Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lack of legal basis and missing evidence findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued the lower court failed to examine a defense claim regarding the preservation of her interests, while the opposing party contended the defense was inadmissible under criminal procedure law. The court ruled that the lower court correctly rejected the defense as inadmissible without needing to examine its merits, thereby establishing a legal basis for the decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14, Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of legal basis requires a substantive judgment and defects in the legal reasoning that prevent checking the subsumption of facts, but does not arise when the court of first instance rejects a claim as inadmissible or legally unfounded without issuing a finding of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 122 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 122/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Αδάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιδέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4065/2000 μη οριστική και 9730/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1289/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 509/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1721/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο.
Ειδικότερα, σε περίπτωση που προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ελλείπει η δικαστική πληρεξουσιότητα για την κατάθεση κλήσεως προς περαιτέρω συζήτηση της αγωγής, ιδρύεται ο λόγος αυτός, εφόσον προβλήθηκε στο εφετείο με λόγο εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Επί της από 19-11-1997 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη λόγω συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 4065/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις για τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης.
Ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης - αναιρεσείουσας παραστάθηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος Σιάκμουρης. Με την υπ' αριθμ. κατ. ….7/2005 κλήση της τελευταίας και της αδελφής της Ε. Ε. Β. επαναφέρθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την οποία δεν παραστάθηκαν οι καλούσες, ενώ εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, το δε ως άνω δικαστήριο, αφού ερεύνησε, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, εξέδωσε την 9730/2008 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την κλήση ως απαράδεκτη ως προς τη μη διάδικο Ε.
Β., όρισε παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της ισχυρίσθηκε ότι η μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω μη νόμιμης επισπεύσεως της συζητήσεως, για το λόγο ότι η σχετική κλήση κατατέθηκε από τη δικηγόρο Δ.
Τ., χωρίς την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα εκ μέρους της, αφού της είχε αφαιρέσει την εντολή. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε με την 509/2011 απόφασή του το σχετικό λόγο ως αβάσιμο, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, και στη συνέχεια προχώρησε στην έρευνα των αντίθετων εφέσεων, τις οποίες και απέρριψε στην ουσία.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη - αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία και έγινε δεκτή για τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγο, επειδή δεν προέκυπτε κατά τρόπο αναμφίβολο από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα.
Ήδη, μετά την εκ νέου συζήτηση μόνο της εφέσεώς της, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως, ως ακολούθως: "Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, εφόσον η εκκαλούσα ήταν ερήμην κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής, συζήτηση που επέσπευσε η ... δικηγόρος Δ. Τ. ... και με επιμέλειά της επιδόθηκε αντίγραφο της κλήσεως αυτής και της ορισθείσας δικασίμου στην εναγομένη, ...
το Δικαστήριο δεν είχε λόγο να ελέγξει την πληρεξουσιότητα της ως άνω δικηγόρου". Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός προεχόντως ήταν αόριστος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόριζε στο σχετικό λόγο εφέσεως, με ποιο τρόπο και πότε είχε ανακαλέσει την πληρεξουσιότητά της προς την ως άνω δικηγόρο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν αυτή κατά το χρόνο καταθέσεως της κλήσεως προς περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε δικαστική πληρεξουσιότητα προς διενέργεια της διαδικαστικής αυτής πράξεως.
Κατά συνέπεια, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ), όχι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον ως άνω λόγο εφέσεως και ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο όφειλε να τον είχε δεχθεί, να είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να είχε κηρύξει απαράδεκτη την περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως, είναι αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, κατ' αποδοχή λόγων εφέσεως της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν ερεύνησε την καταλυτική της αγωγής ένστασή της ότι ο ισχυρισμός περί εξωσυζυγικών σχέσεων του συζύγου της με την αναιρεσίβλητη έγινε αποκλειστικά και μόνο για να επιτύχει διατροφή από τον τέως σύζυγό της, και κατά συνέπεια από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που αίρει τον τυχόν παράνομο χαρακτήρα της πράξεώς της, προβλήθηκε δε παραδεκτά, κατ' άρθρο 269 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αφού λόγω της ερημοδικίας της στην μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν είχε τη δυνατότητα να τον προτείνει ενωρίτερα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, πλην όμως τον απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης υποβολής. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Το Δικαστήριο δεν θα ερευνήσει αν η εκκαλούσα ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον τέτοιον ισχυρισμό, που αποτελεί ένσταση, ...
δεν προέβαλε η εκκαλούσα - εναγομένη, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αρκούμενη στην άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών ..., αλλά ούτε και προβάλλεται με την κρινόμενη έφεσή της". Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεώς του (ΑΠ 168/2015, 228/2017).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον "προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη αφενός μεν σε αποφάσεις κατωτέρων δικαστηρίων και αφετέρου σε καταθέσεις μαρτύρων, στις οποίες προσδίδει λανθασμένα μεγαλύτερο κύρος, ενώ δίδει μικρότερη αποδεικτική δύναμη στη με αριθμό 515/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αποτελεί το ανώτατο δικαστήριο της χώρας και στην απόφασή του αυτή δέχεται ως αληθή τον ισχυρισμό της περί εξωσυζυγικής σχέσεως του τέως συζύγου της με την αναιρεσίβλητη, καθώς και στην κατάθεση της αδελφής της Ε.
Β., που είχε το μεγαλύτερο κύρος, ως μάρτυρας που κατέθεσε έχοντας προσωπική αντίληψη για όσα γνωρίζει", είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολογήσεως, ενώ, εξάλλου, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είχε κρίνει όχι την ένδικη υπόθεση, αλλά τη βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως σε δίκη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του τέως συζύγου της.
Η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι, ενώ δέχεται ως αληθές περιστατικό ότι στις αγωγές διαζυγίου και διατροφής που άσκησε σε βάρος του τέως συζύγου της ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό με την αναιρεσίβλητη, προκειμένου να θεμελιώσει στη μεν αγωγή διαζυγίου ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, στη δε αγωγή διατροφής εύλογη αιτία διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως εκ μέρους της, αντιφατικά προς τα ανωτέρω, απέρριψε τον ισχυρισμό της περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των πράξεών της σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αν και τούτο έγινε προς διαφύλαξη των συμφερόντων της.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι "δεν θα ερευνήσει αν η εκκαλούσα ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον τέτοιον ισχυρισμό, που αποτελεί ένσταση, ... δεν προέβαλε η εκκαλούσα - εναγομένη, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αρκούμενη στην άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών ..., αλλά ούτε και προβάλλεται με την κρινόμενη έφεσή της", και κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση, δεν την ερεύνησε στην ουσία της.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Οκτωβρίου 2017 αίτηση της Α. Β., για αναίρεση της 1721/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ