Legislator Case Law & Legislation
122/2015 AI generated

122/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 122/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/9/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

122/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.

Keywords

AI generated
share premium right to higher insurance cover subscription-linked insurance cost sharing of the insured deficit of the marital property mutuality in health insurance
AI generated
1252/2018
Η από 8-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-9-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 2257/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 148/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της από 31-7-2014 (με αριθμό κατάθεσης ...-8-2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
1717/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
1298/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Eισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
1403/2006
Επειδή, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.
626/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 122 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 122/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυταλούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Η. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/9/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.

Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού (ΑΠ 16/2013). Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008), θεωρείται δε, ειδικώς ως προς την άσκηση αγωγής, ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη, από την χρονική στιγμή κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, χωρίς να είναι αναγκαίο να επακολουθήσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 215 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., και επίδοση αυτής στον εναγόμενο για να επέλθουν τα εκ του άρθρου 221 παρ. 1 του ίδιου κώδικα αποτελέσματα της εκκρεμοδικίας, του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος και της προτίμησης, αφού αυτά, ως συνέπεια της επίδοσης, ουδόλως σχετίζονται με το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει την αμοιβή του για την σύνταξη της αγωγής, σε κάθε περίπτωση δε, επί μη προσδιορισμού δικασίμου και επίδοσης από τον ενάγοντα, δικαίωμα επίσπευσης της συζήτησης έχει κατά το άρθρο 230 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

και ο ίδιος ο εναγόμενος, χωρίς εντεύθεν να συνάγεται ότι ο συντάξας και καταθέσας το δικόγραφο της αγωγής δικηγόρος δεν έχει προβεί σε ολοκληρωμένη για την απόληψη της αμοιβής του ενέργεια. Η λύση, άλλωστε αυτή εναρμονίζεται και με την γραμματική διατύπωση του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων που αναφέρεται απλώς σε σύνταξη αγωγής (ΑΠ 317/2007, ΑΠ 760/2007).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.100 παρ.1, 102 και 107 του ίδιου ως άνω ν.δ. 3026/1934 (Κώδικα περί Δικηγόρων), προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων.

Η εν λόγω ένσταση έχει ως βάση, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, διότι στην περίπτωση αυτή υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος ως προς την απόληψη αμοιβής, την οποία θέλει να αντιμετωπίσει η ανωτέρω διάταξη, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων (ΑΠ 1295/2010).

Σύμφωνα δε με την έννοια της παραπάνω διάταξης, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι η απαίτηση είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο του ενάγοντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνάται ποίοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη, αλλά, αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντος την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής (ΑΠ 847/1991, ΑΠ 59/1996). 0 αντίδικος του εναγομένου μπορεί με σχετική του αντένσταση, προς απόκρουση της ενστάσεως εκ του πιο πάνω άρθρου 102 του Δικηγορικού Κώδικα, να ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής ο ίδιος ο πληρεξούσιος δικηγόρος, ως συντάκτης της τελευταίας, συμμορφώθηκε προς έγγραφη εντολή του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του (ΑΠ 180/2008).

Εξάλλου, το άρθρο 116 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1934) δεν ορίζει αμοιβή για τη σύνταξη αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο τη δικαστική μεσεγγύηση πραγμάτων, ενώ, από το άρθρο 176 του Κώδικα αυτού, συνάγεται ότι πρέπει το κενό να πληρωθεί με προσφυγή σε ανάλογη εφαρμογή των διατάξεών του. Οι διατάξεις των άρθρων 107, 108 και 110 του εν λόγω Κώδικα, οι οποίες προνοούν για την αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής δεν είναι πρόσφορες να εφαρμοστούν αναλογικά, λόγω έλλειψης ταυτότητας του νομικού λόγου.

Περισσότερο αρμόζουν οι διατάξεις των παραγράφων 1-4 του άρθρου 114, διότι, σε αντίθεση προς την τακτική διαδικασία, η δίκη για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι απλή και συνοπτική, περιοριζόμενη ιδίως στην ανάπτυξη της υπόθεσης στο ακροατήριο, χωρίς μάλιστα την υποχρέωση κατάθεσης προτάσεων (ΑΠ 956/2007).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 622/1983). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 610/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), εν ενεργεία Δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, στα πλαίσια της επαγγελματικής του ενασχόλησης, τον Ιανουάριο του έτους 2009 ανέλαβε τον εν γένει χειρισμό των οικογενειακών του νομικών υποθέσεων που του ανέθεσε ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) και δη μιας μισθωτικής υπόθεσης με αντίδικο αυτού την Α.

Β.-Λ. (μισθώτρια ενός διαμερίσματος του), η οποία ευρίσκετο ήδη στο στάδιο της εκκρεμοδικίας. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την υπόθεση αυτή, είχε εκδοθεί η με αριθμ. 534/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί η ασκηθείσα από άλλον δικηγόρο με αριθμ. κατ. 187398/6781/2005 αγωγή αόριστη κατά ένα μέρος, ενώ η αντίδικος του εναγομένου Α.

Β.-Λ. είχε ασκήσει έφεση κατά της άνω απόφασης. Ακόμη ενόψει του ότι ο εναγόμενος πρώην κάτοικος ..., μετά το θάνατο του πατέρα του, Γ. Α. περί τα τέλη του έτους 2008, ενεπλάκη σε αντιδικία με τις εν ζωή μητέρα του, Ι. Α., και την αδελφή του Α. Α., καθώς είχε πληροφορηθεί ότι επρόκειτο να δημοσιευτεί διαθήκη του αποβιώσαντος πατέρα του, για τη γνησιότητα της οποίας διατηρούσε αμφιβολίες και μετά και τον θάνατο το καλοκαίρι του 2009 της μητέρας του Ι., εντάθηκε ακόμη περισσότερο η μεταξύ αυτού και της εν ζωή αδελφής του, Α., διένεξη, καθώς δημοσιεύθηκε διαθήκη της αποβιωσάσης μητέρας των, με την οποία η τελευταία αποκλήρωσε τον εν λόγω υιό της, αυτός απευθύνθηκε στον ενάγοντα τον Ιανουάριο του 2009, δίνοντας του εντολή, να αναλάβει τις υποθέσεις του.

Έτσι ο ενάγων, σε εκτέλεση της άνω εντολής που του δόθηκε από τον εναγόμενο, προέβη μεταξύ άλλων : 1) Σε παράσταση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά της Α. Β.-Λ., αξία γραμματίου 343 ευρώ... 2) Σε σύνταξη και κατάθεση της με αριθμό 11.1161/4090/2009 αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία μισθώσεων, για θεραπεία αοριστίας προηγουμένου δικογράφου, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 534/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την αγωγή αυτή διώκεται η επιδίκαση στον ενάγοντα και ήδη εναγόμενο ποσού 39.757,90 ευρώ, ως αποζημίωση για φθορές και βλάβες που η εναγομένη του είχε προκαλέσει στο μίσθιο διαμέρισμα που της είχε εκμισθώσει, επ' αυτής δε, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 47/2010 απόφαση του παραπάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή κρίθηκε αόριστη, πλην ενός κονδυλίου, και αφού έγινε δεκτή ως εν μέρει ουσία βάσιμη, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη εναγόμενο το ποσόν των 2.400 ευρώ.

Κατ' άρθρο 100 του Κώδικος περί Δικηγόρων, η αμοιβή ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής, ήτοι 39.757,90 ευρώ Χ2%=795,15 ευρώ. Δεδομένου όμως ότι η αγωγή απορρίφθηκε λόγω αοριστίας και η αναζήτηση της αμοιβής του ενάγοντος με ποσοστό 2% επί του αγωγικού αιτήματος με βάση το άρθρο 100 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι αυτός ευθύνεται για την μη ορισμένη και παραδεκτή σύνταξη του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να οριστεί η αμοιβή του ενάγοντος στο 2% επί του επιδικασθέντος με την άνω απόφαση ποσού των 2.400 ευρώ Χ 2%= 48 ευρώ καθώς και 2400 ευρώ Χ1%= 24 ευρώ για τη σύνταξη προτάσεων, κατά παραδοχή στην ουσία της κατά ένα μέρος, της ένστασης του εναγομένου, η οποία είναι νόμιμη και στηρίζεται στο άρθρο 102 του Δικηγορικού Κώδικα...

Έπειτα από αυτά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο τέταρτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών προβάλλει αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, για την εν μέρει κατ' ουσίαν παραδοχή της ενστάσεως αυτής και την ως άνω επιδίκαση στον εναγόμενο του ποσού των 72 ευρώ(48 + 24) ευρώ, καθώς και για έξοδα κοινοποίησης της αγωγής ύψους 50 ευρώ, διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υποβλήθηκε σε έξοδα κοινοποίησης της άνω αγωγής...

Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι ο ενάγων υποβλήθηκε σε έξοδα κοινοποίησης της υπ' αριθμ. 2500/12.3.2009 εφέσεως, ύψους 50 ευρώ, εφόσον δεν προσκόμισε σχετική έκθεση επιδόσεως, γενομένου δεκτού του πέμπτου λόγου εφέσεως ως προς το οικείο σκέλος του ως κατ' ουσίαν βασίμου. Περαιτέρω, όσον αφορά τη σύνταξη και κατάθεση της από 4.5.2009 (αριθμ.

κατ. 75572/ 5080/2009) αγωγής του Ι. Α. κατά Ι. και Α. Α., με την οποία διώκετο η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ύψους 117.000 ευρώ, ήτοι 58.500 ευρώ από εκάστη των εναγομένων για όσα αναφέρονται στην από 9.2.2009 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία και πρόσκληση των τελευταίων κατά του ιδίου και τα όσα ψευδή και δυσφημιστικά ο πρώτος θεωρεί ότι καταγράφονται σε βάρος του, το αιτηθέν αυτό ποσόν κρίνεται προφανώς εξογκωμένο για τέτοιας φύσης αγωγή, γενομένης εν μέρει δεκτής κατ' ουσίαν της προβληθείσας πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερομένης στο παρόν Δικαστήριο με τον έκτο λόγο εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου ενστάσεως του άρθρου 102 του Κώδικος περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 Α.Κ.

Και τούτο διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το αίτημα αγωγής τέτοιου αντικειμένου και δεδομένης της οικονομικής ευχέρειας των διαδίκων μερών, όπως αυτή διαπιστώνεται από την επισκόπηση του συνόλου της δικογραφίας, έπρεπε να αφορά το ποσόν των 30.000 ευρώ για εκάστη των εναγομένων και συνολικά για το ποσόν των 60.000 ευρώ.

Με βάση επομένως την ουσιαστική αυτή παραδοχή, ο κανονισμός της αμοιβής του ενάγοντος δεν θα γίνει σύμφωνα με το αναφερόμενο σε ορισμένη χρηματική ποσότητα αγωγικό αίτημα, αλλά με βάση το άνω ποσόν των 60.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των πραγματικών και νομικών δεδομένων.

Συνεπώς, το αίτημα της αγωγής που ανερχόταν σε 117.000 ευρώ, πρέπει να μειωθεί κατά το ποσόν των 57.000 ευρώ, οπότε απομένει το ποσόν των 60.000 ευρώ και αυτό ακριβώς θα ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου, ως βάση για την αμοιβή του ενάγοντος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, η αμοιβή του τελευταίου για την σύνταξη και κατάθεση της ανωτέρω αγωγής κατά της αδερφής και μητέρας του, ως προς τη δεύτερη των οποίων δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήρε τη σχετική εντολή του, ανέρχεται στο ποσόν των 60.000 ευρώ Χ 2%= 1200 ευρώ, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου εφέσεως του εναγομένου (.....).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που επαναφέρει με το οικείο σκέλος του έβδομου λόγου εφέσεως, με τον οποίο προβάλλει ότι η υπ' αριθμ. κατ. 123.744/7140/2010 αγωγή που ο εφεσίβλητος, συνέταξε και κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφόμενη κατά της αδερφής του Α.

Α. με την οποία ζήτησε α) την αναγνώριση της ακυρότητας της από 14.12.2006 δημοσίας διαθήκης του αποβιώσαντος πατρός του Γ. Α. για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους και β) μετά ταύτα του εξ αδιαθέτου και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου κληρονομικού δικαιώματος επί της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός του, άλλως του κατά το 1/4 ποσοστού, ως νομίμου μεριδούχου, επί της άνω κληρονομιάς, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και ως εκ τούτου δεν δικαιούται 2% επί του αντικειμένου της, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος, άλλως δικαιούται, μειωμένης στο προσήκον μέτρο, αμοιβής, κατά άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής κρίνεται, ότι αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα προς θεμελίωση της κατ' άρθρο 1719 αρ.3 ΑΚ περιστατικά και δη αναφέρεται σ' αυτήν η ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του και ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζαν αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του καθώς τα ακίνητα και κινητά που απαρτίζουν την κληρονομιαία περιουσία του πατρός του, εκτός από το αίτημα αυτής που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης καθό μέρος αφορά αυτή 3000 λίρες συνολικής αξίας 600.000 ευρώ και 30 πίνακες ζωγραφικής αξίας 10.000 ευρώ εκάστου και συνολικής αξίας 300.000 ευρώ της κληρονομιαίας περιουσίας, ως προς τα οποία τυγχάνει αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως καθόσον ουδόλως αυτά προσδιορίζονται στο δικόγραφό της.

Ο λόγος αυτός εφέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ως άνω αγωγή πλην των προαναφερθέντων δύο κονδυλίων, περιέχει όλα τα υπό του νόμου απαιτούμενα για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 1719 ΑΚ περιστατικά, σύμφωνα με τις ειρημένες νομικές σκέψεις. Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτός ως προς το δεύτερο σκέλος του ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ως προς το μέρος που αφορά τη μείωση της αμοιβής του ενάγοντος κατ' άρθρο 102 του Κώδικος περί Δικηγόρων.

Κατ' άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου ανέρχεται σε 2% επί του αντικειμένου της, ήτοι 937.250 Χ 2% =18.745 ευρώ. Πλην όμως το αίτημα αυτό παρουσιάζεται προφανώς εξογκωμένο, γενομένης δεκτής κατά ένα μέρος της ένστασης του εναγομένου του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς κατά το ως άνω ποσόν των 900.000 ευρώ η αγωγή αυτή είναι προδήλως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αμοιβή του ενάγοντος για την ανωτέρω αιτία ανέρχεται στο ποσόν των 1.874.500ευρώ - 900.000 ευρώ = 974.500 ευρώ: 2 = 487.250 ευρώ Χ 2% = 9.745ευρώ. Ωσαύτως ο εκκαλών διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που επαναφέρει με το οικείο σκέλος του έβδομου λόγου εφέσεως, ότι η υπ' αριθμ.

κατ. 123.740/7138/ 2010 αγωγή του Ι. Α. απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και στρεφόμενη κατά της Α. Α. με την οποία διώκετο η αναγνώριση της ακυρότητας της από 16.7.2009 δημοσίας διαθήκης της αποβιωσάσης μητρός του, για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους και μετά ταύτα του εξ αδιαθέτου και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου κληρονομικού δικαιώματος επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτής, άλλως του κατά 1/4 ποσοστού του, ως νομίμου μεριδούχου, επί της άνω κληρονομιάς, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και ως εκ τούτου δεν δικαιούται 2% επί του αντικειμένου της, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος, άλλως δικαιούται μειωμένης στο προσήκον μέτρο αμοιβής κατά άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής κρίνεται ότι αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα προς θεμελίωση της κατ' άρθρο 1719 αρ.3 ΑΚ περιστατικά και δη αναφέρεται σ' αυτήν η ανικανότητα της διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων της και ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζαν αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, καθώς τα ακίνητα και κινητά που απαρτίζουν την κληρονομιαία περιουσία του πατρός του (ορθό:

μητρός του) και κατελήφθησαν με την άνω διαθήκη, εκτός από το αίτημα αυτής που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της άνω διαθήκης που αφορά κινητά και δη 3000 λίρες συνολικής αξίας 600.000 ευρώ και 30 πίνακες ζωγραφικής αξίας 10.000 ευρώ εκάστου και συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, διαφόρων κοσμημάτων συνολικής αξίας 500.000 ευρώ και εργόχειρων συνολικής αξίας 30.000 ευρώ, ως προς τα οποία τυγχάνει αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον ουδόλως προσδιορίζονται αυτά στο δικόγραφο της.

Ο λόγος αυτός εφέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ως άνω αγωγή πλην των προαναφερθέντων δύο κονδυλίων, περιέχει όλα τα υπό του νόμου απαιτούμενα για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 1719 ΑΚ περιστατικά... Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτός ως προς το δεύτερο σκέλος του ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ως προς το μέρος που αφορά τη μείωση της αμοιβής του ενάγοντος κατ' άρθρο 102 του Κώδικος περί Δικηγόρων.

Κατ' άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου ανέρχεται σε 2% επί του αντικειμένου της, ήτοι 1.785.750 Χ 2% = 35.715 ευρώ. Πλην όμως το αίτημα αυτό παρουσιάζεται προφανώς εξογκωμένο, γενομένης δεκτής κατά ένα μέρος της ένστασης του εναγομένου του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς κατά το ως άνω ποσόν των 1.430.000 ευρώ η αγωγή αυτή είναι προδήλως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αμοιβή του ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία ανέρχεται στο ποσόν των ευρώ 2.141.500 ευρώ :2 =1.070.750 ευρώ Χ 2%= 21.415 ευρώ (......). Ακόμη για τη σύνταξη και κατάθεση της υπ' αριθμ. 147.874/ 13.580/2010 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά Α. Α. για διορισμό μεσεγγυούχου της κληρονομικής ομάδας, αξίας 2.723.000, ο ενάγων ζήτησε βάσει του άρθρου 116 Κώδικα Δικηγόρων το ποσοστό 2% επί του αντικειμένου, ήτοι 2.723.000 Χ 2%=54.460 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι 12.525,80 ευρώ = 66.985,80 ευρώ.

Το ποσόν όμως αυτό, που ορίζεται ως αξία του αντικειμένου της διαφοράς στην αίτηση αυτή, παρουσιάζεται προφανώς εξογκωμένο για τέτοιας φύσεως αγωγή, γενομένης δεκτής της ένστασης του εναγομένου, που επαναφέρει με λόγο εφέσεως, του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το αίτημα της αγωγής τέτοιου αντικειμένου, όπως αυτή διαπιστώνεται από την επισκόπηση του συνόλου της υπό κρίση δικογραφίας, έπρεπε να αφορά το ποσόν των ευρώ.

Με βάση επομένως αυτήν την ουσιαστική παραδοχή, ο κανονισμός της αμοιβής του ενάγοντα δεν θα γίνει σύμφωνα με το αναφερόμενο σε ορισμένη χρηματική ποσότητα αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσόν που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των πραγματικών και νομικών δεδομένων. Ως εκ τούτου, το αίτημα της αίτησης, που ανερχόταν στο ποσόν των ευρώ, πρέπει να μειωθεί ως άνω κατά το ποσόν των 1.430.000 ευρώ, οπότε και απομένει το ποσόν των 2.141.500 : 2 =1.070.750 ευρώ και ακριβώς αυτό θα ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου ως βάση για τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 1.070.750 ευρώ Χ 2% = 21.415 ευρώ.

Επισημαίνεται, ότι επρόκειτο για διαφορετικές υποθέσεις, για τις οποίες ο δικηγόρος δεν παρείχε την Ιδία εργασία, λόγω της φύσεως των υποθέσεων και δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με ενιαία απασχόληση και όσα αντίθετα προβάλλει ο εκκαλών είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ακόμη για σύνταξη/κατάθεση της υπ' αριθμ. 12.996/2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά Α.

Α. για απόδοση της νομής κινητών πραγμάτων, αξίας 105.100 €, η αμοιβή υπολογίζεται βάσει του άρθρ. 116 Κωδ. Δικηγόρων σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου, ήτοι 105.100 ευρώ Χ 2% = 2.102 €. Το ως άνω ποσόν δεν κρίνεται εξογκωμένο, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης του εναγομένου, που επαναφέρει με τον δέκατο λόγο εφέσεως, ως ουσία αβάσιμης.

Επίσης, ο ενάγων δικαιούται και 50 ευρώ για επίδοση στην Α. Α. της υπ' αριθμ. 120215/10236/2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ως προς το οποίο όμως κεφάλαιο δεν πλήττεται η εκκαλουμένη. Αντίθετα δεν πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το αναλογούν στην άνω αμοιβή του ενάγοντος ποσόν για 23% Φ.Π.Α. για τις παραπάνω αγωγές και αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αντίστοιχα, εφόσον ο ενάγων δεν αποδεικνύει ότι έχει καταβάλει τον άνω φόρο, δια της προσκομίσεως διπλότυπης απόδειξης παροχής υπηρεσιών στην οποία να γίνεται μνεία περί αυτού και περί βεβαιώσεως της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

περί την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού Φ.Π.Α., κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου της ένδικης εφέσεως. Το Νοέμβριο του έτους 2010, ο εναγόμενος ήρε τις ως άνω εντολές του στον ενάγοντα και συνεπώς δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους για την αμοιβή τους, ο πρώτος οφείλει ως αμοιβή στο δεύτερο για τις άνω ενέργειες του, βάσει του Κώδικα περί Δικηγόρων, το ποσόν των 57.131 ευρώ (343 + 48 + 50 + 24 + 739 + 1.200 + 9.745 + 21.415 + 21.415 + 2.102 + 50)".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) ως αμοιβή μεγαλύτερα των ανωτέρω ποσά, και αφού αφαίρεσε το ποσό των 1.900 ευρώ που είχε καταβληθεί στον τελευταίο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σ' αυτόν τελικά το ποσό των 55.231 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή, ότι για τη σύνταξη αιτήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί διορισμού μεσεγγυούχου πραγμάτων κληρονομικής ομάδας, η αμοιβή του αναιρεσίβλητου ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι σε 21.415 ευρώ, με βάση το άρθρο 116 Κώδικα περί Δικηγόρων, ενώ έπρεπε να υπολογίσει την αμοιβή με βάση το άρθρο 114 παρ. 3 Κ.

Δικηγ. (30 "δραχμές" Κώδικα Δικηγόρων Χ συντελεστή 140), το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις των άρθρων 116 και 114 παρ. 3 του Κώδ. Δικ., την τελευταία μη εφαρμόζοντάς την, αν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η αιτίαση ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων για απόδοση της νομής κινητών πραγμάτων ενώπιον του Ειρ.

Αθηνών, έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το άρθρο 114 παρ. 3 του Κώδ. Περί Δικηγόρων και όχι με βάση το άρθρο 116 του ίδιου Κώδικα (2% επί του αντικειμένου της διαφοράς), όπως έκρινε το Εφετείο, είναι αβάσιμη, αφού για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής είναι εφαρμοστέα η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 116 του Κώδ.

Δικηγόρων, και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, Περαιτέρω το Εφετείο σε σχέση με τον καθορισμό του αντικειμένου της δίκης α) επί της 123740/7138/2010 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της Α. Α. (αδελφής του) με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της από 16.7.2009 δημόσιας διαθήκης της αποβιωσάσης μητέρας του, η κληρονομία της οποίας περιελάμβανε ακίνητα και κινητά πράγματα και β) επί της 123744/7140/2010 αγωγής του αναιρεσείοντος επίσης κατά της Α.

Α. με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της από 14.12.2006 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα του, η κληρονομία του οποίου περιελάμβανε ακίνητα και κινητά πράγματα, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 98, 100, 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αφού δεν περιέχει αιτιολογίες για την αξία των πραγμάτων αυτών κατά το χρόνο ασκήσεως των αγωγών, ώστε, μετά την παραδοχή του προφανώς εξογκωμένου του αιτήματος της αγωγής του αναιρεσίβλητου σχετικά με την αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση των αγωγών αυτών, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής των άρθρων 98, 100 και 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι του καθορισμού του αντικειμένου της δίκης, από το οποίο εξαρτάται ο υπολογισμός της δικηγορικής αμοιβής.

Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως (κατ' αμφότερα τα σκέλη του), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα άρθρα 102 του Κώδ. Περί Δικηγόρων και 281 ΑΚ, σε συνδ.

με 25 Συντ/τος, σε σχέση με την απόρριψη της ενστάσεώς του περί του προφανώς εξογκωμένου του αιτήματος της αγωγής για απόληψη δικηγορικής αμοιβής επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε διαφορά νομής κινητών πραγμάτων. Το Εφετείο σχετικά με το λόγο αυτό αναιρέσεως, δέχθηκε τα εξής: "Ακόµη για σύνταξη / κατάθεση της υπ' αριθµ. 12.996/2010 αίτησης ασφαλιστικών µέτρων νοµής κινητών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά Α.

Α. για απόδοση της νοµής κινητών πραγµάτων, αξίας 105.100 ευρώ, η αµοιβή υπολογίζεται βάσει του άρθρ.116 Κωδ. Δικηγόρων σε ποσοστό 2% επί του αντικειµένου, ήτοι 105.100 ευρώ Χ 2% = 2.102 €. Το ως άνω ποσόν δεν κρίνεται εξογκωµένο, απορριπτόµενης της σχετικής ένστασης του εναγοµένου, που επαναφέρει µε τον δέκατο λόγο εφέσεως, ως ουσία αβάσιµης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 102 Κώδ. Περί Δικηγόρων και 281 ΑΚ, αφού δεν περιέχει καμμία αιτιολογία για τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε σχετικά με την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί προφανώς εξογκωμένου του σχετικού αιτήματος της αγωγής και ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔικ, αληθώς όμως μόνο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (κατ'αμφότερα τα σκέλη του) είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός περί αοριστίας να έχει προταθεί στο δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση, αφού δεν είναι από εκείνους που λαμβάνονται κατ' εξαίρεση υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη τη ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν διαλαμβάνει τα ελλείποντα στοιχεία της αγωγής, είναι επί πλέον αόριστος και διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε σχετική πρόταση της αοριστίας στο Δικαστήριο της ουσίας.

Ομοίως αόριστος είναι ο λόγος αυτός (πρώτος) κατά το μέρος του από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ γιατί δεν αναφέρονται τα στοιχεία που απαιτούνται για τη συγκρότησή του, αλλά γίνεται απλή αριθμητική επίκληση του αριθμ. 11 του εν λόγω άρθρου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή των δευτέρου, τετάρτου και εβδόμου λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ανωτέρω αναφέρεται, ήτοι ως προς τα επί μέρους κονδύλια των 21.415 € (δεύτερος λόγος αναιρέσεως σχετικά με αμοιβή αναιρεσίβλητου για αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μον.

Πρωτοδικείου Αθηνών για διορισμό μεσεγγυούχου), 21.415 € (τέταρτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο σκέλος, από αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ σε σχέση με αξία πραγμάτων, επί αγωγής αναγνωρίσεως ακυρότητας κλπ. δημοσίας διαθήκης της μητρός του αναιρεσείοντος), 9.745 € (τέταρτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο σκέλος, από αρ.19, σχετικά με αμοιβή αναιρεσίβλητου για αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας κλπ δημοσίας διαθήκης του πατρός του αναιρεσείοντος), 2.102 € (έβδομος λόγος αναιρέσεως σχετικά με αμοιβή αναιρεσίβλητου για αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής), ενώ παρέλκει η έρευνα του έκτου λόγου από τον αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ και η έρευνα του πρώτου λόγου κατά το μέρος που προσάπτονται συνοπτικώς αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες όμως επαναλαμβάνονται διεξοδικώς στους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

Η έρευνα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθίσταται αλυσιτελής, διότι έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (αμοιβή για αίτηση ασφ. μέτρων περί διορισμού μεσεγγυούχου) και ο έβδομος λόγος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου (αμοιβή για αίτηση ασφ. Μέτρων νομής κινητών πραγμάτων).

Επίσης, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του όγδοου λόγου αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (αμοιβή για την αίτηση για διορισμό μεσεγγυούχου), ο τέταρτος λόγος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου (αμοιβή για αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας των διαθηκών κλπ.

της μητέρας και του πατέρα του αναιρεσείοντος) και ο έβδομος λόγος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου (αμοιβή για αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής). Μετά την αναίρεση της αποφάσεως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 387/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ