122/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated122/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, έγγαμος και πατέρας τεσσάρων τέκνων, προσελήφθη από τον εναγόμενο συνεταιρισμό τον Αύγουστο του έτους 1982, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του Προϊσταμένου Λογιστηρίου, αμειβόμενος με τις αποδοχές Τμηματάρχη Β'.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 122 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 122/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοκτημόνων Χαλκίδας (ΑΣΑΧ), που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κόκκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 728/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, έγγαμος και πατέρας τεσσάρων τέκνων, προσελήφθη από τον εναγόμενο συνεταιρισμό τον Αύγουστο του έτους 1982, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του Προϊσταμένου Λογιστηρίου, αμειβόμενος με τις αποδοχές Τμηματάρχη Β'.
Από το έτος 1990, παράλληλα με τη συμφωνηθείσα εργασία του και εντός του νομίμου ωραρίου του, ο ενάγων εκτελούσε και τα καθήκοντα του Διευθυντή του εναγομένου, απασχολούμενος τουλάχιστον επί τέσσερις ώρες ημερησίως με την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου με επαφές με πελάτες, με τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών, με διαπραγμάτευση με δημόσιους οργανισμούς και Τράπεζες, με την αλληλογραφία του συνεταιρισμού και την υπογραφή των σχετικών εγγράφων.
Ο εναγόμενος, επικαλούμενος οικονομικές δυσχέρειες δεν προέβαινε στην πρόσληψη τρίτου προσώπου προς κάλυψη της συγκεκριμένης θέσεως και παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος τον απασχολούσε με τα παραπάνω καθήκοντα, τα οποία ουδέποτε είχε συμφωνηθεί ότι θα εκτελεί χωρίς αμοιβή. Εξάλλου, με τις προτάσεις του ο εναγόμενος συνομολογεί ότι ο ενάγων ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή, όπως αυτά αναφέρονται στην αγωγή, πλην όμως ισχυρίζεται ότι πρόκειται για τα κύρια καθήκοντά του, τα οποία ασκεί από το έτος 1992 και για τα οποία του καταβάλει αποδοχές που κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2001 ανήλθαν σε 811.713 δρχ.
Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνήνεσε ρητά ή σιωπηρά στη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του από Προϊστάμενος Λογιστηρίου του εναγομένου σε Διευθυντή αυτού, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω αποδοχές αφορούσαν την άσκηση των κυρίων καθηκόντων του. Όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία "ο ενάγων ως σήμερα ασχολείται ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου και άλλα καθήκοντα δεν έχει".
Εξάλλου, καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ο ενάγων, με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου, κατήρτιζε και υπέγραφε ως αρμόδιος τους ισολογισμούς του εναγομένου, όσον δε αφορά τους ισολογισμούς των ετών 1997, 1998, 1999 και 2000 η κατ' αρχή άρνησή του να τους υπογράψει οφείλεται στο γεγονός ότι ήθελε να ελέγξει τα στοιχεία τους, τα οποία τηρούσε μηχανογραφικά ο υπάλληλος του λογιστηρίου Ζ1.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος συνεταιρισμός, με απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, αναγνώρισε τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως διευθυντικού στελέχους παράλληλα με τα συμβατικά του καθήκοντα, γι' αυτό και έναντι των απαιτήσεών του, τις οποίες άσκησε με την από 27.12.1995 προηγούμενη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, του κατέβαλε ποσό 3.500.000 δρχ.
και επίσης καθόρισε το ποσό των 20.000 δρχ. μηνιαίως ως αμοιβή για την ως άνω πρόσθετη εργασία του. Το τελευταίο αυτό ποσό ουδέποτε του κατέβαλε, ενώ με μεταγενέστερη απόφασή του στις 4.3.1999 ανακάλεσε την προγενέστερη για τη χορήγησή του. Μετά ταύτα, για την ως άνω πρόσθετη εργασία του εντός του νομίμου ωραρίου του, η οποία κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα του Προϊσταμένου Λογιστηρίου και παρέχεται συνήθως μόνο έναντι αμοιβής, ο ενάγων δικαιούται πρόσθετης αμοιβής και συγκεκριμένα το συνηθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία με τον ενάγοντα και υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες με αυτόν.
Ο μισθός αυτός για το ζητούμενο χρονικό διάστημα από 1.10.1997 έως 30.6.2000 καθορίζεται από τις ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, διαμορφωθείς για το προσωπικό της ανώτατης εκπαιδεύσεως, όπως ο ενάγων που είχε προϋπηρεσία 30 ετών και ήταν έγγαμος, από 1.3.1999 έως 30.6.1999 σε 562.349 δρχ.
και από 1.7.1999 έως 30.6.2000 σε 573.599 δρχ., ενώ για το από 1.10.1997 έως 28.2.1999 χρονικό διάστημα θα διαμορφωθεί στο ποσό των 20.000 δρχ., όπως ζητείται με την αγωγή και συνομολογείται από τον εναγόμενο. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σ' όλα τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προσκόμισε και με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις του επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, τις 197/5.12.2000 και 256/21.6.2001 αναφορές του υπαλλήλου του λογιστηρίου του Ζ1 προς το Διοικητικό του Συμβούλιο, με τις οποίες αυτός διαμαρτυρόταν επειδή ο αναιρεσίβλητος ηρνείτο να υπογράψει ως Προϊστάμενος του Λογιστηρίου τους ισολογισμούς των ετών 1997, 1998 και 1999.
Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", καθώς και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω έγγραφα για την άντληση των πραγματικών διαπιστώσεών του αναφορικά με τη φύση και έκταση των παρεχομένων από τον αναιρεσίβλητο υπηρεσιών.
Η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους, ενόψει μάλιστα και του ότι με την εν λόγω απόφαση γίνεται δεκτό ότι πράγματι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε κατ' αρχήν να υπογράψει τους ανωτέρω ισολογισμούς, αλλά το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι αυτός ήθελε να ελέγξει τα στοιχεία τους, τα οποία τηρούσε μηχανογραφικά ο συντάκτης των ως άνω δύο εγγράφων αναφορών υπάλληλος του λογιστηρίου Ζ1.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2005 αίτηση του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ακτημόνων Χαλκίδας (ΑΣΑΧ) περί αναιρέσεως της 48/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ