Legislator Case Law & Legislation
122/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on rent arrears where lower court correctly found lease terminated before disputed period.

Case Number 122/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding unpaid rent. The appellant argued the tenant remained in possession until 2016, but the lower court found the lease terminated in October 2012 based on the tenant's admission and lack of evidence to the contrary. The court upheld the lower court's decision because the tenant's own statements confirmed the termination date, making the appeal's factual claims baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-2 and 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's finding of fact regarding the termination of a lease is supported by the parties' own admissions and lacks sufficient evidence to the contrary.

Keywords

AI generated
rent arrears lease termination appeal dismissal tenant possession evidence burden civil procedure fact finding

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 122 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 122/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε Δ. του Α. και 2) Σ. Δ. του Σ., συζ. Ε. Δ., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1023/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. 7315Ζ/3-4-2019 και 7316Ζ/3-4-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ.

Ι., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 21-6-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 5928/510/26-6-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-3-2020 κατά την οποία ανεστάλη η συζήτηση της υπόθεσης λόγω ειδικών συνθηκών, προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθ 74 παρ. 2 ν. 4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Η κρινόμενη από 21-6-2018 (αρ. κατ. 5928/510/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1023/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 61 του ν. 4194/2013 ''Κώδικας Δικηγόρων'' (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013), στις παραγράφους 1, 3 και 4 αυτού, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 8 εδ. α', β' και γ' του ν.4205/2013 αντίστοιχα, ορίζει ότι: 1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων....

και γενικά για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης ....υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας-Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α 109).... 3.

Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος της πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του ΚΠολΔ ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 2 και της περίπτωσης θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Δημόσιο και δ) τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας.

Η συνδρομή των περιπτώσεων β', γ' και δ' αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.... 4. Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη.

Δεν υπάρχει υποχρέωση της προκαταβολής της παραγράφου 1 σε περίπτωση αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης, η δε καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από το δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, αλλιώς η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση. Περαιτέρω, στο Παράρτημα ΙΙΙ του ανωτέρω Κώδικα προσδιορίζεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εισφορών που πρέπει να καταβάλλονται για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και την παράσταση κατά τη συζήτηση.

Εξάλλου, στην παρ. 11 του άρθρου 165 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13 περ. δ' του ν. 4205/2013, ορίζεται ότι '' Η ισχύς της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του παρόντος Κώδικα άρχεται από 1-11-2013''. Περαιτέρω, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολ ΣΤΕ 1858/2015).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν ο δικηγόρος που παρίσταται κατά τη συζήτηση εφέσεως του εντολέα του, δεν έχει καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο, η παράσταση του δικηγόρου στο ακροατήριο και όλες οι διαδικαστικές πράξεις (κατάθεση προτάσεων, δηλώσεις στο ακροατήριο και εν γένει παράστασή του κατά τη συζήτηση) που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι απαράδεκτες, καθώς ελλείπει παντελώς η εκ μέρους του απαιτούμενη από το νόμο κατάθεση του γραμματίου προκαταβολής εισφορών στο ΔΣ.

Τούτο έχει ως συνέπεια ότι ο εκκαλών, μη εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση κανονικά, θεωρείται δικονομικώς απών και πρέπει να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της. Το απαράδεκτο αυτό δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 605/2017, 811/2014, ΣΤΕ 1993/2016, 126/2015), δεδομένου ότι με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 227 του ΚΠολΔ, "1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο Πρόεδρος οποιουδήποτε Πολυμελούς Δικαστηρίου ή ο Εισηγητής ή ο Δικαστής Μονομελούς Δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή τον διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία".

Η παράλειψη καταθέσεως γραμματίου προκαταβολής εισφορών στον αντίστοιχο Δικηγορικό Σύλλογο εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις για τις οποίες παρέχεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ η δυνατότητα συμπληρώσεως και μετά τη συζήτηση. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε και νομοθετικά με το αρθ 31 ν.4509/2017 με το οποίο μετά το πρώτο εδάφιο της παρ.4 αρθ 61 ν. 4194/2013 προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο "Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθ 559 αρ.14, διότι κατά τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 10-10-2017 και κατά την εκφώνηση της από 23-10-2015 έφεσης των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατ' αυτού επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εμφανίστηκε στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου η δικηγόρος Πειραιώς Γεωργία Θεοδωροπούλου και δήλωσε ότι παρίσταται μετά των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και κατέθεσε τις από 6-10-2017 έγγραφες προτάσεις της.

Όμως η πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων δεν κατέθεσε το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του δικηγορικού συλλόγου που αφορά την παράσταση της ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου και την υποβολή προτάσεων ούτε και μέχρι το πέρας της τριήμερης προθεσμίας αμοιβαίας αντίκρουσης των ισχυρισμών των διαδίκων δηλαδή μέχρι 13-10-2017 με συνέπεια το απαράδεκτο των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων αυτής (παραπάνω δικηγόρου).

Παρά ταύτα το δικάσαν Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης αντιμωλία των διαδίκων, ενώ δεν κήρυξε απαράδεκτες τις διαδικαστικές πράξεις της πληρεξουσίας δικηγόρου των εκκαλούντων και συγκεκριμένα την παράσταση αυτής κατά την συζήτηση της έφεσης κατά την δικάσιμο της 10-10-2017 και την υποβολή προτάσεων.

Με τον τρόπο αυτό παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ14 Κ.Πολ.Δ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και ιδίως από τα από 10-10-2017 πρακτικά του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι κατά την δικάσιμο της 10-10-2017 ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου και κατά την εκφώνηση της από 23-10-2015 έφεσης των εκκαλούντων ήδη αναιρεσιβλήτων από την σειρά του οικείου πινακίου εμφανίστηκαν οι εκκαλούντες μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Γ.

Θ., η οποία τους εκπροσώπησε και κατέθεσε τις από 6-10-2017 προτάσεις. Το δικαστήριο προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης αντιμωλία των διαδίκων (ο εφεσίβλητος ήδη αναιρεσείων επροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη) και εξέδωσε την 28-2-2018 την προσβαλλόμενη απόφαση. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει το βάσιμο των προαναφερθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.

Αντίθετα ναι μεν από το από 19-3-2018 έγγραφο του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά προκύπτει ότι δεν έχει εκδοθεί γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών της δικηγόρου Πειραιά Γ. Θ. για τους εντολείς της Ε. Δ. και Σ. Δ. για εκδίκαση υπόθεσης τους στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών) επί της οποία εκδόθηκε η με αρ. 1023/2018 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, όμως από το από 23-3-2018 έγγραφο του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών προκύπτει ότι έχει εκδοθεί το με αρ.

…/…-10-2017 γραμμάτιο προκαταβολής για παράσταση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών της δικηγόρου Πειραιώς Γ. Θ. για υπόθεση Δ. ,αντίγραφο το οποίου επισυνάπτεται και προσκομίζεται και το οποίο δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι το σχετικό γραμμάτιο δεν κατατέθηκε στην σχηματισθείσα ενώπιον το Εφετείου Αθηνών δικογραφία μέχρι την λήξη της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης.

Από τα παραπάνω έγγραφα τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται προκύπτει ότι το σχετικό γραμμάτιο εκδόθηκε την 16-10-2017 δηλαδή μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Εφετείου Αθηνών (την 10-10-2017 και πριν την έκδοση της επ' αυτής απόφασης την 28-2-2018).

Συνεπώς και εφόσον σύμφωνα με τα παραπάνω η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη, η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση απαραδέκτου απορριπτομένου του πρώτου λόγου αναίρεσης .

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3-9-2014 αγωγή που άσκησε ο ενάγων ήδη αναιρεσείων κατά των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 15-9-2008 συμφωνητικού μίσθωσης και με τους όρους που περιέχονται σε αυτό εκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο ένα κατάστημα που περιγράφεται στην αγωγή προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως σχολή οδηγών και για το χρονικό διάστημα από 15-9-2008 έως 14-9-2014 αντί μηνιαίου μισθώματος όπως αναφέρεται σε αυτή.

Οτι η δεύτερη εναγόμενη συμφωνήθηκε να ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο ως εγγυήτρια για κάθε συμβατική και νόμιμη υποχρέωση που απορρέει από την σύμβαση μίσθωσης παραιτούμενη της ένστασης διήζησης. Οτι ο πρώτος εναγόμενος αν και έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου ακινήτου από δυστροπία καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων χρονικού διαστήματος 15-10-2012 μέχρι 14-9-2014.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να του αποδώσει την χρήση του μισθίου καταστήματος και να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, όπως νόμιμα περιόρισε το αίτημα της αγωγής το συνολικό ποσό των 24.687,99 ευρώ δηλαδή το συνολικό ποσό των οφειλομένων μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 15-10-2012 μέχρι 14-3-2015 δηλαδή μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αγωγής πλέον φόρου χαρτοσήμου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικάζοντας ερήμην των εναγομένων δέχτηκε την αγωγή στο σύνολο της ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 23-10-2015 έφεση τους παραπονούμενοι μόνο για το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση του ποσού των μισθωμάτων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφτηκε η αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της που μεταβιβάστηκε στο Εφετείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ 19 ισχυριζόμενος ότι καίτοι στα αιτήματα της κρινόμενης αγωγής του συμπεριλαμβάνετο και αυτό της αναγνώρισης υποχρέωσης των εναγομένων να του καταβάλλουν τα οφειλόμενα μισθώματα χρονικής περιόδου από 15-10-2012 μέχρι 14-3-2015 για την ακώλυτη χρήση από τον πρώτο εναγόμενο (μισθωτή) του μισθίου ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ αυτού (ενάγοντος ως εκμισθωτή) και πρώτου εναγομένου (μισθωτή) την καλή λειτουργία της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη εναγόμενη και τα οποία (μισθώματα)παρά τις οχλήσεις του δεν έχουν καταβληθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό, αφού δέχτηκε ότι λύθηκε η μίσθωση με κοινή συναίνεση των μερών, χωρίς όμως να ορίζει τον συγκεκριμένο χρόνο λύσης, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν και για ποιο χρονικό διάστημα οφείλονται μισθώματα .

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αφού δέχτηκε ότι με βάση το από 15-9-2008 μισθωτήριο συμφωνητικό ο ενάγων εκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο το κατάστημα που περιγράφεται σε αυτή ως και ότι ο πρώτος εναγόμενος, αν και έκανε χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 15-4-2011 μέχρι 15-9-2012 με αποτέλεσμα ο ενάγων να αιτηθεί και να επιτύχει την έκδοση της με αρ.701/2013 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχτηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τα μισθώματα παραπάνω χρονικού διαστήματος δηλαδή το συνολικό ποσό των 15173,58 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μισθώματος μέχρι την εξόφληση τους πλέον δικαστικών εξόδων, στην συνέχεια δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ευλόγως επομένως ο εναγόμενος δεν επιθυμούσε την περαιτέρω παραμονή του στο επίδικο μίσθιο ακίνητο μετά τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 ,αφού ήδη όφειλε μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2011 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 για τα οποία εκδόθηκε μετέπειτα η ως άνω διαταγή πληρωμής.

Ετσι ήλθε σε συμφωνία με τον ενάγοντα για την πρόωρη αποχώρηση του από το μίσθιο ακίνητο δια μέσου του υπαλλήλου του Π. Κ. στον οποίο παραδόθηκαν και τα κλειδιά τούτου και στη συνέχεια αποχώρησε από αυτό το οποίο έκτοτε έμεινε κλειστό, όπως συνέβη και με άλλα καταστήματα. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι δεν μεσολάβησε τέτοια συμφωνία και ότι ο μισθωτής παρέμεινε στην χρήση του μισθίου όχι μόνο μέχρι τον συμβατικό χρόνο λήξης της μίσθωσης δηλαδή μέχρι 14-9-2014 αλλά συνέχισε να ποιεί χρήση τούτου και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ακόμη και κατά το έτος 2016 δεν αποδείχτηκαν βάσιμοι.....Συνακόλουθα με τα παραπάνω οι εναγόμενοι δεν οφείλουν μισθώματα για το επίδικο χρονικό διάστημα και το αίτημα της αγωγής περί υποχρέωσης τούτων να καταβάλουν για την αιτία αυτή το ποσό των 24.687,99 ευρώ στον ενάγοντα είναι αβάσιμο και απορριπτέο.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι η λύση της μίσθωσης επήλθε μετά τον Σεπτέμβριο έτους 2012 και πριν την 15-10-2012, αφού δέχτηκε ότι αυτός όφειλε μισθώματα για τον Σεπτέμβριο 2012, ενώ δεν οφείλει τα αιτούμενα με την αγωγή μισθώματα, για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα που αρχίζει πάντως από 15-10-2012 λόγω λύσης της μίσθωσης.

Επομένως το Εφετείο με σαφείς πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο παραπάνω συμπέρασμα. Ο δε μη ορισμός συγκριμένης ημερομηνίας λύσης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης, αφού πάντως ο δικαστήριο δέχτηκε ότι η μίσθωση λύθηκε πριν την 15-10-2012.

Συνεπώς μετά από αυτά, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την από 21 Ιουνίου 2018 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 5928/510/26-6-2018) αίτηση για αναίρεση της 1023/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ