Legislator Case Law & Legislation
122/2011 AI generated

122/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 122/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επί παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής.

Legislator headnote

AI generated

122/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.

Keywords

AI generated
deficit working hours termination of benefits inadequate constitutional complaint forfeiture period one-year qualifying period duration of incapacity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 122 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Επί παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής.

Αριθμός 122/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2001 μη οριστική και 2498/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 21 και 51 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β 568/1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή και Διευθυντή, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού, κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του κρινομένου, σε συνδυασμό και προς τα τυπικά προσόντα αυτού, όλες δε οι προϋποθέσεις αυτές προαγωγής ελέγχονται και συνεκτιμώνται από το συμβούλιο με βάση το σύνολο των στοιχείων του ατομικού φακέλλου και τα φύλλα ποιότητος και προαγωγής του υποψηφίου για προαγωγή.

Τυπικό προσόν για το ανώτατο προσωπικό είναι η γνώση μιας από τις γλώσσες Αγγλικής, Γαλλικής ή Γερμανικής, ενώ στα ουσιαστικά προσόντα περιλαμβάνονται και η διδασκαλία στις σχολές προσωπικού Ο.Τ.Ε., η μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή ή ημεδαπή, η σύνταξη μελετών με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις η συμμετοχή σε συνέδρια ή συνόδους που έχουν αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, ασχέτως του αν επιβάλλονται από τον Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., ως υπηρεσιακά καθήκοντα.

Επίσης ουσιαστικά προσόντα είναι το συγγραφικό έργο με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η απονομή από τον Ο.Τ.Ε. ηθικών αμοιβών, η γνώση ξένων γλωσσών πέραν της κατά τα ανωτέρω μιας υποχρεωτικής. Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων, που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ, ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητα της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ.

Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευση τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Τέλος, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετή, παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ .Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3-11-1971, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος αυτής και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέχει, πλασματικά, από 12-7-1988, δυνάμει της 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία αποδέχτηκε η εναγομένη με το από 12-4-1995 σχετικό Πρακτικό Συμβιβασμού που υπογράφηκε και από τα δύο διάδικα μέρη και πραγματικά από 6-9-1994.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1992, 1993, 1994 και 1995 για την κάλυψη θέσεων Διευθυντών, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης προήγαγε άλλους συναδέλφους του ενάγοντος και παρέλειψε να προαγάγει αυτόν αν και, κατά τους ισχυρισμούς του, υπερείχε καταφανώς από όλους όσους προήχθησαν, αντίστοιχα, στις ως άνω προαγωγικές κρίσεις ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η κατά τα ως άνω παράλειψή του είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να ματαιωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων για την τοποθέτησή του σε μία από τις αντίστοιχες κενές θέσεις Διευθυντών, με συνέπεια να υποστεί, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1992 έως 31-5-1995, ζημία ισόποση με το μηνιαίο επίδομα ευθύνης θέσεως στάθμης Διεύθυνσης και με τη μηνιαία αποζημίωση ανώτατου προσωπικού της εναγόμενης, τα οποία, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής είχαν χορηγηθεί στους Προϊστάμενους Στάθμης Διεύθυνσης, Υποδιεύθυνσης και Τομέα, αντίστοιχα και στο προσωπικό αυτής με βαθμό Υποδιευθυντή και άνω, ποσού 8.806,30 ευρώ, καθώς και ζημία ύψους 3.448,27 ευρώ, ισόποση με τη διαφορά των τακτικών αποδοχών που θα λάμβανε, με συνυπολογισμό σ' αυτές από 1-6-1995 έως 1-1-1997 των εξόδων κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου Στάθμης Διεύθυνσης, και εκείνων που λάμβανε πράγματι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ως Προϊστάμενος Υποδιεύθυνσης.

Οι παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντος, ως γενεσιουργό αιτία έχουν την φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, τα οποία παράνομα και υπαίτια παρέλειψαν αυτόν από την προαγωγή του στο βαθμό του Διευθυντή. Ο ενάγων έλαβε γνώση των διαδοχικών παραλείψεών του κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1992, 1993 και 1994, της προαγωγής των, προς σύγκριση συναδέλφων του, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, καθώς και του υπόχρεου προς αποζημίωσή του, αλλά και των επιζήμιων συνεπειών της φερόμενης ως τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας, μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ.

αυτής και συγκεκριμένα για τις προαγωγές του έτους 1992, στις 30-6-1992 για τις προαγωγές του έτους 1993 στις 4-5-1993, ενώ δεν έγιναν προαγωγές για το έτος 1994 και η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, που έγινε την 28-3-1995, αφορούσε τις προαγωγές για το έτος 1995 και κατά συνέπεια από τα προαναφερόμενα χρονικά σημεία 30-6-1992,4-5-1993 και για το έτος 1994 μέχρι 31-12-1994, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι επίδικες αξιώσεις αυτού, τόσο για την αναγνώριση του δικαιώματός του προς προαγωγή, όσο και για την αποκατάσταση της επικαλούμενης περιουσιακής του βλάβης από τις διαδοχικές παραλείψεις του και των επιζήμιων συνεπειών τους, μπορούσε να ασκήσει την σχετική αγωγή του.

Με βάση αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής( 20-2-2000), είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις του, που αφορούσαν τα έτη 1992, 1993 και 1994, αφού από του χρονικού σημείου αφετηρίας της πενταετούς παραγραφής αυτών, ( 30-6-1992, 4-5-1993 και 31-12-1994, αντίστοιχα,), μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία (20-2-2000), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και στη συνέχεια απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος, που αφορούσε τις παραπάνω αξιώσεις, λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, εννόμου συμφέροντος αυτού.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 937 Α.Κ. και 9 παρ. 4 του ΓΚΠ/ΟΤΕ ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή".

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του πως είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής με αναγνώριση της αξίωσης από την αναιρεσίβλητη, η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 2781/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα προαγωγής του σε Υποδιευθυντή και στη συνέχεια με το από 12/4/1995 πρακτικό συμβιβασμού, αποδέχθηκε την απόφαση και δεν άσκησε κατ' αυτής ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του να επιμηκυνθεί σε εικοσαετή.

Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των προτάσεων του ενάγοντος στο πρωτόδικο δικαστήριο, της αντέφεσης αυτού κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρισμό για διακοπή της προβληθείσας, νομότυπα, από την εφεσίβλητη, ένστασης παραγραφής, με αναγνώριση των αξιώσεων του και επιμήκυνση του χρόνου της σε εικοσαετή, και σε κάθε περίπτωση δεν επανέφερε αυτόν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι με την ν τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στον βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο του αναιρεσίβλητου Οργανισμού, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου του, για καταχρηστική παράλειψη του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίον παραλήφθηκε βαθμό.

Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος του Οργανισμού να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησης του, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού του, με βάση τα θεωρούμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό τον φόβο της κρίσεως ως καταχρηστικής κάθε παραλείψεως προαγωγής υπαλλήλου του, ενώ θα παραβίαζε ευθέως τον σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού αυτού, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ' εκλογή έχει η συμπλήρωση διετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενη βαθμό (ΟΛ.ΑΠ 11/2010).

Εξάλλου, ο παραπάνω Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την 8155/25-5-1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983) και μετά την τροποποίηση αυτή το άρθρο 12 αυτού όριζε στην παρ. 1 εδ. α' ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του, στην παρ. 2 εδ.

β' ότι στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού και στο εδ. α' της ίδιας παρ. 2 ότι η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο.

Οι διατάξεις όμως της ανωτέρω Υ.Α. 8155/1983, κατά το μέρος που τροποποίησαν ή αντικατέστησαν ως ανωτέρω τις παρ. 1α' και 2β' του άρθρου 12 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, ακυρώθηκαν με την 5095/1984 απόφαση του Σ.τ.Ε. και επαναφέρθηκε έτσι η ρύθμιση που υπήρχε πριν από την έκδοση της άνω Υ.Α. και συγκεκριμένα η αρχική διάταξη της παρ. 1α', που ορίζει ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητας, στην οποία ανήκει και του βαθμού, τον οποίο φέρει, ενώ έπαυσε να υπάρχει η ρύθμιση της παρ. 2β' και δεν είναι γι' αυτό δυνατή η ανάθεση στο προσωπικό με βαθμό Α4 και άνω της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού, αφού μετά την ακύρωση της ρυθμίσεως της παρ. 2 β' δεν επαναφέρθηκαν σε ισχύ οι παρόμοιες διατάξεις των περιπτ.

δ' και ε' της παρ. 1 του άρθρου 12. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Ο.Τ.Ε. δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, στο ανώτατο προσωπικό του τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από άλλους ομοιόβαθμους συναδέλφους του (άρθρ. 12 παρ. 2 δ'), δεν δικαιούται όμως να αναθέτει σε υπάλληλό του καθήκοντα κατώτερα από εκείνα που αντιστοιχούν στον βαθμό του ή να μην αναθέτει σ' αυτόν ανάλογα με τον βαθμό του καθήκοντα γιατί έχουν τοποθετηθεί στις αντίστοιχες θέσεις υπάλληλοι κατώτερου βαθμού (Α.Π. 1241/2003).

Σε μία τέτοια περίπτωση η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ΟΤΕ είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και δεν υπερβαίνει απλώς τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά συνιστά ανεπίτρεπτη μονομερή και βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως. Εξάλλου, η αποζημίωση κατά το άρθρο 298 εδ.

β' ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτή, συνίσταται στη ματαίωση συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος (παράλειψης) της αύξησης της περιουσίας του παραλειφθέντος, η οποία αύξηση χωρίς αυτό θα επερχόταν με κάθε πιθανότητα.

Περαιτέρω, με την από 17-4-1995 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίσθηκε μεταξύ το Ο.Τ.Ε. και της Ο.Μ.Ε.-Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 και των άρθρων 2 παρ. 6β του Ν. 2167/1993 και 2 παρ. 2α του Ν. 2257/1994, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα και άνω πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

Στην ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή, που ορίζεται κάθε φορά από το Δ.Σ. ή τον διευθύνοντα σύμβουλο, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού, που επιλέχθηκε, γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου ή του συμβουλίου προσωπικού για ορισμένη διετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνσης και διεύθυνσης αντίστοιχα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ Ο.Τ.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2. Ν. 2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1.6.1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.

του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1.6.1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά βαθμό και θέση στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ "2. ...

είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησης τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.

στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του ...". Από τις διατάξεις αυτές της παραπάνω ΕΣΣΕ που όπως σημειώθηκε είναι κανονιστικού περιεχομένου και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1.6.1995 και εφεξής, στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε.

έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, άλλ' αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε. συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι' αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε.

και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους. Εξ αυτού συνάγεται ότι σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη Ο.Τ.Ε., που δεν ανέθεσε στο μισθωτό καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ο τελευταίος δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους.

Και τούτο γιατί τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως τα οποία εκ της μη αναθέσεως των καθηκόντων προϊσταμένου στερήθηκε, ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν δια της απολήψεώς τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (Ολ.Α.Π. 11/2007, 12/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που στηρίζεται σε παράνομη παράλειψη της προαγωγής του στον βαθμό του υποδιευθυντή, στον οποίο προήχθη από 12-7-1988 δυνάμει της τελεσίδικης 2781/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να επιδικασθεί σ' αυτόν αποζημίωση, διότι, εξαιτίας της παράνομης παραλείψεώς του, δεν άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε αν είχε προαχθεί κανονικά στον ανωτέρω βαθμό και στερήθηκε έτσι το επίδομα ευθύνης κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995, τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-1995 μέχρι 30-6-1996 και το επίδομα ανωτάτων στελεχών-που χορηγήθηκε με απόφαση του Δ.Σ.

του ΟΤΕ στο προσωπικό για βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, εφόσον κατείχε ή κατέχει θέση προϊσταμένου διευθύνσεως ή υποδιεύθυνσης για ένα ίσως τουλάχιστο έτος, κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 3-11-1971, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέχει, πλασματικά, από 12-7-1988, δυνάμει της υπ' αριθμόν 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία αποδέχτηκε η εναγόμενη με το από 12-4-1995 σχετικό Πρακτικό Συμβιβασμού που υπογράφηκε και από τα δύο διάδικα μέρη και πραγματικά από 6-9-1994.Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995 το Διοικητικό Συμβούλιο της παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Διευθυντή, ενώ προήγαγε τους συναδέλφους του, Κ.

Ι., Χ. Π.,Κ. Ε., Ρ. Κ., Π. Σ. και Ρ. Χ.. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι αυτός υπερείχε μεν καταφανώς έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, πλην όμως, η παράλειψή του αυτή δεν θεωρείται καταχρηστική, διότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αφού αυτός είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, με απόφαση του Δ.Σ της εναγόμενης στις 6-9-1994, ενώ η αναδρομική προαγωγή του στον ίδιο αυτό βαθμό δυνάμει της υπ' αριθμόν 2781/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό αυτόν από 12-7-1988, κατέστη τελεσίδικη μετά την κατάρτιση του από 12-4-1995 Πρακτικού Συμβιβασμού μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης και η πλασματική προαγωγή του από τον ως άνω χρόνο (12-7-1988) πραγματοποιήθηκε (αναδρομικά) με την υπ' αριθμόν 2373/20-10-1995 απόφαση του ΔΣ της εναγόμενης στις 20-10-1995, με συνέπεια κατά την 28-3-1995 που το τελευταίο (ΔΣ) συνεδρίασε για τις προαγωγικές κρίσεις του ίδιου έτους (1995), να μην συμπεριληφθεί στους πίνακες των κρινόμενων για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή, όχι από υπαιτιότητα της εναγόμενης, αλλά διότι, σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη του ΓΚΠ/ΟΤΕ, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του, η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση της συμπληρώσεως διετούς υπηρεσίας στον αμέσως προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή.

Με βάση τα παραπάνω έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η παράλειψή του να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995, αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων αυτής και συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, στην οποία θεμελιώνει την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Περαιτέρω, σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, τις οποίες συνδέει με την παράλειψή του, που αφορούν το έτος 1995, δέχθηκε ότι, μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμόν 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την κατάρτιση του από 12-4-1995 Πρακτικού Συμβιβασμού, χορηγήθηκε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-9-1988 έως 28-2-1994 η επιδικασθείσα δυνάμει της ως άνω αποφάσεως διαφορά του επιδόματος ευθύνης στάθμης Υποδιεύθυνσης, αντί του Τομέα, που λάμβανε μέχρι τότε και από 1-3-1994 μέχρι 31-5-1995 του χορηγήθηκε επίδομα ευθύνης Στάθμης Υποδιεύθυνσης για το λόγο ότι ασκούσε πράγματι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδιεύθυνσης, αφού ήταν Προϊστάμενος στην Υποδιεύθυνση Τεχνικών θεμάτων της Περιφέρειας της Ανατολικής Κρήτης, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη παροχή (ΕΕΘ), σύμφωνα με τις υπ' αριθμούς 2089/1988, 2156/1989 και 2171/1990 αποφάσεις του Δ.Σ.

της εναγομένης, καταβαλλόταν, ως συγκεκριμένο ποσοστό ή ποσό (όσο αφορά την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού), μόνο σε όσους από τους υπαλλήλους της ασκούσαν πράγματι καθήκοντα προϊστάμενου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης Τομέα Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης αντίστοιχα και όχι σε όλους όσους κατείχαν απλώς τον αντίστοιχο βαθμό (Τομεάρχη, Υποδιευθυντή, Διευθυντή) και μαζί με την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού, αποτελούσαν οικειοθελή παροχή η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματική άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου αντίστοιχης Στάθμης.

Εφόσον ο ενάγων προσδιορίζει τις επίδικες αξιώσεις του για το έτος 1995 (έως 31-5-1995) στη διαφορά του επιδόματος θέσης ευθύνης Στάθμης Διεύθυνσης, αντί Υποδιεύθυνσης που λάμβανε και στην αποζημίωση παράστασης Προϊσταμένου Διεύθυνσης, ενώ ομολογεί στην ένδικη αγωγή του ότι κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο ( 1-3-1995 μέχρι 31-5-1995) δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊστάμενου Στάθμης Διεύθυνσης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 στοιχ.

δ' ΓΚΠ/ΟΤΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμόν 8155/26.5.1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983), κατά την οποία και κατά το μέρος που αντικατέστησε το τελευταίο παραπάνω εδάφιο (δ) δεν ακυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 5095/1984 απόφαση του ΣΤΕ, "η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στον βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή τον προϊστάμενο της οικείας Υποδιεύθυνσης ή Διεύθυνσης ή του οικείου συγκροτήματος", σε συνδυασμό με την από 17-4- 1995 ΕΣΣΕ, "Τροποποίηση του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ", οι διατάξεις της οποίας έχουν κανονιστική ισχύ, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994, άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994 και με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι σχετικές με την επιλογή και τοποθέτηση Προϊσταμένων σε Υπηρεσιακές Λειτουργίες διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ, δεν προκύπτει ότι, και αν ακόμη είχε προαχθεί κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1994 και 1995 στο βαθμό του Διευθυντή, θα δικαιούνταν να προσδοκά με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά τις ειδικές περιστάσεις, ότι η εναγομένη θα τον τοποθετούσε,, σε θέση Προϊστάμενου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Διεύθυνσης, ώστε να δικαιούται το επίδομα θέσης ευθύνης και την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού.

Τέλος δέχθηκε ότι, εφόσον ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 μέχρι 31-12-1996 δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Διεύθυνσης, δεν μπορούσε να αξιώσει την καταβολή των εξόδων κίνησης και παράστασης για το διάστημα αυτό. Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αντέφεση και μετά τη εξαφάνιση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατά τα αιτήματα της αναγνώρισης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995 και της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης θέσεως μεταξύ Υποδιευθυντή και Διευθυντή και τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ως προς τα οποία είχε γίνει, πρωτοδίκως, δεκτή η αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, καθόσον αφορά το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος του για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995 και το κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως για τη στέρηση του επιδόματος θέσεως ευθύνης Διευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 12 Ν 1082/1980 και 281 ΑΚ,, αφού από την πρώτη προκύπτει ότι αποτελεί προϋπόθεση για την προαγωγή στον ανώτερο βαθμό η πραγματική υπηρεσία του παραλειφθέντος στον προηγούμενο βαθμό, στην περίπτωση δε τέτοιας παράλειψης, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ΟΤΕ δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, β) τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, 914, 297, 298 Α.Κ., και 3) τις διατάξεις των από 17.4.1995 και 16.5.1995 Ε.Σ.Σ.Ε.

και εκείνη του άρθρου 298 Α.Κ. Επομένως οι έκτος, (αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 1 και όχι 14), πέμπτος και έβδομος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 11-1-2008 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 3696/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ