρείας, με το οποίο αυτή ζητούσε από την αναιρεσίβλητη να τον περιλάβει στο μισθοδοτούμενο προσωπικό της από 1-10-1991.
Η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιάσεις, ανεξάρτητα από το ότι είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχτηκε κατά τα ανωτέρω, ότι η σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε την 1-10-1991, είναι προεχόντως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η επίδραση που θα είχε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η παραδοχή του ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη το έτος 1989, ενόψει και του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι η τελευταία αναγνώρισε την προϋπηρεσία του την 1-10-1991.
Η δεύτερη αιτίαση αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι η επικαλούμενη συμφωνία μεταξύ τρίτων δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη. Τέλος, με την τρίτη αιτίαση πλήττεται αλυσιτελώς η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού με επάλληλη αιτιολογία αυτής έγινε δεκτό, ότι η αναγνώριση της προϋπηρεσίας του από την αναιρεσίβλητη, μετά την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, είναι άκυρη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 23α του Ν.2190/1923, η δε αιτιολογία αυτή δεν προσβάλλεται βασίμως με λόγο αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος.
Επειδή με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε το άρθρο 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920, αφού δέχτηκε, ότι η συμφωνία για αναγνώριση της προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος έγινε την 1-10-1991 και ήταν άκυρη, μολονότι δέχθηκε ότι εργαζόταν στην αναιρεσείουσα από το έτος αυτό και συνακόλουθα ότι η εν λόγω συμφωνία είχε καταρτισθεί από το έτος 1989, δηλαδή δύο έτη πριν από την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχτηκε –με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως- ότι η προαναφερόμενη συμφωνία, που έγινε σε κάθε περίπτωση την 1-10-1991, ήταν άκυρη, αφού έλαβε χώρα μετά την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23α παρ. 2 του Ν.2190/1920, τις οποίες δεν παραβίασε. Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2004 αίτηση τoυ ... περί αναιρέσεως της 4382/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ