Legislator Case Law & Legislation
122/2013 AI generated

122/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 122/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

122/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο διάδικος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι.

Keywords

AI generated
duty to establish identity role of leader or instigator standing of shareholder declaration of false identity third-party claim procedure in attachment unauthorized representation
AI generated
2157/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
1577/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
1285/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
763/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1825/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 122 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 122/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Α. συζύγου Κ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μαρκάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4464/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1849/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο διάδικος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 22-6-2012 πράξη της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., επί αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η συζήτηση της παρούσης υποθέσεως επισπεύθηκε από τον αναιρεσείοντα, με εντολή του οποίου η εν λόγω επιμελήτρια επέδωσε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη το ίδιο αντίγραφο, το οποίο περιέχει πράξη για τον ορισμό δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο η τελευταία. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του, σαν να ήταν παρών. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε εκείνην (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 552/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως, ήτοι τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις αναφερόμενες τρεις ένορκες βεβαιώσεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, εσχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, με το οποίο, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε και τα εξής:

Ότι ο (μη διάδικος εδώ) δικηγόρος Κ. Α., όταν στο παρελθόν, επ' ευκαιρία άλλης δίκης στην οποία υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, περιήλθε στην κατοχή του η αστυνομική ταυτότητά της, κατεσκεύασε άλλη, πλαστή ταυτότητα, περιέχουσα τα στοιχεία της, με την οποία εφοδίασε άλλη γυναίκα, ακολούθως δε η τελευταία, μαζί με τον ανωτέρω δικηγόρο, α') εμφανίσθηκε στον αναιρεσείοντα και συνήψε με αυτόν τις επίδικες συμβάσεις δανείου εξαπατήσασα τον ίδιον, ότι δήθεν αυτή ήταν η αναιρεσίβλητη και β') εμφανίσθηκε ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών και εξαπατήσασα αυτόν, ότι δήθεν ήτο η αναιρεσίβλητη, συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 336, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως.

Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).

Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, αφού τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν ελήφθησαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαιώσεως (πρβλ. Α.Π. 187/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις μνημονευόμενες ιδιαιτέρως υπ' αριθμ. ..., ..., .../7-8-2005 ένορκες βεβαιώσεις των Γ.

Σ., Μ. Κ. και Ε. Κ., οι οποίες συνετάγησαν νομίμως, κατ' άρθρον 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Μπουρνόζου και όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από αυτήν την αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. .../1999 ένορκη βεβαίωση του συζύγου της αναιρεσίβλητης Κ.

Γ. Α., η οποία συνετάγη επ' ευκαιρία άλλης δίκης, η οποία προηγήθηκε από την άσκηση της ένδικης αγωγής, ως εκ τούτου δε, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία της στην απόφαση, αλλά αποτελεί απλό έγγραφο, το οποίο συνεκτιμάται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Εξ άλλου, το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. ορίζει: "Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικος, "Τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο.

Επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη". Από τον συνδυασμό των δύο τελευταίων διατάξεων συνάγεται, ότι η δικαστική απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί από τον αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστή, αποτελεί δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστή ή ενώπιόν του.

Ανταπόδειξη χωρεί, μόνον εφόσον το έγγραφο αυτό προσβληθεί ως πλαστό. Αντιθέτως, ως προς τα περιστατικά τα οποία περιέχονται στην απόφαση και ειδικότερα στο εισαγωγικό τμήμα της και τα οποία δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη και γνώση του δικαστού και την αλήθεια των οποίων όφειλε αυτός να διαπιστώσει, η απόφαση αποτελεί κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ.

πλήρη απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., εκείνος ο οποίος αμφισβητεί την αλήθειά τους. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και το περιστατικό, κατά το οποίο φυσικό πρόσωπο εμφανίζεται κατά την δίκη ενώπιον του δικαστού και μάλιστα στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αυτοπροσώπως και δηλώνει ψευδώς, ότι είναι ο διάδικος, επί πλέον δε, υπογράφει ενώπιον του δικαστού στη σχετική αίτηση, ότι συμφωνεί στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε βάρος της περιουσίας του και υπέρ του φερομένου ως αντιδίκου του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 26713/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έγινε δεκτή αίτηση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και παρεσχέθη σε αυτόν η άδεια για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε βάρος ακινήτων της. Στο εισαγωγικό τμήμα της αποφάσεως αναφέρεται, ότι η αναιρεσίβλητη παρέστη στην δίκη εκείνη αυτοπροσώπως και συνήνεσε για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης, υπογράψασα προς τούτο στην αίτηση. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, καίτοι η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προσεβλήθη ως πλαστή, δέχθηκε με ανταπόδειξη, σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και αποφάνθηκε, ότι αυτή δεν είχε παραστεί στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και η κατά τα άνω υπογραφή της ήτο πλαστή. Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι σύμφωνη με την διάταξη του άρθρου 440 Κ.Πολ.Δ. και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως εκ τούτου δε, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1849/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ