122/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλουσών - αναιρεσειουσών: 1. Δ. Π. του Ι. και 2. Χ. Π. του Γ., συζ. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγιάννη.
Legislator headnote
AI generated122/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σχολή είναι διετούς φοίτησης. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποφοιτούσε στις 30-6-1998. Από Ιούλιο 1998 θα διοριζόταν στο γενικό νοσοκομείο Ρεθύμνης ως αδελφή νοσοκόμος, στην κατηγορία Δ.Ε. (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), με εισαγωγικό κλιμάκιο 29ο, κατ' άρθρο 3 § 1 ν. 2470/1997, αλλά εξαιτίας του τραυματισμού της δεν μπορεί να εργαστεί μέχρι τουλάχιστον το 2001.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 122 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 122/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλουσών - αναιρεσειουσών: 1. Δ. Π. του Ι. και 2. Χ. Π. του Γ., συζ. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγιάννη.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2001 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 25 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 753/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανήλθε και πάλι για συζήτηση με την από 9 Ιουλίου 2004 κλήση των ήδη αναιρεσειουσών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1288/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε εκ νέου απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης. Η υπόθεση εισάγεται και πάλι για συζήτηση με την από 17 Ιανουαρίου 2005 κλήση των ήδη αναιρεσειουσών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανάγνωσε την από 7 Μαΐου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες 830Β/15-2-2005 και 831Β/15-2-2005 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ρεθύμνου Χ. Π., με τις επισυναπτόμενες αποδείξεις του άρθρου 128 § 4 Κ.Πολ.Δικ., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της 17-1-2005 κλήσης και της από 25-2-2002 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Γ.. Όμως αυτός, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν παραστάθηκε.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.).
ΙΙ.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 Α.Κ. προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι'αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει, ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται κατ'ουσίαν ως αβάσιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 20-3-1998 αγωγή της, όπως απ'αυτή προκύπτει, η αναιρεσείουσα Δ. Π. ισχυρίστηκε, ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (6-4-1997) φοιτούσε στο δεύτερο εξάμηνο σπουδών της, στη μέση τεχνική επαγγελματική σχολή του νομαρχιακού γενικού νοσοκομείου Ρεθύμνης.
Η σχολή είναι διετούς φοίτησης. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποφοιτούσε στις 30-6-1998. Από Ιούλιο 1998 θα διοριζόταν στο γενικό νοσοκομείο Ρεθύμνης ως αδελφή νοσοκόμος, στην κατηγορία Δ.Ε. (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), με εισαγωγικό κλιμάκιο 29ο, κατ' άρθρο 3 § 1 ν. 2470/1997, αλλά εξαιτίας του τραυματισμού της δεν μπορεί να εργαστεί μέχρι τουλάχιστον το 2001.
Η επαγγελματική αποκατάστασή της ήταν δεδομένη, έτσι θα έπαιρνε βασικό μισθό, ως αδελφή νοσοκόμος, δραχμών 131.000 κάθε μήνα. Κατά τη συνήθη και λογική πορεία των πραγμάτων, από Ιούλιο 1998 μέχρι Ιούλιο 2001 θα είχε μισθούς, αν δεν τραυματιζόταν σοβαρά, δραχμών συνολικά 5.648.720. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1998 μέχρι Ιούλιο 1999 θα είχε έσοδα από μισθούς συνολικά δρχ. 1.834.000 (14 μήνες, με επιδόματα, Χ 131.000 δρχ.
το μήνα) και από Ιούλιο 1999 μέχρι Ιούλιο 2001 συνολικά δρχ. 3.814.720 (28 μήνες, με επιδόματα, Χ 136.240 το μήνα). Τις αποδοχές αυτές δεν θα εισπράξει, γιατί είναι εντελώς απίθανο να αποκτήσει στην τριετία αυτή τις φυσικές δυνάμεις της, δηλαδή να αποκατασταθεί το κάταγμα του σπόνδυλα Α5, ώστε να μπορέσει να εργαστεί. Έτσι θα απολέσει με βεβαιότητα τα παραπάνω εισοδήματα από μισθούς, που θα αποκτούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν τελείωνε τις σπουδές της και προχωρούσε στην έναρξη του επαγγέλματος της αδελφής νοσοκόμου, εφόσον δεν μεσολαβούσε το τροχαίο αυτό ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε σοβαρά, από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο οποίο συνεπέβαινε, ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Με βάση αυτά ζήτησε η πιο πάνω αναιρεσείουσα (ενάγουσα) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι εδώ (εναγόμενοι) να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση, και το συνολικό αυτό ποσό των δραχμών 5.648.720, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, κατά το κονδύλι αυτό, είναι ορισμένη και νόμιμη, γιατί στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β, 346, 481 επ., 914, 926, 930 Α.Κ. και 10 του ν. 489/1976. Όμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το κονδύλιο αυτό της αγωγής ως μη νόμιμο, γιατί έκρινε ότι "αποτελεί, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, μελλοντική ζημία άδηλη και υποθετική, εξαρτώμενη από παράγοντες, οι οποίοι δεν προσδιορίζονται όπως από την πιθανή απλώς και όχι βέβαια άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική".
Κρίνοντας έτσι και απορρίπτοντας αντίθετο σχετικό λόγο της από 6-6-2000 έφεσης της αναιρεσείουσας αυτής ως αβάσιμο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αφού παραβίασε τις άνω διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει τις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.
Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννομα της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Στην προκείμενη περίπτωση η ίδια αναιρεσείουσα Δ. Π., όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 6-4-1997 ήταν επιβαίνουσα (στο πίσω κάθισμα) στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και είχε ασφαλίσει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Στο 22ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Σητείας - Αγίου Νικολάου Κρήτης, ενώ εκινείτο με κατεύθυνση προς Άγιο Νικόλαο, από αδεξιότητα και εγκληματική αμέλεια του οδηγού του βγήκε από την πορεία του, πέρασε το δεξιό έρεισμα της οδού και μπήκε σε αγρό, όπου προσέκρουσε σε δένδρο και στη συνέχεια εκσφενδονίστηκε προς τα πίσω σε απόσταση 15 περίπου μέτρων.
Το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς και η ίδια τραυματίστηκε σοβαρότατα. Άνδρες της τροχαίας Λασιθίου και πυροσβεστικής την ανέσυραν λιπόθυμη, μέσα από μια μάζα σιδερικών, ύστερα από παρέλευση μιάς ώρας από το ατύχημα. Υπέστη ισχυρότατο σωματικό και ψυχικό κλονισμό. Διακομίστηκε στο γενικό περιφερειακό νοσοκομείο Ηρακλείου και μπήκε στη νευροχειρουργική μονάδα, όπου διαπιστώθηκε "μέτρια πρόσθια σφηνοειδής παραμόρφωση του σπονδυλικού σώματος Α-5 με συνοδό αλλοίωση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Α5-Α6.
Μόλις υποσυμαινόμενη οπίσθια παρεκτόπιση του σπονδυλικού σώματος Α5, χωρίς σαφή σημεία κατασπάσεως του οπίσθιου ή προσθίου επιμήκους σώματος συνδέσμου. Ευθειασμός της ΑΜΣΣ. Εκτεταμένες αλλοιώσεις οιδήματος στην οπίσθια τραχηλική χώρα από το επίπεδο Α3 έως Α5". Έτσι ο βασικός αυχενικός σπόνδυλος Α5 έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.
Έχει πλήρη κινητική αστάθεια και μόνο με κολάρο μπορούσε να σταθεί το κεφάλι της και να μην "κρέμεται". Μέχρι 11-3-1998 παρέμεινε σε ακινησία πλήρη. Φορούσε κολάρο για στήριξη του αυχενικού σπονδύλου, είχε δε και εξακολουθεί να έχει αυχενικούς πόνους, ζαλάδες, μουδιάσματα και πρόσκαιρη παραλυσία στα κάτω και άνω άκρα.
Από το ατύχημα μέχρι την κατάθεση της αγωγής δεν παρουσίασε καμία βελτίωση η κατάστασή του Α5 αυχενικού σπονδύλου. Οι γιατροί συνιστούν εγχείριση, αλλά δεν την αναλαμβάνουν εξαιτίας των αβέβαιων αποτελεσμάτων. Υπέστη σειρά επιπλοκών, όπως οιδήματα από το κολάρο, ενώ εξακολουθούν συνεχείς αυχεναλγίες, ζαλάδες και επιπλοκές στα άνω και κάτω άκρα, όπως μουδιάσματα και πρόσκαιρη παράλυση.
Αυτά όλα έχουν δυσμενή αποτελέσματα στο μέλλον, ήτοι σταδιακά θα επιφέρουν απώλεια μνήμης, απαγορεύουν να μείνει έγκυος γιατί υπάρχουν πιθανότητες παράλυσης, ίσως δε μια εγχείριση με τυχόν αρνητική έκβαση θα έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη αναπηρία της. Από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, υπέστη μόνιμη αναπηρία, σε ποσοστό τουλάχιστον 25%.
Η σωματική αυτή κάκωση και βλάβη της υγείας της, έχει επηρεάσει την ψυχολογική κατάστασή της και είναι βέβαιο ότι για την προσεχή τριετία θα επηρεαστεί η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή της. Συγκεκριμένα θα στερηθεί τις κοινωνικές επαφές και τις σχέσεις της με το άλλο φύλο. Ακόμη από τα προβλήματα αυτά της υγείας της διαλύθηκε αρραβώνας της και δεν επιτεύχθηκε ο γάμος της που είχε προαναγγελθεί.
Η μερική αυτή αναπηρία της, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα την επηρεάζει κοινωνικά, επαγγελματικά κ.λ.π. Περιορίζονται οι δυνατότητές της να τελέσει γάμο και να βελτιώσει με αυτόν την κοινωνικοοικονομική θέση της, αφού είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι κανένας άνδρας τώρα και στο άμεσο μέλλον δεν θα ενδιαφερθεί γι'αυτή, επειδή δεν μπορεί να του προσφέρει όσα μια φυσιολογική σύντροφος.
Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα η πρώτη αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι) να της καταβάλουν δραχμές 8.000.000, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, σε ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεδομένου, όπως στο δικόγραφο διευκρινίζεται, ότι οι δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν στο μέλλον και αφορούν την κοινωνική και επαγγελματική - οικονομική κατάστασή της δεν είναι απόρροια της ανικανότητάς της για εργασία, αλλά της σωματικής βλάβης που έχει υποστεί.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και στις λοιπές προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το κονδύλι αυτό ως αόριστο (επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση), με την αιτιολογία ότι "για την υποστήριξη του αιτήματος αυτού δεν έγινε επίκληση και ειδικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της οικονομικής ζωής της και κατά συνέπεια ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό", απορρίπτοντας έτσι αντίθετο έκτο λόγο της από 6-6-2000 έφεσης της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο.
Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε με τον τρόπο αυτό, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και γι'αυτό είναι βάσιμος ο από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., κατ' εκτίμηση, απορρέων σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, μέσω του οποίου ελέγχεται η ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα.
IV.- Κατά το άρθρο 932 εδ. 1 και 3 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγο, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε κατά τρόπο ευθύ, είτε πλάγιο, η παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 6-4-1997 και περί ώρα 12.00 ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς τους έναντι τρίτων κινδύνους στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εκινείτο στην Εθνική οδό Σητείας - Αγ.
Νικολάου, με κατεύθυνση προς Άγιο Νικόλαο. Στο ύψος του 22ου χιλιόμετρου της οδού αυτής το αυτοκίνητο παρέκκλινε της πορείας του, διήλθε του δεξιού ερείσματος, εισήλθε με μεγάλη ταχύτητα εντός αγροκτήματος, διήνυσε απόσταση 36 περίπου μέτρων και προσέκρουσε με σφοδρότητα επί ενός δένδρου. Τραυματίστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, υπέστη σφηνοειδή παραμόρφωση του σπονδυλικού σώματος Α-5 με συνοδό αλλοίωση του μεσοσπονδύλιου δίσκου Α5 - Α6.
Κύριος υπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος αν και αισθανόταν κουρασμένος με μειωμένη την ικανότητά του να οδηγεί επιμελώς, συνέχισε την οδήγησή του, με αποτέλεσμα την εκτροπή του και την πρόσκρουση επί του δένδρου. Η αμέλειά του επιτείνεται από το γεγονός ότι η οδός στην οποία εκινείτο ήταν ευθεία με πλήρη ορατότητα χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του.
Βέβαια συνυπαίτια κατά ποσοστό 15% είναι και η παθούσα, η οποία δεν ήταν προσδεμένη με ζώνη ασφαλείας, η έλλειψη αυτή συνέβαλε κατά το άνω ποσοστό στον επελθόντα τραυματισμό της, του οποίου οι συνέπειες θα ήταν μειωμένες στην αντίθετη περίπτωση. Από τον τραυματισμό της η πρώτη αναιρεσείουσα υπέστη ηθική βλάβη, για αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, της βλάβης που υπέστη, του βαθμού της υπαιτιότητας καθενός των διαδίκων και της οικονομικής κατάστασης των φυσικών προσώπων, πρέπει να οριστεί στο ποσό του 1.000.000 δραχμών".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, δεν υπέπεσε σε αναιρετικές πλημμέλειες που του αποδίδονται.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος (κατά το οικείο μέρος του) λόγος αναίρεσης, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σ'αυτή, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ως άνω ποσό του 1.000.000 δραχμών και όχι εκείνο που ζήτησε με την αγωγή της, με τις προαναφερθείσες ανεπαρκείς αιτιολογίες που στέρησαν την αναιρεσιβαλλομένη από νόμιμη βάση, υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια. Ο ίδιος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε τάχα υπόψη, αλλά αγνόησε τους αναφερόμενους προσδιοριστικούς παράγοντες και μάλιστα τη βαρύτητα αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και την όλη ταλαιπωρία που υπέστη η τραυματισθείσα κατά το ατύχημα (έπαθε σοκ), τη διάρκεια της νοσηλείας και θεραπείας της (συνεχείς επισκέψεις σε γιατρούς κ.λ.π.), καθώς και τη μετέπειτα κατάσταση της υγείας της που δεν είναι καλή και της επιβάλλει περιορισμούς στην κοινωνική δραστηριότητα και διασκέδασή της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
V.- Από την επισκόπηση των παραπάνω εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβαλαν ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (άρθρου 300 Α.Κ.) της ενάγουσας (πρώτης αναιρεσείουσας) στη ζημία από τον τραυματισμό της και στην έκτασή της, γιατί δέχτηκε να ταξιδέψει με το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, αν και γνώριζε ότι αυτός που το οδηγούσε ήταν κουρασμένος από μεγάλη απόσταση που είχε διανύσει προηγουμένως, χωρίς να ξεκουραστεί με αποτέλεσμα να έχει μειωμένη ικανότητα σε επιμελή οδήγηση, καθώς και γιατί δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Η πρωτόδικη απόφαση 40/2000 του μονομελούς πρωτοδικείου Ρεθύμνης, έκρινε, σε σχέση με την άνω ένσταση, ότι "συγκλίνουσα αμέλεια κατά 30% επέδειξε και η ενάγουσα η οποία κατά τη διάρκεια πορείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου κοιμόταν στα οπίσθια καθίσματα, με συνέπεια να μην αντιδράσει κατά την ξέφρενη πορεία του αυτοκινήτου και την πτώση του επί του δένδρου, με αποτέλεσμα να συντελέσει αιτιωδώς στο μέγεθος του τραυματισμού της".
Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε η ενάγουσα (πρώτη αναιρεσείουσα) με την από 6-6-2000 έφεσή της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Συγκεκριμένα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της υποστήριξε, ότι έπρεπε να απορριφθεί η ένσταση αυτή, γιατί η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο δένδρο ήταν βίαιη και σφοδρή, έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και είχε ξέφρενη πορεία, ώστε έγινε "μάζα σιδερικών", άρα ήταν αδύνατο να αποφευχθεί ο τραυματισμός της με οποιοδήποτε τρόπο, σε κάθε δε περίπτωση αν το δικαστήριο έκρινε ότι είναι αμελής αυτός που συνεπιβαίνει στο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο και κοιμάται στο πίσω κάθισμα, όπως η ίδια, τότε η συγκλίνουσα υπαιτιότητά της ανέρχεται σε ποσοστό 5%. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε με τις παραδοχές που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ότι "κύριος υπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος αν και αισθανόταν κουρασμένος με μειωμένη την ικανότητά του να οδηγεί επιμελώς, συνέχισε την οδήγησή του, με αποτέλεσμα την εκτροπή του και την πρόσκρουση σε δένδρο.
Συνυπαίτια κατά ποσοστό 15% είναι και η παθούσα η οποία δεν ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας, έλλειψη η οποία συνέβαλε κατά το άνω ποσοστό στον επελθόντα τραυματισμό της, του οποίου οι συνέπειες θα ήταν μειωμένες στην αντίθετη περίπτωση". Σύμφωνα με αυτά η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει, σε σχέση και με την ένσταση αυτή συντρέχοντος πταίσματος και το λόγο έφεσης, σαφές πόρισμα, με επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνακόλουθα το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο δε πέμπτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα και μάλιστα ότι για την επάρκεια των αιτιολογιών έπρεπε να αναφέρει, πότε τέθηκε σε κυκλοφορία το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο (πριν ή μετά την 1-1-1993), αν είχε αυτό στο πίσω κάθισμα ζώνες ασφαλείας, αν ο οδηγός του είχε ελέγξει και υποδείξει στην παθούσα να χρησιμοποιήσει ζώνη ασφαλείας και αν ο τραυματισμός της συνδέεται ή όχι με τη χρήση της ζώνης ασφαλείας, δίχως να ισχυρίζεται στο αναιρετήριο η πρώτη αναιρεσείουσα αν και με ποιό νόμιμο τρόπο υπέβαλε στο Εφετείο τέτοιους συναφείς ισχυρισμούς για κυκλοφορία του ζημιογόνου αυτοκινήτου πριν την 1-1-1993 κ.λ.π., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI.- Κατά το άρθρο 559 εδ. 17 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια όμως της διάταξης αυτής η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεσή της μόνο όταν απ'αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε κατά ένα μέρος (τρίτο λόγο) δεκτή η έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού το ποσοστό συνυπαιτιότητας στη ζημία της περιορίστηκε σε 15% (από το 30% της πρωτόδικης απόφασης). Παρόλα αυτά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπάρχει διάταξη (από παραδρομή) που απορρίπτει κατ'ουσίαν την από 6-6-2001 έφεση της αναιρεσείουσας αυτής.
Στη συνέχεια, κατά παραδοχή της αντίθετης από 4-12-2000 έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, κατόπιν δικάζεται κατ'ουσίαν η από 20-3-1998 αγωγή και γίνεται εν μέρει δεκτή στην ουσία, υποχρεώνεται δε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να πληρώσει στην πρώτη αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό του 1.237.235 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και τη δικαστική δαπάνη των 300.000 δραχμών.
Με τέτοια δεδομένα δεν προκαλείται αοριστία από την αντίφαση του διατακτικού της απόφασης ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ούτε αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έγινε στις σχέσεις των διαδίκων. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι από την πιο πάνω αντίφαση των διατάξεων δικαιολογείται εδώ η αναίρεση για πλημμέλεια από το εδάφιο 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
VII.- Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος του, η πρώτη αναιρεσείουσα επικαλείται το εδάφιο 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί δέχτηκε καταρχήν, ότι τα κονδύλια της αγωγής της υπό στοιχεία α-η, δηλαδή από ζημία "για αγορά κολλάρων 77.000 δρχ., για μαγνητική τομογραφία 120.000 δρχ., για αμοιβή ιατρού Α.
Κ. 23.000 δρχ., για αμοιβή νευροχειρουργού Π. 25.000 δρχ., για αφορά φαρμάκων 20.310 δρχ. και για εισιτήρια μετάβασης στην Αθήνα 34.100 και συνολικά 299.410 δρχ.", είναι βάσιμα στην ουσία τους και έπρεπε να της επιδικαστούν, όμως στη συνέχεια από εσφαλμένο προφανώς μαθηματικό υπολογισμό υπολόγισε ότι το άθροισμα αυτών ανέρχεται σε 279.100 δραχμές, γι'αυτό και ύστερα από αφαίρεση του ποσοστού 15% συνυπαιτιότητας, επιδίκασε τελικά εσφαλμένα δραχμές 237.235 (279.100 Χ 85%), αντί του ορθού ποσού των 254.449 δραχμών (299.410 Χ 85%).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί κατά τα εκτιθέμενα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των αναφερόμενων στα άρθρα 914, 929 και 298 εδ. 1 ΑΚ κανονων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά χρησίμευσαν στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ, εξάλλου, με τα πιο πάνω δεδομένα συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις διόρθωσης κατά το άρθρο 315 επ.
Κ.Πολ.Δικ. της προσβαλλόμενης απόφασης για λογιστικά λάθη από παραδρομή. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί, χωρίς καμία αιτιολογία, απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής "υπό το στοιχείο Θ, υποστοιχεία α-ε, ποσού δραχμών 88.000, τα οποία αφορούν δαπάνες για τη μεταφορά της ίδιας και της συνοδού μητέρας της για τις ανάγκες θεραπείας της", παρά το γεγονός ότι με την από 6-6-2000 έφεσή της παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης που τα απέρριψε (κατ'ουσίαν ως αβάσιμα, διότι αφορούν δαπάνες που έγιναν από τη δεύτερη αναιρεσείουσα μητέρα της, η οποία είναι έτσι εμμέσως ζημιωθείσα), είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού, κατά παράβαση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα "πράγματα", με εξειδίκευση των απορριφθέντων αγωγικών κονδυλίων "υπό στοιχείο Θ, υποστοιχεία α-ε", ούτε προσδιορίζεται ποιά από τα κονδύλια αυτά αφορούν δαπάνες της παθούσας αναιρεσείουσας και ποιά της μητέρας της, ώστε να μπορεί να κριθεί το ορισμένο και νόμιμο των κονδυλίων αυτών και η ίδρυση του επικαλούμενου λόγου αναίρεσης.
VII.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο λόγο αναίρεσης, ώστε να εξάγεται απ'αυτόν σε ποιόν από τους λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της οι οποίες πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο.
Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα διαδικαστικά. Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή στην οποία έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι κρίσιμες στην ουσία παραδοχές του δικαστηρίου που δίκασε, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ'ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.
ΑΠ 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ. Π.) προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 929 εδ. 2, 930 παρ. 3, 455, 460 και 933 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί δέχτηκε, αφενός ότι "αν τρίτος κατέβαλε τα νοσήλια ή απώλεσε εισοδήματα προκειμένου να παράσχει (σε ζημιωθέντα από αδικοπραξία) περιποίηση δεν καθίσταται από το λόγο αυτό ζημιωθείς, διότι στη δαπάνη αυτή υποβλήθηκε βάσει άλλης έννομης σχέσης (διατροφικής ενοχής), η οποία είναι άσχετη προς την αδικοπραξία και την αξίωση αποζημιώσεως" και αφετέρου ότι "ο τρίτος που κατέβαλε τα νοσήλια ή απώλεσε τα εισοδήματα δεν υποκαθίσταται στην αποζημιωτική αξίωσή του, ούτε ευθεία αξίωση του καταβαλόντος γεννάται, διότι η θυσία στην οποία υποβλήθηκε λόγω της αδικοπραξίας είναι ζημία έμμεση", την οποία αναγνωρίζει ο νόμος "μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 928 εδ.
β και 929 εδ. β ΑΚ, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι απολεσθείσες πρόσοδοι των οικείων τραυματισθέντος προσώπου εξαιτίας της απασχολήσεώς τους με την περιποίηση και την περίθαλψή του", ενώ από τις άνω διατάξεις προκύπτουν τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι α) η αξίωση αποζημίωσης υπάρχει και για εκείνον τον οικείο, από τον οποίο ο ζημιωθείς αξιώνει να του παρέχει υπηρεσίες ή να τον διατρέφει και ο οποίος για να ανταποκριθεί στο καθήκον αυτό ζημιώνεται, όπως συνέβη με την ίδια, που είναι μητέρα της παθούσας και αναγκάστηκε να μειώσει τις ώρες απασχόλησής της και στη συνέχεια απολύθηκε για να περιποιηθεί και περιθάλψει την κόρη της και β) σε κάθε περίπτωση, η κατάθεση αγωγής εδώ της μητέρας για ζημία της κόρης της, που κάλυψε με δαπάνες και εργασία της, γίνεται "συνεπεία σιωπηρώς καταρτισθείσας σύμβασης εκχωρήσεως των δικαιωμάτων αποζημίωση της πρώτης αναιρεσείουσας (κόρης) προς τη δεύτερη (μητέρα) η οποία αναγγέλθηκε στους αναιρεσίβλητους με κοινοποίηση της αγωγής", άρα η μητέρα υποκαταστάθηκε και με την εκχώρηση αυτή στα δικαιώματα της ζημιωθείσας κόρης της.
Με βάση αυτά υποστηρίζει, ότι πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την από 20-3-1998 αγωγή της, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, ως μη νόμιμη, γιατί είναι τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται να διεκδικήσει τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά από τον υπαίτιο της άδικης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της κόρης της.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού για την πληρότητά του δεν αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι ιστορικές βάσεις της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε στο δικόγραφό της η δεύτερη αυτή αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση συγκεκριμένων βάσεων αυτού και αιτημάτων που εδώ δεν προσδιορίζονται, καθώς και οι κρίσιμες αναγκαίες πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος πρότασης του Εφετείου που δίκασε, με τις οποίες αυτό κατέληξε στην απόρριψη των βάσεων της αγωγής και των αιτημάτων της ως μη νόμιμων (Ολ.
ΑΠ 27/1998). Η αοριστία του λόγου αυτού αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή, που επιχειρεί η αναιρεσείουσα, στα διαδικαστικά έγγραφα της αγωγής, των προτάσεών της και της προσβαλλόμενης απόφασης.
IX.- Ύστερα απ'αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας (Δ. Π.) να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 505/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, σε σχέση με την αναιρεσείουσα αυτή, εν μέρει και συγκεκριμένα αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια των δραχμών 5.648.720 (μελλοντική αποθετική ζημία) και 8.000.000 (αποζημίωση από την ΑΚ 931), τα οποία με σχετικές διατάξεις της απέρριψε, ως μη νόμιμο (το πρώτο) και ως αόριστο (το δεύτερο) αντίστοιχα. Στη συνέχεια πρέπει, κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τέλος πρέπει η ίδια αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας (Χ. Π.) να απορριφθεί και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική δαπάνη της παρούσας στη δίκη δεύτερης αναιρεσίβλητης - ασφαλιστικής εταιρίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2002 αίτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας Χ. Π., για αναίρεση της 505/2001 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αυτή στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ", που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Αναιρεί την 505/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος (διατάξεις και αγωγικά κονδύλια) που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας Δ. Π. και των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο Κρήτης για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας Δ. Π., την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ