122/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated122/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Full text
Απόφαση 122 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 122/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λεκέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Η. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Φώτιο Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1456/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 987/2008, και 447/2013 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή προσκομίζεται η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 58 παρ. 1 εδ. α και 72 παρ. 1 εδ. γ. του Ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" άδεια της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντα Δήμου Πύργου, με αριθμό ....2017, με την οποία εγκρίνεται η από 3.11.2016 άσκηση της ένδικης αναίρεσης και παρέχεται στον Δήμαρχο, άδεια για πρόσληψη δικηγόρου. Οι παραπάνω διατάξεις κατά το άρθρο 286 του νόμου αυτού (3852/2010), ισχύουν από 1.1.2011 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά του διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔικ, ως ισχύουσες κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (13.11.2013). Ενόψει τούτων η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ).
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου, αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ’ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει, αν χρειάζεται, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, ενώ κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους, του νομέα αυτοδίκαια και χωρίς τη μεσολάβηση αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομίας.
Άσκηση νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις που προδικάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές, εξουσιάσεως αυτού κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη βούληση του κυρίου να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του.
Τέτοιες δε πράξεις, είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεων του και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της. Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 980 του ίδιου Κώδικα, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής, υπάρχει όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, ενώ άσκηση νομής μέσω άλλου υπάρχει όταν ο νομέας, έχει παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον, είτε με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κ.λ.π.), είτε κατά παράκληση, είτε όταν χρησιμοποιεί για την άσκησή της βοηθό νομής (ΑΚ 986), ήτοι βοηθητικό πρόσωπο που βρίσκεται σε οικιακή ή υπηρεσιακή εξάρτηση μ’ αυτόν (νομέα) και ακολουθεί τις οδηγίες του, το οποίο δεν έχει ούτε νομή, ούτε κατοχή.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041επ, 1094 του ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ. συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, ισχυρισμός ότι απέκτησε ο εναγόμενος, την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (διάφορος τρόπος κτήσεως), ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση τα οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος, της νομής που περιέχεται σ’ αυτά, είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.
Εξ ετέρου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την από 8.10.2000 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αρχικά εναγομένου ΟΤΑ με την επωνυμία "...", στη θέση του οποίου, ως καθολικός διάδοχος του, υπεισήλθε, κατά τον Ν. 3852/2010, ο αναιρεσείων ΟΤΑ, με την επωνυμία "...", (ΝΠΔΔ), με τον οποίο αυτός (...) συγχωνεύθηκε και την κατά της αγωγής αυτής ένσταση του τελευταίου, περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.
Το επίδικο ακίνητο τυγχάνει αγροτεμάχιο, συνολικού εμβαδού 5.958 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ... πρώην ..., συνορεύει δε γύρωθεν ανατολικά επί πλευράς μήκους 105 μ. με αγροτικό δρόμο, βόρεια επί πλευράς μήκους 30μ. με ιδιοκτησία Μ. Γ. και σε τεθλασμένη γραμμή πλευράς μήκους 20 και 24 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.
Β., δυτικά επί πλευράς μήκους 75μ. με ιδιοκτησία Α. Φ. και νότια επί πλευράς μήκους 55μ. με ιδιοκτησία Δ. Β. και δεξαμενή τέως κοινότητας …, και εμφαίνεται στο από Ιουλίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Σ. Α. με τα περιμετρικά στοιχεία ...., Δυνάμει της με αριθ. .../1-7-1995 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πύργου Ε.
Α.- Ψ., που νόμιμα μετεγράφη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ωλένης, ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του κατά την 4-11-1979 αποβιώσαντος πατέρα του Ν. Β., στην οποία κληρονομιά περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, στο οποίο τον εγκατέστησε με την από 10-6-1973 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 85/14-8-1980 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Στον ως άνω δικαιοπάροχο δε του εν’ άγοντος το επίδικο είχε περιέλθει εξ ατύπου δωρεάς που έγινε από τον πατέρα Α. Β. (παππού του ενάγοντα) κατά το 1930 έτος, ο οποίος και μέχρι το θάνατο του το ενέμετο, ασκώντας σ’ αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, ήτοι το επιτηρούσε, φύτευσε περιμετρικά, πενήντα (50) ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον καρπό τους.
Έτσι, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ήτοι διά νομίμου τίτλου. Περαιτέρω και ο ίδιος συνέχισε τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου του με τον ίδιο τρόπο είτε αυτοπροσώπως, είτε ενίοτε μέσω των βοηθών νομής συγγενών του Κ. Γ. και Δ. Β., με διάνοια κυρίου, καλή, πίστη και νόμιμο τίτλο, έχοντας έτσι καταστεί κύριος αυτού σε κάθε περίπτωση και με πρωτότυπους τρόπους, ήτοι εκτάκτου και τακτικής χρησικτησίας.
Κατά τον Σεπτέμβριο ωστόσο του 1999 έτους η τέως κοινότητα ..., δια προστηθέντων προσώπων, προέβη σε ολική εκσκαφή και ισοπέδωση του χώρου του επιδίκου με σκοπό την δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων. Ως αιτιολογία της ενέργειας της επικαλέστηκε κυριότητα του αγροτεμαχίου, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, ισχυριζόμενη ότι αυτή τυγχάνει νομέας και κάτοχος του πράγματος από του έτους 1960, με πράξεις νομής ήτοι με διεξαγωγές ποδοσφαιρικών αγώνων των ομάδων τοπικών συλλόγων και διενέργεια σχολικών εκδρομών, επίσης συντήρηση του χώρου, με δαπάνες της για τον σκοπό αυτό.
Την ένσταση της αυτή προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναλαμβάνει κατ’ έφεση με τις προτάσεις της. Κατά την κρίση ωστόσο του Δικαστηρίου και κατ’ εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, η ένσταση αυτή τυγχάνει αναπόδεικτη και συνεπώς απορριπτέα ως ουσιαστικά σεβάσιμη. Πράγματι, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο διεξήγοντο ποδοσφαιρικοί αγώνες συλλόγων, οι οποίοι όμως αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα και , δεν είναι εκπρόσωποι του εναγομένου, ώστε να θεωρηθεί ότι ήσαν πράξεις νομής του.
Παρομοίως δε ούτε οι σχολικές εκδρομές μπορούν να γίνουν αντιληπτές και να θεωρηθούν ως πράξεις νομής αυτού (εναγόμενου), ούτε φανερώνουν διακατοχή με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, συντήρηση του χώρου με δαπάνες προϋπολογισμού της Κοινότητας, ήταν περιστασιακή και συνέβη μόνο τα τελευταία (προ καταλήψεως) έτη και όχι σε βάθος χρόνου, δηλαδή μόνο το 1995, όταν ενεγράφη στον προϋπολογισμό της κονδύλιο 200.000 δραχμών για συντήρηση γηπέδου.
Οι πράξεις συνεπώς αυτές δεν μπορούν, ως μεμονωμένες, να στοιχειοθετήσουν κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ούτε ως προς το στοιχείο της φυσικής εξουσίασης του πράγματος (corpus), ούτε ως προς τη διάνοια κυρίου (animus), κρινόμενη εν προκειμένω στο πρόσωπο των νομίμων εκπροσώπων και αντιπροσωπευτικών οργάνων της εναγομένης.
Αντίθετα, πράξεις νομής στο πρόσωπο του ενάγοντος κατά το επίδικο διάστημα απεδείχθησαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα από την κατάθεση της μάρτυρα Π. Γ. στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία "...ήταν του πατέρα μου...ο πατέρας μου το είχε από τον πατέρα του. Τις ελιές τις είχε ο παππούς...
ο Η. εφύτεψε ελιές... ο πατέρας μου πρέπει να είχε φυτέψει περιμετρικά... με τις εργασίες του Δήμου καταπλακώθηκαν 2 δένδρα, απ’ αυτά που είχε φυτέψει ο πατέρας μου...", σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση Ι. Β. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πύργου Ε. Α., σύμφωνα με την οποία "...το έτος 1968 ο πατέρας μου Ν. Β. φύτεψε σ’ αυτό περιμετρικά στις τρεις πλευρές του ελαιόδενδρα με χρήματα του Η....ο αδελφός μας Δ.ς μετά από το 1980 καλλιεργούσε για λογαριασμό του Η., φρεζάριζε το χωράφι, το έσπερνε γρασίδι και μάζευε τις ελιές..." ως και την ομοία του Κ.
Γ. στην ίδια ένορκη βεβαίωση "...ο πεθερός μου δίπλα από το ακίνητο που θα άφηνε με την διαθήκη του στη γυναίκα μου Μ. μου έδειξε τον αγρό Η. Β....μετά το 1980 και επειδή βρισκόταν στη Γερμανία καλλιεργούσε ο αδελφός του Δ. μέχρι το 1996 που πέθανε... δεν είχε ενοχληθεί από κανέναν... πήγαμε στο αγρονομείο Πελοπίου και υποβάλαμε μήνυση για αγροτική φθορά κατ’ αγνώστων το 1992.." (βλ.
από 20-10-1992 εξουσιοδότηση ενάγοντος προς Δ. Β. θεωρημένη την ίδια ημέρα στο ... από τον εκεί εργατικό Ακόλουθο της ελληνικής Επιτροπής του Υπουργείου Εργασίας). Αυτές δε ενισχύονται από την 22.6.1995 αίτηση της τότε κοινότητας ... προς την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, όπου αναφέρει ότι στερείται παντελώς γηπέδου χώρου προς άσκηση της νεολαίας και από αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1964 και 1987, όπου δεν φαίνεται χώρος συστηματικά διαμορφωμένος για διενέργεια αθλητικών αγώνων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ απέρριψε την κατ’ αυτής καταλυτική περί ιδίας κυριότητας ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, καθώς και τις αυτεπάγγελτες προστιθέμενες των άρθρων 980 και 983 του ίδιου κώδικα (άρθρ. 564 παρ. 4 ΚΠολΔικ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις, που προαναφέρθηκαν και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, χωρίς να αξιώσει περισσότερα από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, αν και περιληπτικές, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκτήσεως από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου παραγώγως και πρωτοτύπως, ήτοι από κληρονομική διαδοχή, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και της μη καταλύσεως της κυριότητας αυτής από αντίστοιχο δικαίωμα έκτακτης χρησικτησίας του εναγομένου - αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, από νόμιμα δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στις 4.11.1979 πατέρα του Ν., απέκτησε παραγώγως, από κληρονομιά, που νόμιμα αποδέχθηκε το 1995 και μετέγραψε, την κυριότητα του επιφανείας 5985 τ.μ. επιδίκου ακινήτου, την οποία (κυριότητα), ο δικαιοπάροχός του - πατέρας του είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το είχε νεμηθεί με τα οικεία προσόντα από το 1930 που του είχε παραδοθεί η νομή του από τον δικό του πατέρα Α. (παππού του ενάγοντα), με άτυπη δωρεά μέχρι το χρόνο του θανάτου του και ειδικότερα το επιτηρούσε και είχε φυτέψει σ’ αυτό περιμετρικά πενήντα ελιές, των οποίων τον καρπό μάζευε, τις ίδιες δε πράξεις συνέχισε μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 983) και ο ενάγων είτε αυτοπρόσωπα, είτε δια των αντιπροσώπων του - συγγενών του Κ.
Γ. (επ’ αδελφή γαμπρού του) και Δ. Β. (αδελφού του), μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1999 που αποβλήθηκε από την απώτερη δικαιοπάροχο του εναγομένου - αναιρεσείοντα Κοινότητα - ... (που αποτέλεσε στη συνέχεια δημοτικό διαμέρισμα του αρχικά εναγομένου ..., που συγχωνεύθηκε με τον αναιρεσείοντα ...), με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων), να καταστεί κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από το 1960 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, (τέλη του 2000), άσκησε στο επίδικο, συνεχώς και κατά τρόπο διαρκή και σταθερό πράξεις νομής δηλωτικές της βουλήσεώς του να εξουσιάζει το επίδικο ως δικό του, καθόσον η επικληθείσα πράξη της συντηρήσεως του χώρου με δαπάνες του προϋπολογισμού της Κοινότητας ..., ήταν περιστασιακή και συνέβη μόνο το 1995 και όχι σε βάθος χρόνου, ώστε να προκύπτει από αυτήν φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου, ενώ αποδείχθηκε ότι οι διενεργούμενοι στο επίδικο ποδοσφαιρικοί αγώνες, καθώς και οι σχολικές εκδρομές, λάμβαναν χώρα αυτοβούλως και όχι κατά αντιπροσώπευση της προαναφερθείσας Κοινότητας, ώστε να θεωρηθούν πράξεις, διακατοχής (νομής) στο όνομά της, στο δε επίδικο δεν φαίνεται χώρος συστηματικά διαμορφωμένος για τη διενέργεια αθλητικών αγώνων, πράγμα το οποίο δέχεται και η προαναφερθείσα Κοινότητα με την από 22.6.1995 επιστολή της προς τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών διατάξεων. Ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δύο λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και που είναι αντίθετο, με εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Προσέτι απαράδεκτες, είναι και οι αιτιάσεις που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Ενόψει, τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, ο δε αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ), μειωμένη όμως, σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.11.2016 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", κατά του Η. Β. του Ν., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 447/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ