Supreme Court dismisses State's appeal on property title, upholding lower court's finding of private ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Aegean Islands' final decision confirming the company's property rights. The State argued for state ownership, but the court found the disputed lands were privately owned since 1908, not state forest, and were continuously used by the company. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied relevant laws regarding land ownership and historical usage.
Legislator headnote
AI generatedArticles 967, 968, 970 of the Civil Code; Article 51 of the Enforcement Law; Article 215 of Law 4173/1929: The court must uphold a final judgment confirming private ownership if the lower court correctly established historical possession and lack of state claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γ. Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ERGOZED DEVELOPMENT ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ERGOZED DEVELOPMΕΝΤ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κανδιώ Μαραγκού, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2015 μη οριστική, 141/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 06.07.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 141/13.09.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την από 24.02.2014 έφεση του αναιρεσείοντος και δέχτηκε την από 28.07.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 45/31.05.2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο είχε κάνει δεκτή εν μέρει την από 23.06.2009 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη ανώνυμη εταιρεία ("ERGOZED DEVELOPMENT ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ") ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο) την απευθυνθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου από 23.06.2009 αναγνωριστική κυριότητας των περιγραφόμενων στο αιτητικό της εδαφικών τμημάτων.
Η άνω αγωγή εκδικάστηκε στο Δικαστήριο στο οποίο απευθύνθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 45/31.05.2011 οριστική απόφαση με την οποία αυτή (αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή υπό την έννοια ότι η ήδη αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε κυρία ενός μόνον από τα ένδικα εδαφικά τμήματα.
Την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσέβαλαν με το ένδικο μέσο της εφέσεως αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις από 28.07.2011 και 24.02.2014 εφέσεις τους τις οποίες έστρεψαν κατ' αλλήλων και απηύθηναν στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου. Οι άνω εφέσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 84/17.07.2015 μη οριστική απόφαση με την οποία οι εφέσεις έγιναν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και αναβλήθηκε, κατά τα λοιπά, η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας τους προς τον σκοπό συμπληρώσεως των αποδείξεων με τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.
Αφού διενεργήθηκε η διαταχθείσα τεχνική πραγματογνωμοσύνη οι εφέσεις επανήλθαν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ενώπιον του οποίου εκδικάστηκαν κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 141/13.09.2019 τελεσίδικη απόφαση αυτού με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης.
Της αποφάσεως αυτής ζητεί το ήδη αναιρεσείον την αναίρεση με την από 06.07.2021 αίτησή του που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και για τους λόγους που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις οποίες στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, έχουν, κατ' αντιγραφήν, ως ακολούθως: "α) Τα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα βρίσκονται στη θέση "Λιώνα" ή "Κοσκινά", εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού της πρώην κοινότητας και ήδη δημοτικής ενότητας Βάρης του Δήμου Σύρου - Ερμούπολης Κυκλάδων και αποτελούν τμήματα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009, εμβαδού 7.928 τ.μ.
κατά τις κτηματολογικές εγγραφές, το οποίο αποτυπώνεται με τον αριθμό 7 στο από Φεβρουάριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Π., έχει εμβαδόν κατ' αυτό 7.927,61 τ.μ. και συνορεύει, κατά το ίδιο διάγραμμα, βόρεια με επαρχιακό δρόμο, με ιδιοκτησίες Σ. και Ε. Χ. (ΚΑΕΚ 290240415003) και Σ. Ε. (ΚΑΕΚ 290240415004), βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες Μ.
Β. (ΚΑΕΚ 290240418007) και αγνώστου (ΚΑΕΚ 290240418013), ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Σ. (ΚΑΕΚ 290240415010), νοτιοδυτικά με ιδιοκτησίες Γ. Σ. (ΚΑΕΚ 290240415010), Α. Ζ. και της ενάγουσας (πρώην Α. Ρ.) (ΚΑΕΚ 290240415042) και Μ. και Ι. Ξ. (ΚΑΕΚ 290240415005) και δυτικά με ιδιοκτησίες Μ. και Ι. Ξ. (ΚΑΕΚ 290240415005) και Σ. Ε. (ΚΑΕΚ 290240415004). Το ένα επίδικο εδαφικό τμήμα (Ι) βρίσκεται στο μέσο περίπου του ως άνω γεωτεμαχίου, έχει εμβαδόν 1.430 τ.μ., αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Π. περιμετρικά με τα στοιχεία 33α - 40α - 40 - 50α - 33 και συνορεύει βόρεια με το εν λόγω γεωτεμάχιο - ιδιοκτησία ενάγουσας, ανατολικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240418013, νότια με το υπόλοιπο γεωτεμάχιο - ιδιοκτησία ενάγουσας και δυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415005 και το υπόλοιπο γεωτεμάχιο - ιδιοκτησία ενάγουσας.
Αποτυπώνεται επίσης στο από Μαΐου 2009 σκαρίφημα γεωμετρικών στοιχείων (ΕΓΣΑ 1987) του ίδιου τοπογράφου μηχανικού με τις κορυφές 70 - 80 - 116 - 117 - 118 - 119 - 120 - 115 - 1 - 5 - 125 - 124 - 123 - 122 - 121 - 70. Το άλλο επίδικο εδαφικό τμήμα (ΙΙ) αποτελεί το νοτιότερο τμήμα του όλου γεωτεμαχίου, έχει εμβαδόν 2.267 τ.μ. και αποτυπώνεται στο ως άνω από Ιούνιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία 24α - 25 - 42 - 41α - 24α και συνορεύει βόρεια - βορειοδυτικά με το υπόλοιπο γεωτεμάχιο - ιδιοκτησία ενάγουσας, ανατολικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415010 και νότια - νοτιοδυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415010 και με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415042.
Αποτυπώνεται επίσης στο από Μαΐου 2009 σκαρίφημα γεωμετρικών στοιχείων (ΕΓΣΑ 1987) του ίδιου τοπογράφου μηχανικού με τις κορυφές 11 - 126 - 127 - 128 - 129 - 130 - 131 - 132 - 133 - 134 - 51 - 35 - 11. β) Σύμφωνα με το με αριθ. ....2007 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., που καταχωρίστηκε νόμιμα (με αριθ. καταχώρισης 824/6.5.2008) στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης, σε συνδυασμό με την με αριθ. ....2008 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου (ως προς το έτος της κατάρτισης του αρχικού συμβολαίου από το εσφαλμένο εκ παραδρομής 2007 στο ορθό 2008), που καταχωρίστηκε επίσης νόμιμα (με αριθ.
καταχώρισης ....2008) στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, η ενάγουσα απέκτησε λόγω πώλησης από τον Γ. Ρ. του Ι. το ευρύτερο γεωτεμάχιο (αγροτεμάχιο κατά τον εν λόγω τίτλο) με τον ΚΑΕΚ 290240415009, αναπόσπαστα τμήματα του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποτελούν τα ως άνω δύο επίδικα εδαφικά τμήματα. Κατά το ίδιο πωλητήριο συμβόλαιο, το πωλούμενο αγροτεμάχιο περιήλθε στον πωλητή (δικαιοπάροχο της ενάγουσας) ως τμήμα ευρύτερης έκτασης ως εξής:
Με το με αριθ. ....1951 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύρου (τομ. ..., αριθ. ...), περιήλθε σ' αυτόν λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του Ι. Α. Ρ. ή Σ., μια αγροτική έκταση περιγραφόμενη στο εν λόγω συμβόλαιο (δωρητήριο) με τους αριθμούς τρίτον (3ον) και έβδομον (7ον) ακίνητο, έκτασης τεσσάρων και μισού (4 1/2) στρεμμάτων, η οποία έκταση μετρηθείσα επακριβέστερα εντός των αυτών ορίων βρέθηκε να είναι 15.830 τ.μ., όπως αναφέρεται στα με αριθ. ...
και .../1990 συμβόλαια γονικής παροχής, και σε μεταγενέστερη (μετά την κτηματογράφηση της περιοχής) ακριβέστερη καταμέτρηση βρέθηκε να είναι 16.035,41 τ.μ. Ακολούθως, με τα με αριθ. ... και .../1990 συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι. Ι. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τομ. 666 και με αριθμούς 2 και 3 αντίστοιχα), ο πωλητής Γ.
Ρ. μεταβίβασε στις θυγατέρες του Α. Ρ. και Α. Κ. - Ρ. συνολική έκταση 8.030 τ.μ., η οποία κατά νεότερη ακριβέστερη καταμέτρηση είναι 8.107,80 τ.μ., και έτσι από την ανωτέρω ευρύτερη έκταση των 16.035,41 τ.μ. απέμεινε έκταση 7.927,61 τ.μ., που αποτέλεσε το αντικείμενο της πώλησης στην ενάγουσα. Τέλος, κατά το αυτό πωλητήριο συμβόλαιο, η ανωτέρω ευρύτερη αγροτική έκταση είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του πωλητή (Γ.
Ι. Ρ.) Ι. Α. Ρ. ή Σ. με τον τότε αναφερόμενο τρόπο μέτρησης "ζευγαριά" δυνάμει του με αριθ. ....1908 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α. Α., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου (τομ. ..., αριθ. ...). Κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ήτοι το νόμιμα μεταγραμμένο με αριθ. ....1951 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ.
Α., τα ακίνητα 3ο και 7ο που περιήλθαν σ' αυτόν λόγω δωρεάς εν ζωή του πατέρα του Ι. Α. Ρ. ή Σ., στον οποίο είχαν περιέλθει δυνάμει του με αριθ. .../1908 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α. Α., ήταν: "3ον. Εν σκληροχωράφιον κείμενον κατά την θέσιν "Λυώνα" ή "Κοσκινά" ον τοιχογυρισμένον, έχον έκτασιν δύο και ημίσεος (2 1/2) στρεμμάτων, συνορευόμενον δε με κτήματα ήδη κληρονόμων Γ.
Κ., Ι. Φ. Σ., Τ. Α. Ρ., Γ. Μ. Ρ. και Ε. συζύγου Ν. Κ." και "7ον. (...) μίαν σκληρήν, κειμένην κατά την θέσιν "Λυώνα" ή "Κοσκινά" του χωρίου Βάρης της Σύρου της ομωνύμου Κοινότητος της Σύρου, ούσα πετρώδη, μη καλλιεργουμένην, διαιρουμένην εις δύο τμήματα, έχουσαν εν συνόλω έκτασιν δύο (2) στρεμμάτων, και ήστινος σκληρής το μεν εν τμήμα το προς το νότιον μέρος κείμενον, έχει έκτασιν ημίσεος στρέμματος, και συνορεύεται με το ανωτέρω δωρούμενον και υπ' αριθμόν τρίτον (3ον) περιγραφόμενον σκληροχωράφιόν του, και με κτήμα Γ.
Μ. Ρ., το δε έτερον τμήμα το προς βορράν κείμενον, έχει έκτασιν ενός και ημίσεως (1 1/2) στρέμματος, και συνορεύεται γύρωθεν με το ανωτέρω δωρούμενον και υπ' αριθμόν τρίτον (3ον) περιγραφόμενον σκληροχωράφιόν του, και με κτήματα Τ. Α. Ρ. και Α. Τ. Κ.". Κατά τον απώτερο τίτλο κτήσης της ενάγουσας, ήτοι το νόμιμα μεταγραμμένο με αριθ. .../1908 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ.
Α. Α., ο Α. Μ. Ρ. και η Ε. Α. Ρ., το γένος Ι. Ρ., πρόσφεραν στο γιο τους Ι. Α. Ρ. (δικαιοπάροχο του πωλητή) εννέα (9) ακίνητα κείμενα κατά την περιφέρειαν του Δήμου Σύρου, από τα οποία τέσσερα στη θέση Λιώνα, τα με αριθμούς 2, 3, 4, και 5, συνολικής έκτασης 6,375 ζευγαριών και δη, 2) "ένα κήπον, κείμενον εις θέσιν Λιώνα εκτάσεως μιας και ημισείας ημέρας ζευγαριάς διηρουμένου εις τρεις σκάλας περιέχοντα συκάς μετά του ημίσεως μαγκανοπηδάγου μιας στέρνας και καλύβης πλησιάζοντα γύρωθεν με κτήματα Μ.
Τ. Β., Μ. Α. Β., του ιδίου προικοδότου Α.Μ. Ρ. και δημοσίου δρόμου", 3) "ημισείαν άμπελον κειμένην εις την θέσιν Λιώνα εκτάσεως ενός και ημίσεως τετάρτου της ημέρας ζευγαριάς [ή 0,375 ζευγαριάς] περιέχουσαν και πέντε συκόδενδρα πλησιάζουσαν με κτήματα του προικοδότου Α. Μ. Ρ.", 4) "τα εις την αυτήν θέσιν Λιώνα κείμενα χωράφια με τα σκληρωπά εκτάσεως τεσσάρων ημερών ζευγαρίσματος ως και μίαν καλύβην (...) πλησιάζοντα γύρωθεν τ' ανωτέρω χωράφια και σκληρωπά με κτήματα Μ.
Α. Ρ., Λ. Τ. Κ. και ιδίου προικοδότου", 5) "έτερον χωράφιον εις την αυτήν θέσιν Λιώνα εκτάσεως ημίσειας ζευγαριάς περιέχον πέντε συκόδενδρα και πλησιάζον γύρωθεν με κτήματα Τ. Λ. Κ., Μ. Τ. Β. και δημοσίου δρόμου (...)". γ) Ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Ι. Ρ. υπέβαλε αίτηση στη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, στις 4.5.1999, για τον χαρακτηρισμό της ως άνω έκτασης που πώλησε μετέπειτα στην ενάγουσα και καταλαμβάνει το ακίνητο με τον ΚΑΕΚ 290240415009 ως δασικής ή μη, επί της οποίας, μετά από την διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988 από τον δασολόγο Ε.
Γ. και τον δασοπόνο Θ. Α., εκδόθηκε η με αριθ. ....1999 πράξη χαρακτηρισμού της Διευθύντριας Δασών Ν. Κυκλάδων, που χαρακτήρισε ένα τμήμα (μη επίδικο) της συνολικής έκτασης, εμβαδού 2.600 τ.μ., ως εγκαταλειμμένο αγρό, το δε υπόλοιπο τμήμα της, στο οποίο περιλαμβάνονται τα δύο επίδικα τμήματα, ως χορτολιβαδική έκταση, ενόψει του ότι από την αυτοψία και την εξέταση των αεροφωτογραφιών προέκυψε ότι αυτό, οριοθετημένο από ξηρολιθιά, έφερε βραχισμούς, δεν είχε στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας και καλυπτόταν από χαμηλή χορτολιβαδική - φρυγανώδη βλάστηση.
Κατά της πράξης αυτής ο Γ. Ρ. υπέβαλε αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία με την με αριθ. 67/2001 απόφαση της (ήδη τελεσίδικη, σύμφωνα με το με αριθ. 2528/2002 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Περιφέρειας Ν. Αιγαίου), δέχθηκε εν μέρει τις αντιρρήσεις και χαρακτήρισε ένα ακόμη τμήμα της όλης έκτασης του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ 290240415009, που παρεμβάλλεται μεταξύ των επιδίκων, ως αγροτική έκταση (άρθρο 3 παρ. 6α του ν. 998/1979), με την αιτιολογία ότι εμφανίζει παλαιά ίχνη καλλιέργειας και βαθμίδες, ενώ για τα επίδικα εδαφικά τμήματα έκρινε ότι αποτελούν χορτολιβαδικές εκτάσεις (άρθρο 3 παρ. 6β του ν. 998/1979).
Σύμφωνα, εξάλλου, με την μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Φ., δασολόγο, η έκταση που καταλαμβάνουν τα επίδικα τμήματα, αλλά και το εδαφικό τμήμα, εμβαδού 1.570 τ.μ., με τις κορυφές (ΕΓΣΑ 1987) 70 - 122 - 123 - 124 - 125 - 5 - 11 - 126 - 127 - 128 - 129 - 130 - 131 - 132 - 133 - 134 - 52 - 70, που με την ως άνω απόφαση της Α'/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων χαρακτηρίστηκε (τελεσίδικα) ως αγροτική, έχει χορτολιβαδική μορφή, χωρίς να εμφανίζει ίχνη παλαιότερης καλλιέργειας, δεδομένου ότι πρόκειται για άγονη έκταση, με ενιαία μορφή και βραχισμούς, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για βοσκή, η δε περιμετρική ξηρολιθιά εξυπηρετούσε τον περιορισμό και έλεγχο των ζώων, που αφήνονταν εκεί για βοσκή.
Αλλά και η μάρτυρας απόδειξης, που κατοικούσε στην ευρύτερη περιοχή, επιβεβαίωσε ότι δεν καλλιεργούνταν όλη η έκταση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ 290240415009, αλλά μόνο τα "χαμηλά" τμήματά του, δηλαδή εκείνα που βρίσκονται προς βορρά, πλησίον του επαρχιακού δρόμου και αποτελούν κυρίως το μη επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.600 τ.μ., που χαρακτηρίστηκε ως εγκαταλειμμένος αγρός με την με αριθ. 3357/20.10.1999 πράξη χαρακτηρισμού, αλλά και το επίσης μη επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 1.570 τ.μ., που χαρακτηρίστηκε ως αγροτικό με την προαναφερθείσα απόφαση της Α'/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων.
Μεταξύ των δύο αυτών (χαρακτηρισμένων τελεσιδίκως ως αγροτικών) τμημάτων βρίσκεται το επίδικο εδαφικό τμήμα Ι, όπως προαναφέρθηκε, ενώ το επίδικο εδαφικό τμήμα
ΙΙ εκτείνεται προς νότο, μετά το εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.570 τ.μ., που έχει χαρακτηριστεί τελεσιδίκως ότι είναι αγροτική έκταση, ως φέρουσα παλαιά ίχνη καλλιέργειας και βαθμίδες. Ακολούθως, όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας Β. Γ. και αποτύπωσε στο με αριθ. σχεδίου ΠΡ - 1 τοπογραφικό διάγραμμα (που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης) τους βραχισμούς και το πετρώδες - άγονο έδαφος στα επίδικα εδαφικά τμήματα, στο μεν τμήμα Ι (υπό στοιχ. [α] στην πραγματογνωμοσύνη) οι βραχισμοί και το πετρώδες - άγονο έδαφος εκτείνονται από ανατολή προς δύση συνεχόμενα και καταλαμβάνουν κατά προσέγγιση πλέον του 1/3 και λιγότερο του 1/2 του όλου τμήματος, στο δε τμήμα ΙΙ (υπό στοιχ. [β] στην πραγματογνωμοσύνη) εκτείνονται βορειοανατολικά και νότια και καταλαμβάνουν κατά προσέγγιση περίπου το 1/2 του όλου τμήματος, όπως δε αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σε κανένα από τα δύο τμήματα δεν παρατηρούνται ίχνη καλλιέργειας ("όπως για παράδειγμα δέντρα, άμπελοι ή υπολείμματα οποιασδήποτε εγκατάστασης όπως για παράδειγμα στάνης, πηγαδιού κλπ." [ως προς το τμήμα Ι] και "όπως δέντρα, άμπελοι ή υπολείμματα οποιασδήποτε εγκατάστασης ή ύπαρξη αναβαθμών" [ως προς το τμήμα ΙΙ]).
Περαιτέρω, ευρήματα περίφραξης διαπίστωσε στο ανατολικό και δυτικό όριο του τμήματος Ι, που αποτελούν αντίστοιχα περιμετρικά όρια του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ 290240415009, καθώς και πλησίον του βόρειου - βορειοανατολικού ορίου του υπό τα στοιχεία 117 - 118 - 119 - 120 - 115, στο δε τμήμα ΙΙ στο ανατολικό και το νότιο - νοτιοδυτικό όριο αυτού (υπό τα στοιχεία 11 - 35 και 35 - 51), που αποτελούν αντίστοιχα περιμετρικά όρια του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ 290240415009, καθώς και πέραν του νότιου - νοτιοδυτικού ορίου (υπό τα στοιχεία 51 - 134) και σε απόσταση 8 μ.
νοτιότερα από αυτό (εντός του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ 290240415042) και, με βάση τα ευρήματα αυτά, εκτίμησε ότι υπάρχει φυσική συνέχεια των επιδίκων τμημάτων και του ενδιάμεσου τμήματος που χαρακτηρίστηκε ως αγροτική έκταση με την τελεσίδικη απόφαση της Α'/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, διότι δεν διαχωρίζονται ανάμεσά τους με ξηρολιθιές.
Κατά το με αριθ. ....2017 έγγραφο της Διευθύντριας Δασών της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων, που συντάχθηκε ενόψει της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όσον αφορά στα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα - για τα οποία αναφέρεται ότι έχουν κριθεί τελεσιδίκως ως χορτολιβαδικά (το με αριθ. πρωτ. ....2002 έγγραφο περί τελεσιδίκας της Δ/νσης Δασών Ν.
Κυκλάδων) και ότι ισχύει ο αναρτημένος δασικός χάρτης της νήσου Σύρου (η με αριθ. πρωτ. ....2016 απόφαση ανάρτησης του δασικού χάρτη των πρώην ΟΤΑ ...( μεταξύ άλλων) ... Βάρης νήσου Σύρου) - δεν διαπιστώθηκε, μετά από επανέλεγχο των ορθοφωτοχαρτών της περιοχής και τη στερεοσκοπική παρατήρηση του ζεύγους αεροφωτογραφιών του έτους 1945 (αρ. 039 - 040/1945), ύπαρξη περίφραξης, ενώ στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960 (αρ. 2523 - 2524) δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη ξηρολιθιάς στα ανατολικά του τμήματος ΙΙ και, τέλος, δεν υπάρχουν εσωτερικές ξηρολιθιές που να διαχωρίζουν τα τμήματα Ι και ΙΙ.
Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει την από 18.9.2018 συνοπτική τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλοντολόγου - φωτοερμηνευτή Ν. Σ., με αντικείμενο την διαχρονική διερεύνηση παρουσίας ξηρολιθιών και χρήσεων γης σε ακίνητα ιδιοκτησίας της (ενάγουσας), η οποία, με βάση τις τέσσερις χρονικές στιγμές που εξετάστηκαν τα επίδικα εδαφικά τμήματα (σημερινή αυτοψία και τα έτη 2016, 2007 - 2009 και 1945, με την φωτοερμηνεία της δορυφορικής Α/Φ Google Earth, του ορθοφωτοχάρτη ΕΚΧΑ και του ορθοφωτοχάρτη ΕΚΧΑ και στερεοζεύγους Α/Φ 209/39-40 ΓΥΣ αντίστοιχα) και θεωρώντας ότι βαρύνουσα φερεγγυότητα εκτίμησης έχουν η σημερινή αυτοψία και η δορυφορική α/φ του 2016, διότι η σαφήνεια των πληροφοριών και η αποδεικτική τους ικανότητα είναι αναμφισβήτητες, ενώ η α/φ του 1945 έχει ενδεικτική αξία λόγω της μικρής της διακριτικής ικανότητας, συμπεραίνει ότι:
α) το επίδικο εδαφικό τμήμα Ι φέρει σήμερα, το 2016 και το 2007, εκτός από τις περιμετρικές ξηρολιθιές στις διαδρομές 115 - 1 - 5 και 70 - 80, καλλιεργητική ξηρολιθιά στη διαδρομή 5 - 125 - 121 - 121' επί του τοπογραφικού διαγράμματος υπό στοιχ. ΠΡ-1 του πραγματογνώμονα (όπως συμπληρώθηκε από τον ίδιο ως προς το σημείο 121'), που δεν διαπίστωσε ο τελευταίος, καθώς και ξηρολιθιά στη διαδρομή Μ-Ν-118-119'-120'- 115 (επί του ίδιου διαγράμματος, όπως συμπληρώθηκε από τον ίδιο ως προς τα σημεία Μ, Ν, 119', 120'), που είναι ασαφές αν είναι περιμετρική ή καλλιεργητική, και εκτιμά ότι οι ξηρολιθιές αυτές με τις ίδιες λειτουργίες υφίσταντο και το 1945 και ότι ο εσωτερικός χώρος φέρει κατά πλειοψηφία γαιώδεις θέσεις και πολύ λιγότερες πετρώδεις και ότι αποτελεί εγκαταλειμμένη αγροτική γη που δουλευόταν πριν τον πόλεμο, β) το επίδικο εδαφικό τμήμα ΙΙ φέρει σήμερα, το 2016 και το 2007 περιμετρική ξηρολιθιά στην ανατολική του οριογραμμή και επίσης η νότια οριογραμμή του περικλείεται από ολίγον αφιστάμενη ξηρολιθιά, ενώ δεν υφίσταται ξηρολιθιά στην δυτική οριογραμμή και εκτιμά ότι στον εσωτερικό χώρο του οι γαιώδεις και πετρώδεις θέσεις είναι περίπου ίσες εκτατικά και ότι πρόκειται επίσης για εγκαταλειμμένο αγρό με περικλειόμενες εντός αυτού τις πετρώδεις θέσεις και γ) τα επίδικα εδαφικά τμήματα, ο ενδιάμεσος αγροτικός χώρος και ο όμορος αγροτικός χώρος βορείως του τμήματος Ι μέχρι την διερχόμενη επαρχιακή οδό, που συναποτελούν το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 290240415009 και περικλείονται ως επί το πλείστον από περιμετρική ξηρολιθιά, η οποία προσδίδει φυσική συνέχεια στις τέσσερις αυτές επιφάνειες, χωρίς αυτονόμηση της μιας από την άλλη, αποτελούν ενιαία χωρική οντότητα, με εναλλασσόμενες γαιώδεις και πετρώδεις θέσεις με τις πρώτες να κυριαρχούν και να περιέχουν οργανικά και αδιάσπαστα τις άγονες θέσεις.
Ωστόσο, από την ως άνω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας, που καταλήγει στα προαναφερόμενα συμπεράσματα χωρίς να λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη τις α/φ του 1945 με την αιτιολογία ότι έχουν μικρή διακριτική ικανότητα, δεν μπορεί να αναιρεθεί η προαναφερθείσα σαφής διαπίστωση της Δ/ντριας Δασών με βάση τις ίδιες α/φ (στο με αριθ. ....2017 έγγραφό της) περί μη ύπαρξης περίφραξης κατά το εν λόγω έτος περιμετρικά των επιδίκων.
Μια τέτοια παραδοχή θα οδηγούσε στη μη λήψη υπόψη των α/φ του έτους 1945 εν γένει, που βέβαια δεν υποστηρίζεται από κανένα. Ως προς τη μη ύπαρξη ξηρολιθιάς το έτος 1945 συνάδει και το γεγονός ότι από τους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, που έχουν προπαρατεθεί, προκύπτει ότι μόνο το ακίνητο με αριθ. 3ον του δωρητηρίου συμβολαίου ....1951 ("εν σκληροχωράφιον ...
έχον έκτασιν 2 1/5 στρεμμάτων"), αναφέρεται ως "τοιχογυρισμένο". Με βάση τ' ανωτέρω, συνεκτιμώντας όλα τα όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο οδηγείται στη δικανική πεποίθηση ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούσαν ανέκαθεν χορτολιβαδικές εκτάσεις, με σημαντικά σε έκταση επιμέρους τμήματά τους να καλύπτονται από βραχισμούς και πετρώδες - άγονο έδαφος, που δεν καλλιεργούνταν ούτε στα μέρη που το έδαφος δεν ήταν πετρώδες - άγονο, αφού δεν διαπιστώθηκαν καθόλου ίχνη καλλιέργειας, ιδίως δε αναβαθμοί (η καλλιεργητική ξηρολιθιά που αναφέρει ο φωτοερμηνευτής Ν.
Σ. και την τοποθετεί στο όριο μεταξύ του εδαφικού τμήματος Ι και της ενδιάμεσης αγροτικής έκτασης δεν διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα [ούτε βέβαια από τη Δ/νση Δασών], ενώ για την έτερη ξηρολιθιά που διαπιστώθηκε και από τους δύο και καλύπτει ένα μέρος του ορίου μεταξύ του εδαφικού τμήματος Ι και της εκτεινόμενης βόρεια αυτού αγροτικής έκτασης αναφέρει ότι είναι δύσκολο να διαγνωστεί αν επρόκειτο για καλλιεργητική ή περιμετρική), οι οποίοι ήταν αναγκαίοι για την διαμόρφωση επίπεδων επιφανειών και την καλλιέργειά τους λόγω της υπάρχουσας μεταβαλλόμενης κλίσης εδάφους (η μέση κλίση στο τμήμα Ι κυμαίνεται από 30% έως 35% περίπου και στο τμήμα ΙΙ από 20% έως 25% περίπου, βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το τοπογραφικό διάγραμμα με αριθ. σχεδίου ΠΡ-1 με τις σχετικές υψομετρικές καμπύλες) και οι οποίοι διατηρούνται και μετά την πάροδο μακρού χρόνου. δ) Σε συνέχεια της ως άνω δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου περί ανέκαθεν χορτολιβαδικής μορφής των επιδίκων, η οποία συνεπάγεται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, την ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτών (λόγω της ιδιότητάς τους ως λειβαδιών ή βοσκοτόπων, δυνάμει του άρθρου 1 του β.δ.
της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834"), εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται (ούτε βέβαια αποδεικνύει) ότι για την επικαρπία τους υπήρχε έγγραφο "ταπί", που εκδόθηκε επί τουρκοκρατίας, πρέπει να διερευνηθεί αν το μαχητό αυτό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη εκ μέρους της ενάγουσας πράξεων νομής επ' αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου, δηλαδή άσκηση φυσικής εξουσίας στα επίδικα με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εφόσον το χρονικό αυτό διάστημα είχε συμπληρωθεί έως την 11η.9.1915 στο πρόσωπο του απώτερου δικαιοπαρόχου της Ι. Α. Ρ. Για να καταστεί δυνατή μια τέτοια απόδειξη προέχει βέβαια να διαπιστωθεί αν τα επίδικα εμπεριέχονται στον απώτερο τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήτοι το με αριθ. .../1908 προικοσυμβόλαιο και, ακολούθως, με τη συνεκτίμηση όλων των λαμβανομένων υπόψη κατά τα ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων να οδηγηθεί το Δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση περί άσκησης πράξεων νομής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου από τους απώτατους δικαιοπάροχους αυτής. Ο πραγματογνώμονας Β. Γ. εφάρμοσε επί του εδάφους (αριθμός σχεδίου ΠΡ-2 της πραγματογνωμοσύνης) το από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα (Τ1) του τοπογράφου μηχανικού Γ. Π., που είναι προσαρτημένο στον πρόσφατο τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας (ήτοι το με αριθ. .../2007 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Μ., όπως διορθώθηκε με την με αριθ. .../2008 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου) και διαπίστωσε ότι τα επίδικα εμπεριέχονται στο σύνολό τους στον εν λόγω τίτλο, το ακίνητο του οποίου ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 290240415009 (επαλήθευση ως προς θέση, εμβαδόν, όριο με επαρχιακή οδό και όμορους ιδιοκτήτες).
Εφάρμοσε επίσης επί του εδάφους (αριθμός σχεδίου ΠΡ-3 της πραγματογνωμοσύνης) το από ... 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Φ., που είναι προσαρτημένο στα με αριθ. ... και .../1990 συμβόλαια γονικής παροχής με τα οποία ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας μεταβίβασε στις θυγατέρες του Α. και Α.
Ρ. αντίστοιχα έκταση συνολικού εμβαδού 8.030 τ.μ. (4.015 και 4.015 τ.μ. με κάθε συμβόλαιο), προερχόμενη από το ευρύτερο γεωτεμάχιο, εμβαδού 15.830 τ.μ. (και κατά ακριβέστερη μεταγενέστερη μέτρηση 16.035,41 τ.μ.), που απέκτησε ο τελευταίος κατά τα αναγραφόμενα στα συμβόλαια αυτά με το δωρητήριο συμβόλαιο με αριθ. .../1951 και διαπίστωσε ότι α) το ακίνητο του με αριθ. .../1990 συμβολαίου εντοπίζεται στο έδαφος και περιλαμβάνει τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290240415041, 290240415035, 290240415036, τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415042 και τμήμα της οδού 29024ΕΚ00149 και β) το ακίνητο του με αριθ. .../1990 συμβολαίου εντοπίζεται επίσης στο έδαφος και περιλαμβάνει τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290240415042, 290240415038, 290240415037 και τμήμα της οδού 29024ΕΚ00149 (από τα οποία το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415042 αποτελεί το νότιο όριο του επίδικου εδαφικού τμήματος
ΙΙ). Δεν κατέστη όμως εφικτό να εφαρμόσει επί του εδάφους και τους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήτοι το με αριθ. .../1951 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή και το με αριθ. .../1908 προικοσύμφωνο, λόγω απουσίας τοπογραφικού διαγράμματος και σταθερών χαρακτηριστικών σημείων του ακινήτου που περιγράφει ο καθένας από τους δύο τελευταίους τίτλους.
Η ενάγουσα υποστηρίζει, με βάση κατ' αρχάς τον τίτλο ιδιοκτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου της Γ. Ι. Ρ., ήτοι το με αριθ. .../1951 δωρητήριο συμβόλαιο, ότι τα περιγραφόμενα σ' αυτόν ακίνητα 3ο και 7ο (που είναι τα ακίνητα 4ο και 5ο αντίστοιχα του με αριθ. .../1908 προικοσυμφώνου) ήταν συνεχόμενα και αποτελούσαν ενιαία έκταση, από αυτά δε προέρχονται σήμερα αφενός το δικό της γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 290240415009 και αφετέρου τα γεωτεμάχια με τους ΚΑΕΚ 290240415042, 90240415041, 290240415035, 290240415036, 90240415038, 90240415037 και τμήμα της οδού 29024ΕΚ00149, τα οποία αποτελούσαν την υπόλοιπη (νότια του επίδικου εδαφικού τμήματος ΙΙ) έκταση των 8.030 τ.μ., που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής ο Γ.
Ι. Ρ. στις θυγατέρες του Α. και Α. και εκείνες μεταβίβασαν περαιτέρω σε τρίτους. Προσάγει δε και επικαλείται (ορισμένους για πρώτη φορά στο Δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο) τίτλους ιδιοκτησίας (άμεσους και απώτερους) των ομόρων της ευρύτερης αυτής έκτασης γεωτεμαχίων με τους ΚΑΕΚ 290240415003, 290240418007, 290240418013, 290240415010, 290240415016, 290240415018 και 290240415005, αλλά και του μη όμορου 290240418008, προκειμένου να αποδείξει, με βάση τους αναγραφόμενους εκάστοτε όμορους ιδιοκτήτες των ομόρων ως άνω γεωτεμαχίων, στους οποίους περιέχονται και οι δικοί της δικαιοπάροχοι (άμεσος και απώτεροι), ότι το ακίνητο που αγόρασε (γεωτεμάχιο 290240415009, στο οποίο περιέχονται τα επίδικα) περιέχεται στους απώτερους τίτλους ιδιοκτησίας της.
Από τη μελέτη και την αντιπαραβολή μεταξύ τους των τίτλων αυτών, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Ως προς το όμορο βόρεια και ανατολικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009 γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 90240415003: α) Περιήλθε στους Ε. Ε. Χ. και Σ. συζ. Ε. Χ. με το με αριθ. .../1985 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι. Π. από τις Ι.
συζ. Α. Β., το γένος Ν. και Ε. Κ. και Α. συζ. Ι. Β., το γένος Ν. και Ε. Κ., συνόρευε δε κατ' αυτό, μεταξύ άλλων, με κτήμα Γ. Ι. Ρ. β) Στις πωλήτριες είχε περιέλθει από κληρονομία του πατέρα τους Ν. Ι. Κ. γ) Στον πατέρα τους είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1930 συμβόλαιο σύστασης προίκας του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Π.
Κ. από τον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Ρ. του Α. ως τεμάχιον αμπέλου στη θέση Λιώνα, στον οποίο είχε περιέλθει με το .../1908 προικοσύμφωνο (το με αριθ. 3 ακίνητο τούτου, ενόψει του ότι μόνον το ακίνητο με αριθ. ήταν άμπελος) και συνόρευε κατά το συμβόλαιο αυτό με κτήματα του προικοδότη Ι. Ρ. 2) Ως προς το όμορο ανατολικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009 γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 90240418007:
α) Περιήλθε στον Γ. Ν. Α. με το με αριθ. .../1972 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Λ. Σ. από τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ. Ι. Ρ., ως μέρος του ακινήτου με αριθ. 3, που είχε περιέλθει σ' αυτόν με το με αριθ. .../1951 δωρητήριο συμβόλαιο από τον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Α. Ρ., συνόρευε δε κατά το πωλητήριο αυτό συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήματα Γ.
Ι. Ρ. και Ε. Κ. (συζύγου του ως άνω προικολήπτη Ν. Κ.). 3) Ως προς το όμορο ανατολικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009 γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 90240418007: α) Περιήλθε στους Α. Δ. Μ., Δ. Γ. Π., Κ. Π. Τ. και Γ. Δ. Γ. με το με αριθ. .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Α. συζ. Α. Α., από ευρύτερο αγροτικό ακίνητο έκτασης 15.350 τ.μ., στη θέση "Κοσκινά", από τις Α.
σύζ. Γ. Β., το γένος Α. Κ. και Μ. σύζ. Σ. Γ., το γένος Α. Κ. και, ακολούθως, με το με αριθ. .../2000 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου περιήλθαν στους δύο πρώτους τα ιδανικά μερίδια των λοιπών, συνόρευε δε το πωληθέν κατά τους ως άνω τίτλους, μεταξύ άλλων, με ιδιοκτησία Γ. Ρ. β) Στις πωλήτριες είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση, ως σκληροχωράφιο στη θέση "Κοσκινά", κατά το 1/4 εξ εδιαιρέτου με το με αριθ. .../1976 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ.
Σ. Π. από τη μητέρα τους Μ. σύζ. Α. Κ., το γένος Μ. Ρ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομία, όπως και στις ως άνω θυγατέρες της κατά το υπόλοιπο ποσοστό, του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Α. Κ. του Τ., συνόρευε δε κατά το εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Ρ. (απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας).
γ) Στον Α. Κ. του Τ. είχε περιέλθει ως σκληροχωράφιο στη θέση "Κοσσκινά" με το με αριθ. .../1932 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Π. Κ., από τον Τ. Κ. του Μ. και συνόρευε κατ' αυτό, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. (του απώτερου δικαιοπάροχου της ενάγουσας). δ) Στον Τ. Κ. του Μ. είχε περιέλθει το ως άνω σκληροχώραφο, κατά τον τελευταίο τίτλο από κληρονομία από την με αριθ. .../1892, νόμιμα δημοσιευμένη, δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι.
Μ. του παππού του Τ. Α. Κ. 4) Ως προς το όμορο ανατολικά και νότια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009 γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 90240415010: α) Περιήλθε στους Α. Δ. Μ., Δ. Γ. Π., Κ. Π. Τ. και Γ. Δ. Γ. με το με αριθ. .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Α. συζ. Α. Α., από ευρύτερο αγροτικό ακίνητο έκτασης 15.350 τ.μ., στη θέση "Κοσκινά", από το οποίο προήλθε και το όμορό του βόρεια γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 90240415013, από τις Α.
συζ. Γ. Β., το γένος Α. Κ. και Μ. συζ. Σ. Γ., το γένος Α. Κ. και, ακολούθως, με το με αριθ. .../2000 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου περιήλθαν στους δύο πρώτους τα ιδανικά μερίδια των λοιπών, συνόρευε δε το πωληθέν κατά τους ως άνω τίτλους, μεταξύ άλλων, με ιδιοκτησία Γ. Ρ. Όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, β) στις πωλήτριες είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση, ως σκληροχωράφιο στη θέση "Κοσκινά", κατά το 1/4 εξ εδιαιρέτου με το με αριθ. .../1976 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ.
Σ. Π. από τη μητέρα τους Μ. σύζ. Α. Κ., το γένος Μ. Ρ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομία, όπως και στις ως άνω θυγατέρες της κατά το υπόλοιπο ποσοστό, του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Α. Κ. του Τ., συνόρευε δε κατά το εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Ρ. (απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), γ) στον Α.
Κ. του Τ. είχε περιέλθει ως σκληροχωράφιο στη θέση "Κοσσκινά" με το με αριθ. .../1932 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Π. Κ., από τον Τ. Κ. του Μ. και συνόρευε κατ' αυτό, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. (του απώτερου δικαιοπάροχου της ενάγουσας) και δ) στον Τ. Κ. του Μ. είχε περιέλθει το ως άνω σκληροχώραφο, κατά τον τελευταίο τίτλο από κληρονομία από την με αριθ. .../1892, νόμιμα δημοσιευμένη, δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι.
Μ. του παππού του Τ. Α. Κ. 5) Ως προς το όμορο ανατολικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415042 (που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε μέρος της ευρύτερης έκτασης των 8.030 τ.μ., που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Ι. Ρ. με τα με αριθ. ... και .../1990 συμβόλαια γονικής παροχής στις θυγατέρες του Α.
και Α. και εκείνες κατάτμισαν και μεταβίβασαν περαιτέρω σε τρίτους) γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415016: α) Περιήλθε στον Ν. Σ. Α. με το με αριθ. .../1979 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Ι. Τ., από ευρύτερο αγροτεμάχιο έκτασης 16.559,50 τ.μ. στη θέση "Κοσκινά", από τους συγκληρονόμους (χήρα και τέκνα) του Ι.
Σ. του Φ., που αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομία του με την με αριθ. .../1979 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, συνόρευε δε κατά το εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο, όπως και κατά την δήλωση αποδοχής κληρονομίας το ευρύτερο αγροτεμάχιο, μεταξύ άλλων, με ιδιοκτησία Γ. Ρ. β) Στον Ι.
Σ. του Φ. είχε περιέλθει ευρύτερο ακίνητο (χωράφιο με αλώνιο και σκληρωπόν) στην ως άνω θέση "Κοσκινά" με το με αριθ. 34310/1933 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Ν. Π. Κ., από την Α. Λ. - Κ., συνόρευε δε κατά το πωλητήριο αυτό συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Ρ. γ) Επίσης στον ίδιο Ι. Σ. του Φ.
είχαν περιέλθει συνεχόμενα κτήματα στη θέση "Λυώνα" ή "Ελαιώνα" με το με αριθ. .../1931 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Π. Κ., από τον Ι. Γ. Μ., με όρια, μεταξύ άλλων, κτήματα Ι. Α. Ρ. δ) Στον Ι. Γ. Μ. είχαν περιέλθει τα ανωτέρω συνεχόμενα κτήματα με το με αριθ. .../1927 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου από τον Μ.
Ν. Χ., κατά το οποίο επίσης συνόρευαν, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. Και ε) στον Μ. Ν. Χ. είχαν περιέλθει τα ανωτέρω κτήματα με το με αριθ. .../1895 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Α. Α. Β., λόγω προίκας, από τους Ζ. Β. και Φ. Β., ένα από τα οποία ("λαχανόκηπος στη θέση ''Ελαιώνα''") συνόρευε κατά το εν λόγω συμβόλαιο, με κτήματα Α.
Ρ. (ήτοι πατέρα του απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ι. Α. Ρ.). 6) Ως προς το όμορο νοτίως των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 290240415035, 290240415036, 290240415038 και 290240415037 (που αποτελούν μέρος της ευρύτερης έκτασης των 8.030 τ.μ., που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Ι. Ρ. με τα με αριθ. ... και .../1990 συμβόλαια γονικής παροχής στις θυγατέρες του Α.
και Α. και εκείνες κατάτμισαν και μεταβίβασαν περαιτέρω σε τρίτους) γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 290240415018: α) Περιήλθε στις Α. Κ., Π. Κ., Α. Τ. και Α. Τ. με το με αριθ. .../1990 πωλητήριο συμβόλαιο από τον Γ. Ρ. του Μ., ως χωράφι στη θέση "Αχλάδι" ή "Κοσκινά", συνόρευε δε κατ' αυτό, βόρεια - βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Ρ. β) Στον πωλητή είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1935 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν.
Π. Κ. από δωρεά του πατέρα του Μ. Α. Ρ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά το εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς προ σαράντα και πλέον ετών από δωρεά του δικού του πατέρα Α., συνόρευε δε κατά το συμβόλαιο τούτο δωρεάς, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. (απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας). 7) Ως προς το όμορο δυτικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240415009 γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 2902405005:
α) Περιήλθε στους Μ. Ι. Ξ. και Ι. Ι. Ξ. με το με αριθ. .../1988 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι. Ι. Π., ως αγροτικό ακίνητο εμβαδού 10.100 τ.μ. στη θέση "Μεσαία Εμπατή" (στο κτηματολόγιο είναι καταχωρισμένο στη θέση "Λιώνα"), από τον Ι. Ρ. του Τ., συνόρευε δε κατά το πωλητήριο αυτό συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήμα Γ.
Ρ. β) Στον Ι. Ρ. του Τ. είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1951 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ. Λ. Α. από τον πατέρα του Τ. Α. Ρ. ή Σ., συνόρευε δε κατά το πωλητήριο αυτό συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. γ) Στον Τ. Α. Ρ. ή Σ. είχε περιέλθει με το με αριθ. .../1910 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ.
Α. Α. από τους Μ. Α. Π. και Α. Μ. Π., συνόρευε δε, μεταξύ άλλων, με κτήματα Ι. Α. Ρ. (απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας). 8) Ως προς το όμορο ανατολικά του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 290240418007 (που κατά τα προαναφερθέντα πωλήθηκε από τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ. Ι. Ρ., ως μέρος του με αριθ. 3 ακινήτου του .../1951 δωρητηρίου συμβολαίου στον Γ.
Ν. Α.) γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 2902408008, προκύπτει ότι: με την με αριθ. .../1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ι. Ι. Π., οι Ν. Δ., Α. Δ., Μ. Δ. και Μ. Δ. αποδέχθηκαν την κληρονομία εξ αδιαθέτου της συζύγου (ο πρώτος) και μητέρας (οι λοιποί) Σ. συζ. Ν. Δ., το γένος Γ. Κ., στην οποία είχε περιέλθει κατ' ιδανικό μερίδιο, από κληρονομία εξ αδιαθέτου του δικού της πατέρα Γ.
Κ. του Α., μεταξύ άλλων, μια σκληρή στη θέση Λιώνα ή Κοσκινά (ήτοι το υπόψη γεωτεμάχιο 2902408008), που συνόρευε, μεταξύ άλλων με κτήμα Γ. Α. Τέλος, αναφέρεται ότι ως προς τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290240415005, 290240415016 και 290240415010 γίνεται μνεία στα κτηματολογικά τους φύλλα ότι διεκδικούνται στο σύνολο ή σε τμήμα τους από το Ελληνικό Δημόσιο.
Για το τελευταίο από αυτά (290240415016) έχει κριθεί τελεσιδίκως ότι είναι αγροτική έκταση (βλ. το με αριθ. 144/1992 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων περί του ότι η υπόψη έκταση 14.950 τ.μ. δεν είναι δάσος - δασική, σε συνδυασμό με την με αριθ. 2419/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που ακύρωσε την με αριθ. 583/2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων που είχε κρίνει ως χορτολιβαδική επιμέρους έκταση 8.449,50 τ.μ.).
Από την μελέτη, την αντιπαραβολή και τον συνδυασμό όλων των παραπάνω τίτλων ιδιοκτησίας των ομόρων γεωτεμαχίων με τους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Διαχρονικά, υφίσταται αμφίδρομη επαλήθευση των ορίων της ευρύτερης ενιαίας έκτασης που καταλαμβάνουν σήμερα τα γεωτεμάχια με 290240415009 (της ενάγουσας), 290240415041, 290240415042, 2902404150035, 290240415036, 290240415038 και 290240415037 (που μεταβιβάστηκαν από τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ.
Ι. Ρ. στις θυγατέρες του το 1990, ως μέρος των συνεχόμενων ακινήτων 3ου και 7ου του .../1951 δωρητηρίου συμβολαίου, συνολικής έκτασης 8.030 τ.μ.) και το γεωτεμάχιο 290240415007 (που μεταβιβάστηκε από τον ανωτέρω ως μέρος του ακινήτου 3ου του εν λόγω δωρητηρίου συμβολαίου). Ειδικότερα, σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των ως άνω ομόρων γεωτεμαχίων, στους οποίους υπάρχει αλληλουχία προηγούμενου και επόμενου, αναφέρονται μεταξύ των ομόρων ιδιοκτητών είτε ο Γ.
Ι. Ρ. (άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, στους μεταγενέστερους) είτε ο Ι. Α. Ρ. (απώτερος δικαιοπάροχος αυτής, στους προγενέστερους). Επίσης, διαχρονικά, οι αναφερόμενοι ως ιδιοκτήτες των ανωτέρω ομόρων γεωτεμαχίων στους τίτλους ιδιοκτησίας τους συμπίπτουν με τους αναφερόμενους όμορους ιδιοκτήτες στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Σε κανέναν δε από όλους τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας δεν αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτησία "δημόσιο κτήμα" ή "άγνωστος ιδιοκτήτης". Τα αυτά επισημαίνονται και στην με αριθ. κατάθ. ....2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Β. Γ. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ότι τα ακίνητα 3ο και 7ο στο .../1951 δωρητήριο συμβόλαιο περιγράφονται ως συνεχόμενα (το νότιο τμήμα του 7ου συνορεύει με το 3ο και το βόρεια τμήμα του 7ου συνορεύει επίσης με το 3ο) και ότι αυτά αντιστοιχούν κατά λογική ακολουθία στα ακίνητα 4ο και 5ο του .../1908 προικοσυμφώνου, με βάση τη θέση τους και την περιγραφή τους στο τελευταίο, οδηγούν το Δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα Ι και ΙΙ, παρά τη χορτολιβαδική μορφή τους, περιέχονται στον απώτερο τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας (το .../1908 προικοσύμφωνο), που αφορούσε όλη την ευρύτερη έκταση που καταλαμβάνουν σήμερα το γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 290240415009 (της ενάγουσας), 290240415041, 290240415042, 2902404150035, 290240415036, 290240415038, 290240415037 και 290240415007.
Το γεγονός δε ότι απώτατος τίτλος ιδιοκτησίας όμορης ιδιοκτησίας, αναγόμενος στον 19ου αιώνα, μνημονεύει ως όμορο ιδιοκτήτη τον Α. Ρ. (πατέρα του Ι. Ρ.), σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, συντελεί στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου περί του ότι η ευρύτερη έκταση στην οποία εμπεριέχονται τα επίδικα εξουσιαζόταν, με την καλλιέργεια των καλλιεργούμενων τμημάτων γης και την επίβλεψη εν γένει των λοιπών εντός αυτών αγόνων εδαφών, από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας έως τον απώτατο Α.
Ρ., πατέρα του Ι. Α. Ρ., συνεχώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για μια τριακονταετία έως την 11η.9.1915, έτσι ώστε έως τότε είχε αποκτηθεί η επ' αυτών κυριότητα από τον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Α. Ρ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη του, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, για να καταλήξει στην προαναφερόμενη δικανική πεποίθησή του, ότι στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων εν πολλοίς το πρώτο μισό του 20ου και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η περιγραφή τους ως προς το εμβαδόν, αλλά και τον προσανατολισμό τους δεν ήταν ακριβής, για διάφορους λόγους, κυρίως διότι η μέτρηση γινόταν κατά προσέγγιση με τη ζευγαριά, που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοδιών σε μια ημέρα και ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας του εδάφους, ενώ συχνά τα ακαλλιέργητα και άγονα εδάφη του ακινήτου δεν υπολογιζόταν στον τρόπο αυτό μέτρησης, όπως και από εσφαλμένη μετατροπή της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης σε στρέμματα, αλλά και εσκεμμένα, για λόγους φορολογικούς.
Έτσι, αν λαμβανόταν υπόψη μόνον οι αποκλίσεις που παρατηρούνται ως προς το εμβαδόν των νυν καταχωρισμένων στο Κτηματολόγιο ως άνω γεωτεμαχίων (της ενάγουσας και των ομόρων του) από εκείνο των τίτλων ιδιοκτησίας τους, θα παραβλεπόταν η ταυτοποίηση που συνάγεται από την προαναφερθείσα έρευνα των ομόρων τίτλων ιδιοκτησίας ως προς τη θέση και τα όρια της ευρύτερης, ενιαίας στο παρελθόν, έκτασης των δικαιοπαρόχων (άμεσου, απώτερου και απώτατου) της ενάγουσας.
Το δε ενιαίο (στο παρελθόν) της ευρύτερης έκτασης συνάγεται α) από το γεγονός ότι δεν προκύπτουν διεκδικήσεις τμημάτων αυτής από ιδιώτες, όμορους ιδιοκτήτες ή μη και β) ως προς τα επίδικα εδαφικά τμήματα Ι και ΙΙ ιδίως, από το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως της υφιστάμενης περιμετρικής ξηρολιθιάς στο γεωτεμάχιο της ενάγουσας (290240415007) και του χρόνου κατασκευής της, δεν υπάρχει ξηρολιθιά που να διαχωρίζει το κάθε επίδικο από τη λοιπή ιδιοκτησία.
Τούτο δε το γεγονός είναι ενδεικτικό του ότι η όποια χρήση τους για βοσκή των ζώων, η διέλευση από αυτά και η επίβλεψή τους στο πλαίσιο της καλλιέργειας των καλλιεργήσιμων εδαφών του ευρύτερου ακινήτου γινόταν με την πεποίθηση ότι αποτελούσαν αναπόσπαστα και τελούντα σε οργανική ενότητα τμήματά του.
Επομένως δεν έσφαλε η εκκαλουμένη, που έκρινε με εν μέρει διάφορη αιτιολογία ότι το εδαφικό τμήμα Ι, μολονότι χορτολιβαδικής μορφής, περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας και δέχθηκε κατά το μέρος τούτο την αγωγή. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η εν μέρει διάφορη αιτιολογία της εκκαλουμένης ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα Ι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, και να απορριφθούν οι υπό κρίση λόγοι έφεσης και η έφεση του εναγομένου στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω η εκκαλουμένη έσφαλε που έκρινε ότι το εδαφικό τμήμα
ΙΙ δεν περιέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος αυτό. Γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι υπό κρίση λόγοι έφεσης και η έφεση της ενάγουσας στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το ως άνω μέρος, να κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή ως προς το μέρος αυτό και να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και κατά το μέρος τούτο και δη να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα είναι κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος ΙΙ, όπως αυτό περιγράφεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρούσας. Ενόψει δε του ότι η εκκαλουμένη πρέπει να εξαφανιστεί κατά τα προεκτεθέντα κατά ένα μέρος και ενόψει της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της απόφασης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.".
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Όροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).
Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ. του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016).
Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α', β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αόριστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής του σχετικού ισχυρισμού, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής) κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 του Α.Κ. στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεώς του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (Α.Π. 333/2021) αν και είναι δικονομικά επιτρεπτό η ακριβής περιγραφή του ακινήτου να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (Α.Π. 621/2014).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την υποβολή εκ μέρους του σχετικού παραπόνου, έκρινε την από 12.11.2014 αγωγή των αναιρεσίβλητων ορισμένη καίτοι στο δικόγραφό της, αν και αυτή (αγωγή) είχε ως μοναδική νομική βάση αυτή της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αναφέρονταν πράξεις ασκήσεως νομής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων και του κοινού δικαιοπαρόχου τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικόγραφου της αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα ανέφερε πλήθος πράξεων νομής επί του επίδικου (βλ. σελ. 3 και 4) χωρίς να είναι αναγκαίο (βλ. νομική σκέψη) οι πράξεις αυτές να ανάγονται πριν από τις 11.09.1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα ετών προηγουμένως. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς δεν κήρυξε το επικαλούμενο από το αναιρεσείον απαράδεκτο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως.
Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επελεύσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κτλ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π. 1182/2018, Α.Π. 148/2016). Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), έπρεπε να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι οι ενάγοντες.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τον ισχυρισμό του ως ένσταση περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου πριν από την αναιρεσίβλητη και, επομένως, από τις 11.09.1915, αυτό (επίδικο ακίνητο) ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι, όπως ήδη σημειώθηκε (βλ. νομική σκέψη), ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά ένσταση αποδεικτέα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και τούτο διότι ο άνω ισχυρισμός χωρίς την παράλληλη προβολή του ισχυρισμού περί πράγματος ανεπίδεκτου χρησικτησίας θα ήταν αλυσιτελής.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015, Α.Π. 374/2012).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. των πλημμελειών αυτών συνισταμένων αφενός μεν στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση) Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αφετέρου δε δεν περιέλαβε στην απόφασή του τις αναγκαίες αιτιολογίες, άλλως περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με κρίσιμα ζητήματα για τη διάγνωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Ο δισκελής αυτός λόγος αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 967, 968, 970 του Α.Κ., 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., 215 του ν. 4173/1929, 16 του α.ν. 192/1946, 58 του ν.δ. 86/1969, 2, 4 του α.ν. 1539/1938, ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν βάσει αυτού, 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, 1, 2, 3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi", του Πρωτοκόλλου της 10/22.03.1829, των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 03.02.1830, της 04/01.06.1830, της 19.06/01.07.1830, της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, 16 του ν. 21.06/10.07.1837, 1 του ν. 116/1975 όπως και τις διατάξεις του βζρδ 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 109 Πανδ. (50.16), ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (43.3), ν. 2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10), ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) και Βασ. 9 παρ. 1 (50.14).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες, πλήρεις, σαφείς και άνευ αντιφάσεων, παραδοχές του, το εκδόσαν την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση Δικαστήριο δέχτηκε ότι: α. Τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στο Οθωμανικό κράτος, ούτε σε Οθωμανό υπήκοο, ο οποίος τα εγκατέλειψε κατά τη φυγή του από την Ελλάδα, β. Δεν ήσαν ποτέ δάσος ή δασική έκταση, αλλά (δευτερευόντως) αγρός ("σκληροχωράφιον")με πενιχρά σημάδια της καλλιέργειάς τους ή (κυρίως) χορτολιβαδικές εκτάσεις ανάλογα με τη μορφή του εδάφους.
γ. Δεσποζόταν ήδη από το έτος 1908 και πριν από αυτό έως τη συμπλήρωση τριάντα (30) ετών στις 11.09.1915 διαρκώς έως το χρονικό σημείο των πρώτων εγγραφών στο οικείο Κτηματολόγιο από τους δικαιοπάροχους της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι τα περιμάνδρωσαν κατά περίπτωση με κατασκευή ξερολιθιάς (ξερολιθιά: τοίχος από αργολιθοδομή, χωρίς λάσπη), τα προστάτευαν από διεκδικήσεις τρίτων και έβοσκαν ποίμνια δεδομένης της αδυναμίας ασκήσεως άλλων πράξεων νομής περαιτέρω δε ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο χρησιδέσποσε επ' αυτών.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και τούτο διότι το αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους υποβλήθηκε με το κατατεθέν, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, υπόμνημα της αναιρεσίβλητης και όχι πριν ή κατά τη συζήτηση αυτής (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.07.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 141/13.09.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία με το βαθμό της Αντιπροέδρου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ