Legislator Case Law & Legislation
122/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment on property ownership and inheritance acceptance.

Case Number 122/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by A. R. and his wife against the First Instance Court's judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and misapplied laws regarding derivative and original acquisition of title. The court rejected these claims, ruling that the evidence was irrelevant to the legal issue and that the First Instance Court correctly interpreted the laws on inheritance and property transfer based on the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569 § 2, 571, 577 § 3, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the lower court correctly applied laws on property acquisition and inheritance, finding the appellant's arguments on evidence and legal interpretation inadmissible or unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility property ownership acquisition inheritance acceptance derivative title original title court costs allocation evidence relevance

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 122 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 122/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ρ. του Η., 2) Α. συζ. Α. Ρ., το γένος Α. και Γ. Μ., κατοίκων παραλίας ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Θ. του Σ., κάτοικου ..., 2) Χ. Θ. του Σ., κάτοικου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Νικολακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2020 αίτηση και τους από 16-6-2021 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 2/2020 Πράξη του Αντιπροέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε αυτεπάγγελτα η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης προκειμένου να συζητηθούν η από 9-11-2020 αίτηση αναίρεσης και από 16-6-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, η δικάσιμος των οποίων είχε ορισθεί για τις 26-1-2022, κατά την οποία με την Υ.Α 14914/2022 κηρύχθηκε σε Κατάσταση Ειδικής Κινητοποίησης Πολιτικής Προστασίας περιοχών της Επικράτειας, λόγω προειδοποίησης για εκδήλωση αυξημένης διακινδύνευσης συμβάντων φυσικών καταστροφών και τη λήψη σχετικών έκτακτων μέτρων, μεταξύ άλλων και η Περιφέρεια Αττικής και ανεστάλη η λειτουργία των Δικαστηρίων.

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 9-11-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 16-6-2021 πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η 80/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... το οποίο δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να συνεκδικαστούν διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (Κ.Πολ.Δ. 246 και 573 § 1).

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... από 3-9-2018 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ζητούσαν να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος του περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της (συγ)κυριότητας τους επ'αυτού, να διαταχθεί η απόδοσή του κατά το αναφερόμενο ποσοστό ενός εκάστου και να απαγορευθεί στους εναγόμενους πάσα περαιτέρω διατάραξη, με την καταβολή χρηματικής ποινής.

Επί της αγωγής αυτής το Ειρηνοδικείο, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ'αριθ. 48/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 16-10-2019 έφεσή επί της οποίας το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., δικάσαν ως Εφετείο, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ'αριθμ. 80/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την ως άνω έφεση.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 περ. 2 ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.Α.Π. 5/2003, Α.Π. 298/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 3 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, την έφεση κατά της υπ'αριθ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν με λόγο έφεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατά τα ως άνω αναφερόμενα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσία (Ολ.Α.Π 28/1998 Ολ. Α.Π 3/2020). Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π 46/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 535/2015, ιδρύεται λόγος αναίρεσης απόφασης Ειρηνοδικείου και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν η στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε. (Α.Π 74/2019) ή αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 127/2018, Α.Π. 448/2006).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 1646/2018, ΑΠ 1627/2011). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (Α.Π 241/2023, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρο 1094 Α.Κ., 70 Κ.Πολ.Δ.) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (A.Π. 388/2017, Α.Π. 781/2016, Α.Π. 78/2015).

Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π 1214/2020).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατ'εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ... έλαβε υπόψη του, ισχυρισμούς που οι ενάγοντες δεν είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους, και ειδικότερα τον ακριβή προσδιορισμό του επίδικου ακινήτου κατά θέση και όρια, καθώς και τον τίτλο κτήσεώς του, όπως είχαν προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης περί αοριστίας της ένδικης αγωγής δεχόμενη ότι "Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση όλου του κρινόμενου αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι σε αυτό εκτίθενται τα όρια του ακινήτου των εναγόντων και εν γένει η ακριβής περιγραφή του ακινήτου, ο τίτλος κτήσης των εναγόντων (συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς) και η μεταγραφή του, ενώ για το ορισμένο της αγωγής δεν επιβάλλεται η ενσωμάτωση τοπογραφικού διαγράμματος σε αυτή και επιπλέον η έλλειψη του στοιχείου της χρηματικής αποτίμησης του δικαιώματος δεν καθιστά την αγωγή αόριστη....Επομένως το αίτημα της αγωγής είναι επαρκώς ορισμένο, όπως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προρρηθείσες διατάξεις έκρινε η εκκαλουμένη και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται - επαναφέροντας σχετικό ισχυρισμό που προέβαλαν πρωτοδίκως περί αοριστίας του αγωγικού αιτήματος ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί".

Επικουρικά δε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 560 αριθμ. 1α περί νομικής αοριστίας πλημμέλεια και με τον λόγο αυτό την από τον αριθμ. 14 πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειβλήτων, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς τους, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι έτσι διατυπωμένος δεν ανάγεται στη νομική αοριστία της αγωγής, ώστε να ιδρύει τον με αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, αλλά οι αιτιάσεις του στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την θεμελίωση του ως άνω λόγου με τα προαναφερόμενα σκέλη του (ως κυρίως και επικουρικά προβαλλόμενους λόγους) υπό το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλούμενων παραβάσεων, πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου), αφού αυτά συνιστούν την κατά το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς που πρότειναν και δεν ελήφθησαν υπόψη και συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς που ελήφθησαν υπόψη χωρίς να προταθούν.

Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι "ο διαθέτης Π. Θ. (άμεσος δικαιοπάροχος των διαδίκων) λογιστής εν ζωή δεν δήλωσε κανένα ακίνητο πλην της οικίας του στην Αθήνα από το έτος 2003 και εντεύθεν".

Όμως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες, πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν αυτοτελή ισχυρισμό και, συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, αλλά αυτά αποτελούν επιχείρημα που οι αναιρεσείοντες άντλησαν από τα αποδεικτικά στοιχεία, προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι το επίδικο δεν ανήκε στον Π.

Θ. κατά τον χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης. Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5 Ιουνίου του έτους 2015 απεβίωσε στη ... ο Π. Θ. του Α. και Π. (εξάδελφος των εναγόντων), κάτοικος εν ζωή ....

Ο ως άνω αποβιώσας, ο οποίος τελούσε εν χηρεία και δεν είχε νόμιμα τέκνα, κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του, τους ενάγοντες, τέκνα του προαποβιώσαντος θείου του, Ν. Θ. του Π.. Δυνάμει της με ημερομηνία ... ιδιόγραφης διαθήκης του, νομίμως δημοσιευθείσας από το Ειρηνοδlκείο Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών) με το υπ'αρίθμ. ...

πρακτικό δημοσίευσης, εγκατέστησε τους ενάγοντες κληρονόμους του σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο, επί ενός αγροτεμαχίου (επίδικο), συνολικής επιφάνειας τριάντα (30) στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... της Δ.Κ. ... του Δήμου ... που συνορεύει με Δημόσιο Δρόμο, ανατολικά με χωράφι του κου Α.

και Α. Μ. και Δυτικά με κληρονόμους .... Ουδόλως άλλωστε προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος δεν είχε συνείδηση των πράξεών του κατά τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης το έτος 2014, ενώ η από ... γνωμάτευση του ... που προσκομίζουν οι εναγόμενοι βεβαιώνει αορίστως ότι ο κληρονομούμενος πάσχει από έκπτωση νοητικών λειτουργιών στα πλαίσια εγκεφαλικής ατροφίας, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο βαθμός έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών του, το ποσοστό της εγκεφαλικής ατροφίας, εάν επηρεάζεται η νοητική λειτουργικότητά του και σε ποίο βαθμό.

Την παραπάνω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγοντες δυνάμει της υπ'αριθμ. ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ. Ι., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., σε τόμο 314 καί αριθμό 28, κατά την οποία το επίδικο κληρονομιαίο έχει έκταση 30.000 τ.μ. περίπου, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, με ιδιοκτησία Α.

Ρ., με ιδιοκτησία Α. Μ. και με ιδιοκτησία .... Το ως άνω επίδικο αποτελεί τμήμα μίας μεγαλύτερης έκτασης πενήντα (50) περίπου στρεμμάτων, η οποία είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο δίκαιοπάροχο των εναγόντων κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει άτυπης παραχωρήσεως-δωρεάς που συνέστησε υπέρ αυτού ο πατέρας του, Α.

Θ. του Π., περί το έτος 1952. Έκτοτε την έκταση αυτή ο κληρονομούμενος την κατείχε και την νεμόταν, συνεχώς και αδίαλείπτως, διανοία κυρίου, ασκώντας επ' αυτής όλες τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό της και με τον τρόπο αυτόν, μετά την πάροδο της εικοσαετίας, την απέκτησε κατά κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου πατέρα του, τον παραπάνω αγρό τον φύτευσε με ελιές και παρόλο που διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, επέβλεπε τακτικά τον αγρό του, ενώ το εκμίσθωνε και το παραχωρούσε για βοσκή ζώων και για διάφορες καλλιέργειες, χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει την κυριότητα του επ' αυτού.

Το έτος ..., δυνάμει του υπ'αριθμ ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Γ. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, από την συνολική έκταση των πενήντα (50) στρεμμάτων περίπου, πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο των εναγόμενων εδαφικό τμήμα εκτάσεως είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων.

Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αρίθμ ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως ματαγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 123 και αριθμός 8), πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην δεύτερη των εναγόμενων σύζυγο του πρώτου των εναγόμενων, εδαφικό τμήμα πέντε (5) στρεμμάτων.

Βάσει των παραπάνω τίτλων κτήσεως, το ακίνητο των 25 στρεμμάτων συνορεύει γύρωθεν Ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο ιδιοκτησίας Π. Θ. (δικαιοπαρόχου του) και πέραν αυτού με αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Μ., Δυτικά με δρόμο, Βόρεια με χερσώδη (δασική) έκταση και με αγρό ... και Νότια με δρόμο, ενώ το ακίνητο των 5 στρεμμάτων συνορεύει γύρωθεν Ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο ιδιοκτησίας Π.

Θ. (δικαιοπαρόχου της) και πέραν αυτού με αγρό ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ., Δυτικά με δρόμο, Βόρεια με αγρό δικαιοπαρόχου της-πωλητή (και ήδη αγρό ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόμενων) και Νότια με δρόμο. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται (με τον τρίτο και τέταρτο λόγο έφεσης) ότι ο κληρονομούμενος το έτος ... πώλησε σε αυτούς το σύνολο της ιδιοκτησίας του στη θέση "...", έκτασης περίπου 30 στρεμμάτων, χωρίς να κατέχει έτερη έκταση στην κυριότητα του στην ως άνω θέση και συνεπώς η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίο συμβόλαιο, ήτοι στον τίτλο κτήσης του πρώτου των εναγόμενων και οι ενάγοντες δεν έγιναν κύριοι αφού ο δικαιοπάροχος αυτών μετά την πώληση της επίδικης το έτος ..., δεν ήταν κύριος αυτής. Στην ως άνω διαθήκη όμως, αναφέρεται ρητά ότι η κληρονομιαία έκταση των 30 στρεμμάτων συνορεύει ανατολικά με χωράφι Α.

Ρ. και Α. Μ. (εναγόμενων) και συνεπώς στην ως άνω διαθήκη αναφέρεται έτερη έκταση κυριότητας του κληρονομούμενου, πέραν της πωληθείσας στους εναγόμενους, ενώ και στα δύο ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια αναφερόταν ρητά ότι τα μεταβιβασθέντα αγροτεμάχια των 25 και των 5 στρεμμάτων αντίστοιχα, αποτελούσαν τμήματα μιας μεγαλύτερης έκτασης, την οποία ο δικαιοπάροχος των διαδίκων, απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από το έτος 1952 και έκτοτε την νέμεται και την κατέχει συνεχώς και αδιαλείπτως επί 44 (κατά το έτος ...) συναπτά έτη, χωρίς καμία διακοπή, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο, καταστάς έτσι κύριος αυτής με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της εκτάκτου χρησικτησίας.

Τα όρια δε του ακινήτου που περιγράφονται στην ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με την προσκομιζόμενη από αυτούς από ... τεχνική έκθεση, συμπίπτουν με τα όρια του επιδίκου, εφόσον πράγματι το επίδικο συνορεύει ανατολικά με έκταση των εναγόμενων, με δημόσιο δρόμο και κληρονόμους ..., έστω και αν περιγράφεται εσφαλμένος ότι συνορεύει με κληρονόμους ...

δυτικά (αντί του ορθού "βόρεια") και ότι συνορεύει με δημόσιο δρόμο χωρίς να αναφέρεται ο προσανατολισμός (νότια και δυτικά). Τα όρια δε του ακινήτου που περιγράφονται στην ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη δεν συμπίπτουν με τα όρια των ακινήτων που περιγράφονται στα συμβόλαια του έτους .... Εξάλλου εάν το επίδικο περιλαμβανόταν στον τίτλο κτήσης του πρώτου των εναγόμενων (σελ. 9-10 έφεσης) δεν θα αναγραφόταν στον τίτλο κτήσης του ότι το ακίνητο συνορεύει (νότια) με ιδιοκτησία τότε Π.

Θ. αλλά με δημόσιο δρόμο και στον τίτλο κτήσης της δεύτερης των εναγόμενων δεν θα αναγραφόταν ότι δυτικά το ακίνητο συνορεύει με δρόμο αλλά με ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόμενων, όπως αναγράφεται άλλωστε ως προς το βόρειο όριο αυτού. Η προμνησθείσα άλλωστε συνεχόμενη και μεγαλύτερη έκταση ουδέποτε μέχρι και την άσκησης της αγωγής αποτυπώθηκε σε ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα και έτσι ουδέποτε έγινε γνωστή η πραγματική του έκταση εφόσον δεν είχε γίνει καταμέτρηση.

Για το λόγο δε αυτόν, άλλοτε εμφανίζεται ως έχουσα συνολικό εμβαδόν τριάντα (30) και άλλοτε σαράντα (40) στρέμματα (βλ. ένορκες εξετάσεις τρίτων προσώπων ενώπιον της Πταισματοδίκη στα πλαίσια προκαταρτικής εξέτασης σε έτερη υπόθεση καθώς και το με ημερομηνία 22/12/2000 απολογητικό υπόμνημα του Π. Θ. και την από 13-4-1970 αίτηση του κληρονομούμενου στο Δασαρχείο ...

στην οποία αναφέρει ότι είναι κύριος 20 στρεμμάτων και ότι επιθυμεί την παραχώρηση 20 ακόμα στρεμμάτων, η οποία (αιτούμενη) έκταση συνορεύει Ανατολικά με Δ. Μ. και δασική έκταση, δυτικά με δημόσιο δρόμο βόρεια με δασική έκταση και αγρό δικό του νότια με αγρό δικό του, και, δεν αποκλείεται όπως περιγράφεται να αντιστοιχεί σε τμήμα του μετέπειτα μείζονος ακίνητου του κληρονομούμενου, παρά το γεγονός ότι προσκομίζεται έγγραφο του Δασαρχείου με το οποίο απορρίφθηκε τότε η αίτησή του).

Όλως προσφάτως άλλωστε η επίδικη έκταση απεικονίσθηκε λεπτομερώς στα αποσπάσματα-αεροφωτογραφίες του Εθνικού Κτηματολογίου. Σύμφωνα με ακριβέστερη και σύγχρονη καταμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, η συνεχόμενη εδαφική έκταση - στην οποία περιλαμβάνεται τόσο το επίδικο, όσο και τα εδαφικά τμήματα που μεταβιβάσθηκαν στους εναγόμενους κατά το έτος ... - έχει συνολικό εμβαδόν 50.163,56 τ.μ., εκ των οποίων και σύμφωνα με τις περιγραφές των παραπάνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, εδαφική έκταση 25.253,07τ.μ.

συνιστά το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στον πρώτο των εναγόμενων, ενώ εδαφική έκταση 5.747,16 τ.μ. συνιστά το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην δεύτερη εξ αυτών.

Συνεπώς, το εναπομείναν εδαφικό τμήμα, το οποίο συνορεύει ανατολικώς με τα παραπάνω δύο εδαφικά τμήματα, έχει εμβαδόν 19.217,36 τ.μ. και συμπίπτει ως προς την περιγραφή και τα όρια με το ακίνητο που απέμεινε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων μετά τις μεταβιβάσεις του έτους ... και το οποίο μνημονεύεται στην από ...

ιδιόγραφη διαθήκη του. Το ακίνητο που περιήλθε κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες, δεν έχει εμβαδόν 30 στρέμματα περίπου, αλλά, σύμφωνα με ακριβέστερη καταμέτρηση, τυγχάνει εκτάσεως 19.217,36 τ.μ. και εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες του Εθνικού Κτηματολογίου που προσκομίζουν οι διάδικοι, να συνορεύει γύρωθεν ανατολικά (ως και στη διαθήκη) με ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόμενων εκτάσεως 25.253,07 τ.μ.

καθώς και με ιδιοκτησία της δεύτερης των εναγόμενων, εκτάσεως 5.747,16 τ.μ., δυτικά με την επαρχιακή οδό ...-..., βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με επαρχιακή οδό ...-.... Η παραπάνω απεικόνιση συμπίπτει με την περιγραφή του επίδικου ακινήτου τόσο στην από ... διαθήκη του κληρονομούμενου, όσο και στο τίτλο κτήσεως των εναγόντων ήτοι στην υπ'αριθμ υπ'αριθμ....

δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα όρια των ακινήτων αμφοτέρων των εναγομένων, όπως αυτά απεικονίζονται στις αεροφωτογραφίες, ταυτίζονται με την αντίστοιχη περιγραφή των ορίων τους στους τίτλους κτήσεως του έτους .... Στις παραπάνω αεροφωτογραφίες απεικονίζεται, ακόμα και η κατοικία που ανήγειρε η δεύτερη εκ των εναγομένων κατά το έτος 2003 εντός των ορίων της ιδιοκτησίας της.

Ο κληρονομούμενος δεν πώλησε την επίδικη έκταση το έτος ..., συνεπώς ο πρώτος των εναγόμενων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με την έφεσή τους και κατά την επιθυμία του κατέλειπε με την ιδιόγραφη διαθήκη του το έτος 2014 το επίδικο ακίνητο έκτασης 20 στρεμμάτων στους ενάγοντες.

Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων εξακολουθούσε να ασκεί πράξεις νομής επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας του, έως ότου κατά το έτος ... μετεβίβασε τα τριάντα (30) εκ των πενήντα (50) εν συνόλω στρεμμάτων στους εναγόμενους, ενώ κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι την επίδικη έκταση εξακολουθούσε να κυριεύει ο κληρονομούμενος έως και το θάνατο του στις 5/6/2015, όπως δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες με λόγο έφεσης, οπότε περιήλθε στην συγκυριότητα των εναγόντων και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ' αυτών, δυνάμει νομίμως μεταγραφείσας δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς.

Περαιτέρω κρίθηκε πρωτοβαθμίως ότι ο πρώτος των εναγόμενων από το έτος 2000 και μετά άρχισε να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης εκτάσεως αρκετά μεγαλύτερης από αυτήν που απέκτησε με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του .... Ειδικότερα, από το έτος 2000 καλλιεργούσε σιτηρά σε έκταση 45 περίπου στρεμμάτων και επιδοτείτο για την καλλιέργεια αυτή, ενώ από το έτος 2010 και εφεξής, στη Βεβαίωση Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης -Ε9 εμφανίζεται ότι στη θέση "..." του ...

του Δήμου ... (ήδη Δήμου ...) ... έχει κατά πλήρη κυριότητα αγρό συνολικής εκτάσεως 44.221,29 τ.μ. τον οποίο χρησιμοποιούσε για μονοετείς καλλιέργειες. Ακολούθως το Ειρηνοδικείο, όπως άλλωστε δεν αμφισβητούν οι εκκαλούντες με λόγο έφεσης, έκρινε ότι ο πρώτος των εναγόμενων επεδίωκε να αντιποιηθεί το δικαίωμα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί των είκοσι (20) στρεμμάτων ιδιοκτησίας του, ασκώντας πράξεις νομής, όχι μόνο επί των 25 στρεμμάτων που του μεταβιβάστηκαν κατά το έτος ..., αλλά και επί των επιπλέον 20 στρεμμάτων που εξακολουθούσε ο δικαιοπάροχος του να κυριεύει έως το θάνατο του και ήδη ανήκουν στους ενάγοντες.

Οι τελευταίοι, από το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε στη συγκυριότητα τους το παραπάνω αγροτεμάχιο, ήτοι αναδρομικά από την ημέρα θανάτου του κληρονομούμενου δικαιοπαρόχου τους, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι νέμονται και κατέχουν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, ενώ από το έτος 2016 το έχουν περιλάβει στις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας και ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, οι δε εκκαλούντες δεν προέβαλαν σφάλματα ή παραλείψεις όσον αφορά στην αντίστοιχη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Πάσχα του έτους 2016 μετέβη στο επίδικο η σύζυγος του πρώτου των εναγόντων, μαζί με πολιτικό μηχανικό προκειμένου να εμβαδομετρήσουν και να το οριοθετήσουν με ακρίβεια - αφού ποτέ μέχρι τότε δεν είχε αποτυπωθεί σε τοπογραφικό διάγραμμα ούτε το επίδικο, αλλά ούτε και η μεγαλύτερη έκταση - πλην όμως εμποδίστηκαν από τους εναγόμενους, οι οποίοι απαγόρευσαν πολιτικό μηχανικό να το εμβαδομετρήσει, ισχυριζόμενοι ότι τους ανήκει (για το περιστατικό, μάλιστα, επελήφθη και το Α.Τ ..., καταγράφοντας το στο τηρούμενο βιβλίο συμβάντων).

Επιπλέον, περί αρχές του έτους 2018, οι εναγόμενοι περιέφραξαν το επίδικο αγροτεμάχιο, το οποίο μέχρι τότε δεν ήταν φραγμένο και εντός αυτού φύτευσαν εκατό περί που ελαιόδενδρα τα οποία έκτοτε καλλιεργούν. Οι εναγόμενοι με βάση τα ανωτέρω, κατέλαβαν παρανόμως την ανωτέρω επίδικη εδαφική έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων, εξακολουθούν δε να την κατέχουν αρνούμενοι την απόδοσή της στους ενάγοντες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του υπό κρίση ζητήματος, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όπως αιτούνται επικουρικώς οι εκκαλούντες. Επομένως, το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του ομοίως έκρινε, έστω με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της προκειμένης αποφάσεως (άρθρο 534 και 536 ΚΠολΔ), ορθώς τις ενώπιον του αποδείξεις εκτίμησε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, όλα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους λόγους εφέσεως κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατόπιν των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση,...". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκανε δεκτή κατ'ουσίαν την διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες έγιναν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της επίδικης έκτασης με παράγωγο τρόπο, δηλαδή, δυνάμει νομίμως μεταγραφείσας αποδοχής της κληρονομίας στην οποία ο διαθέτης Π. Θ. με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του τους εγκατέστησε κληρονόμους της επίδικης αυτής έκτασης και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), συνολικής επιφάνειας είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας ... της Δ.Κ Νησίου της Δ.Ε ... του Δήμου ... .... Ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων έγινε κύριος από αγορά από τον ως άνω Π. Θ. το έτος ... έκτασης 25 στρεμμάτων και η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα 5 στρεμμάτων στην ίδια ως άνω θέση δυνάμει των αναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που μεταγράφηκαν νόμιμα.

Ότι το έτος ... ο Π. Θ. δεν πώλησε στο πρώτο εναγόμενο μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας έκταση και ειδικότερα δεν πώλησε σ'αυτόν και την επίδικη έκταση και συνεπώς αυτός δεν απέκτησε και την επίδικη έκταση παραγώγως. Ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων από το έτος 2000 προσπάθησε μεν να αντιποιηθεί το δικαίωμα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου, ασκώντας επ'αυτού πράξεις νομής, όμως εξακολουθούσε ο τελευταίος να κυριεύει αυτό μέχρι του θανάτου του στις ...

και έκτοτε περιήλθε στη νομή και κατοχή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έκτοτε νέμονται και κατέχουν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως. Ότι οι εναγόμενοι το Πάσχα του 2016, απαγόρευσαν στον πολιτικό μηχανικό των εναγόντων να το εμβαδομετρήσει το επίδικο, ισχυριζόμενοι ότι τους ανήκει και αρχές του έτους 2018 το περιέφραξαν και φύτευσαν εντός αυτού εκατό περίπου ελαιαόδενδρα τα οποία έκτοτε καλλιεργούν.

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 24/1992). Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, Α.Π 74/2019, ΑΠ 601/2011).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, και ειδικότερα Ι. της ανεπαρκούς αιτιολογίας α) ως προς τα ακριβή όρια του επίδικου ακινήτου σε σχέση με τα όρια που αναφέρονται στα συμβόλαια μεταβίβασης των ακινήτων από τον Π.

Θ. προς τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες και την επικαλούμενη τεχνική έκθεση που προσκόμισαν οι τελευταίοι, και β) ως προς την ακριβή επιφάνεια του επίδικου ακινήτου σε σχέση με την επιφάνεια που αναφέρεται στην ιδιόγραφη διαθήκη η οποία φέρεται ως τίτλος κτήσεως του επιδίκου και

ΙΙ. της αντιφατικής αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι η επίδικη έκταση ανήκει στην ιδιοκτησία τους, με το να δεχθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάσαν ως Εφετείο, ότι την επίδικη έκταση εξακολουθούσε να κυριεύει ο κληρονομούμενος όπως δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες με λόγο έφεσης ενώ παρακάτω δέχεται ότι το Ειρηνοδικείο έκρινε όπως άλλωστε δεν αμφισβητούν οι εκκαλούντες με λόγο έφεσης ότι ο πρώτος εναγόμενος επεδίωκε να αντιποιηθεί το δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου επί των είκοσι στρεμμάτων.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου), που παραβιάστηκε, πέραν του ότι με τον λόγο αυτό, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 1041 Α.Κ.

περί κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήση από το ..., με το να δεχθεί ότι: "Περαιτέρω κρίθηκε πρωτοβαθμίως ότι ο πρώτος των εναγόμενων από το έτος 2000 και μετά άρχισε να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης εκτάσεως αρκετά μεγαλύτερης από αυτήν που απέκτησε με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ....

Ειδικότερα, από το έτος 2000 καλλιεργούσε σιτηρά σε έκταση 45 περίπου στρεμμάτων και επιδοτείτο για την καλλιέργεια αυτή, ενώ από το έτος 2010 και εφεξής, στη Βεβαίωση Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης -Ε9 εμφανίζεται ότι στη θέση "..." του ... του Δήμου ... (ήδη Δήμου ...) ... έχει κατά πλήρη κυριότητα αγρό συνολικής εκτάσεως 44.221,29 τ.μ.

τον οποίο χρησιμοποιούσε για μονοετείς καλλιέργειες. Ακολούθως το Ειρηνοδικείο, όπως άλλωστε δεν αμφισβητούν οι εκκαλούντες με λόγο έφεσης, έκρινε ότι ο πρώτος των εναγόμενων επεδίωκε να αντιποιηθεί το δικαίωμα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί των είκοσι (20) στρεμμάτων ιδιοκτησίας του, ασκώντας πράξεις νομής, όχι μόνο επί των 25 στρεμμάτων που του μεταβιβάστηκαν κατά το έτος ..., αλλά και επί των επιπλέον 20 στρεμμάτων που εξακολουθούσε ο δικαιοπάροχος του να κυριεύει έως το θάνατο του".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1041 Α.Κ, περί κτήσεως κυριότητας με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων από το έτος 2000 επεδίωκε μεν να αντιποιηθεί το δικαίωμα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου, ασκώντας επ'αυτού πράξεις νομής, το οποίο όμως εξακολουθούσε ο τελευταίος να κυριεύει.

Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, ο ως άνω λόγος τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Επικουρικά δε με τον λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα όμως με όσα αμέσως παραπάνω διαλαμβάνονται το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί κτήσεως από αυτούς της επίδικης έκτασης με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο και τον απέρριψε. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Τούτο διότι, πλην του προαναφερθέντος ισχυρισμού, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται νόμιμους και παραδεκτούς ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγους έφεσης και τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αλλά επικαλούνται αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αιτιώνται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και τα οποία δεν αποτελούν πράγματα κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη.

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου και κατ'εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα από αυτούς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τον οποίο επανέφεραν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρισμό ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα της συνολικής έκτασης των 49.968,45 τ.μ., εντός της οποίας περιλαμβάνεται η επίδικη, κατά πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο.

Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων έγινε κύριος από αγορά το έτος ... έκτασης 25 στρεμμάτων και η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα 5 στρεμμάτων δυνάμει των αναφερόμενων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που μεταγράφηκαν νόμιμα, ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων από το έτος 2000 προσπάθησε μεν να αντιποιηθεί το δικαίωμα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου, ασκώντας επ'αυτού πράξεις νομής, το οποίο όμως εξακολουθούσε ο τελευταίος να κυριεύει μέχρι του θανάτου του στις ...

και έκτοτε περιήλθε στη νομή και κατοχή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του Π. Θ., με την οποία τους εγκατέστησε κληρονόμους του επιδίκου ακινήτου και αυτοί και αποδέχθηκαν την κληρονομία με την αναφερόμενη αποδοχή κληρονομίας την οποία μετέγραψαν νομίμως.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάσαν ως Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ'ουσίαν.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, και κατά το δεύτερο σκέλος ο λόγος αυτός, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι, όπως έχει αναφερθεί, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελούν πράγματα.

Οι προβαλλόμενες δε επικουρικά με τον λόγο αυτό πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθμ. 1α και 6, είναι απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου), που παραβιάστηκε ευθέως και εκ πλαγίου. Σε κάθε περίπτωση δε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την (συγ)κυριότητα της επίδικης έκτασης δυνάμει της αναφερόμενης και νομίμως μεταγραφείσας δήλωσης περί αποδοχής της κληρονομίας του Π.

Θ., ο οποίος τους εγκατέστησε κληρονόμους της επίδικης έκτασης με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του και ότι ο πρώτος εναγόμενος και πρώτος αναιρεσίβλητος δεν απέκτησε την κυριότητα της έκτασης αυτής με παράγωγο τρόπο δηλαδή δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου μεταβίβασης, με το οποίο ο Π. Θ. του μεταβίβασε 25 στρέμματα, ούτε με πρωτότυπο τρόπο διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δικαιοπάροχος των διαδίκων κυρίευε την επίδικη έκταση, μέχρι του θανάτου του στις ...

και έκτοτε περιήλθε στη νομή και κατοχή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 9-11-2020 αίτηση και οι από 16-6-2021 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ'αριθμ. 80/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσεσίβλητων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους(άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: την από 9-11-2020 αίτηση και τους από 16-6-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης των Α. Ρ. του Η. και Α. Ρ. συζ. Α.. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 80/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ