Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment regarding witness deposition distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final insurance liability judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court distorted a witness deposition, but the Court found the appellate court relied on this document alongside other evidence rather than exclusively on it. Consequently, the judgment was set aside in part, the case was remitted to a new panel of judges, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 564, 569, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal regarding the distortion of a witness deposition is inadmissible unless the court of first instance relied exclusively or primarily on that document to form its finding, which was not the case here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Ντοκατζή και Ελένη Διατσέγκου. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2905/2008 μη οριστική και 2776/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4216/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2016 αίτησή του και τον από 7-2-2023 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 30-6-2016 (αριθμ. έκθ. καταθ. 585/4-7-2016), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης [άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθμ. 4216/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Παραδεκτός είναι και ο από 7-2-2023 (αριθμ. καταθ. 38/13-2-2023) πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 13-2-2023 και επίδοση αυτού στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.
στις 13-2-2023, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. 8507Δ/13-2-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ., δηλ. τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (17-3-2023) (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα δικόγραφα αυτά (αναίρεσης και πρόσθετου λόγου αναίρεσης) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 30-3-2007 (αριθμ. κατάθ. 98749/4289/30-4-2007) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι, από υπαιτιότητα άγνωστου οδηγού, της χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, δίκυκλης μοτοσικλέτας, προκλήθηκε, στις 31-7-2000, σύγκρουση με την με αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος, με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του, υπό τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν. Ότι για το ατύχημα αυτό άσκησε την από 30-9-2001 προγενέστερη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4050/15-5-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του, ως κατ' ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 155.069,34 ευρώ (απώλεια εισοδημάτων και αμοιβή απασχόλησης οικιακής βοηθού, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 μέχρι 30-9-2001, ειδική αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του ΑΚ), ενώ αναγνώρισε ότι το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 1.408,66 ευρώ κατά μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 μέχρι 30-9-2006 (δαπάνη απασχόλησης οικιακής βοηθού και απώλεια εισοδημάτων). Επικαλούμενος δε, απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, ζήτησε, με την ένδικη αγωγή, να του καταβάλει το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. περαιτέρω αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος από την εργασία του, για πλασματική δαπάνη απασχόλησης νοσοκόμας-οικιακής βοηθού, δαπάνη διενέργειας ιατρικών εξετάσεων, δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή και για αγορά ορθοπεδικών ειδών, καθώς και περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 203.687,50 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει με μηνιαίες καταβολές 1) 2.550,00 ευρώ από 1-4-2007 μέχρι 31-7-2042, ως απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του, και 2) 755,52 ευρώ από 1-4-2007 μέχρι 31-7-2055, ως δαπάνη απασχόλησης οικιακής βοηθού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθ. 2905/2008 μη οριστική απόφαση διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και, στη συνέχεια, με την με αριθ. 2776/2010 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της άνω οριστικής απόφασης (συμπροσβαλλόμενης και της 2905/2008 μη οριστικής), ασκήθηκαν οι: α) από 20-12-2010 (αριθ.
κατάθ. 10527/2010) έφεση και ο από 13-2-2013 πρόσθετος λόγος, του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και ήδη αναιρεσίβλητου και β) από 27-12-2011(αριθ. κατάθ. 192/2012) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τις οποίες επικαλούμενοι κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης και το μεν εκκαλούν της πρώτης των εφέσεων Ν.Π.Ι.Δ.
την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου του, ο δε εκκαλών της δεύτερης των εφέσεων την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 999/2021, ΑΠ 736/2019).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας, όταν αυτή έχει ήδη επέλθει. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για το ζημιωθέντα συγκριτικά με την επελθούσα θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1516/2018, ΑΠ 325/2016). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, AΠ 869/2013).
Δυνατός πρέπει να είναι και ο προσδιορισμός της ζημιάς σε περίπτωση μελλοντικής θετικής ζημίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 747/2018 ).
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021). Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 747/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ.
α' του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αποζημίωσης, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 23/1994, ΑΠ 14/2022), αρχίζει δε και πάλι η παραγραφή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διάταξης αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.
Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται, γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρά από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη αλλά και για μέλλουσα θετική ζημία.
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006), ενώ εξάλλου η απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο (ως προώρως ασκούμενης) δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους, η οποία υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο της αγωγής, όπως και η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης.
Η απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 524/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 1545/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1445/2018). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται κατ' αρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1α' του ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης, της αναγόμενης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση - η οποία είναι αναγκαία - για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 του ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ` άρθρο 261 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α' - δ' , 6 παρ. 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 (ήδη πδ/γμα 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 489/1976), όπως το άρθρο 10 ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/10-5-2007, προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημίωσης στον ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου, όπως και εκείνη κατά του ασφαλιστή, παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 του ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξίωσης. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξίωσης αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, δηλ. οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 1819/2012).
Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη του άρθρου 25l του ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γένεσης της αξίωσής του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1986 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.) (ΑΠ 747/2018, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 64/2011).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Με τους υπό στοιχείο 1, 3, 4 και 5 λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι με τις παραδοχές της, με τις οποίες δέχθηκε ότι, οι ασκούμενες, με την υπό κρίση αγωγή ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν αποζημίωση για δαπάνη πραγματοποίησης ιατρικών εξετάσεων, βελτιωμένης διατροφής, πλασματικής πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2007, αγοράς ορθοπεδικών ειδών, καθώς και περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, οι οποίες πηγάζουν από την σε βάρος του αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), που έλαβε χώρα στις 31-7-2000, υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 3557/2007, κατ' αποδοχή της προταθείσας από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
και απορριφθείσας πρωτοδίκως, αλλά επαναφερθείσας, με σχετικό λόγο έφεσης, ένστασης παραγραφής των αξιώσεων του αυτών, καθόσον αυτές δεν γεννήθηκαν στα πλαίσια απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, αλλά προβλεπτής από το χρόνο του ατυχήματος, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, 241, 247, 251, 268 παρ. 1, 292, 914 του ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον από 7-2-2023 πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, με την απόρριψη των ασκούμενων με την κρινόμενη αγωγή ένδικων αξιώσεών του, που αφορούν όμως αποζημίωση: α) για απώλεια εισοδημάτων μέχρι 31-7-2042 και β) για δαπάνη πρόσληψης νοσοκόμας-οικιακής βοηθού μέχρι 31-7-2055, οι οποίες επίσης πηγάζουν από την ως άνω αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), το οποίο έλαβε χώρα, τον προαναφερόμενο χρόνο, κατ' αποδοχή της προαναφερθείσας ένστασης παραγραφής αυτών, για το λόγο ότι απορρίφθηκαν με την με αριθ. 4050/2003, τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στις 15-5-2003, ως προώρως ασκηθείσες, η δε κρινόμενη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός εξαμήνου, σύμφωνα με το άρθρο 263 εδ.
β' του ΑΚ και, συνεπώς, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 263, 298 και 929 του ΑΚ, αφού η απόρριψη της αγωγής του ως προώρως ασκηθείσας, δεν συνιστά τυπικό λόγο απόρριψης, ώστε, προκειμένου να επέλθει διακοπή της παραγραφής, να υποχρεούται στην εντός εξαμήνου άσκηση αυτής. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4216/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' ...
Δυνάμει της 4050/2003 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που δημοσιεύτηκε στις 15.05.2003, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε στην οδό Ακαδημίας, στις 31.07.2000, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα άγνωστου οδηγού που οδηγούσε άγνωστου αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο συγκρούστηκε με την υπ' αριθ.
κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), αυτός υπέστη κάταγμα-εξάρθρημα στο επίπεδο της θωρακοοσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με τρώση του νωτιαίου μυελού, με αποτέλεσμα την πλήρη κινητικοαισθητική παραπληγία του, παρά τη χειρουργική επέμβαση για ανάταξη και σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης στην οποία υποβλήθηκε.
Επίσης εμφανίζει απώλεια ελέγχου της ουροδόχου κύστεως με συνέπεια την ακράτεια ούρων και απώλεια των σφιγκτήρων μυών του πρωκτού, με συνέπεια την ακράτεια κοπράνων. Περαιτέρω, παρουσιάζει πλήρη αδυναμία ορθοστάτησης και η μετακίνησή του γίνεται με αναπηρικό αμαξίδιο. Η κάκωσή του αυτή δεν επιδέχεται βελτίωση και είναι ανίατη.
Ήδη αποδεικνύεται περαιτέρω ότι αυτός εμφάνισε πληγή κατάκλισης στον αριστερό γλουτό τον Ιούνιο του 2004 και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ..." ... από 09. 08. μέχρι 10.08.2004 και υποβλήθηκε σε αποκαταστατική χειρουργική επέμβαση. Στις 19.11.2005 στην προσπάθειά του να ανέβει στο αναπηρικό του αμαξίδιο υπέστη κάταγμα αριστερού μηριαίου, απόρροια της παραπληγίας του και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο "..." από 19.11.
μέχρι 30.11.2005, όπου το κάταγμα αντιμετωπίστηκε με ενδομυελική ήλωση, ενώ εμφανίστηκε και ουρολοίμωξη που αντιμετωπίστηκε φαρμακευτικώς. Επίσης επανεμφανίστηκε πληγή κατάκλισης το Μάιο 2006, Οκτώβριο 2006 και Φεβρουάριο 2007, που αντιμετωπίστηκαν με κλινοστατισμό και ακινησία. Επίσης αυτός εμφάνισε πλήρη στυτική δυσλειτουργία τόσο από στυτική ανεπάρκεια φλεβικού τύπου, όσο και λόγω σαφούς νευρολογικής διαταραχής στύσης οφειλόμενης στα κατάγματα της σπονδυλικής στήλης και τη διατομή του νωτιαίου μυελού που προκλήθηκαν στα νευροτόμια Θ11-03, τα οποία σχετίζονται με μη αναστρέψιμη στυτική δυσλειτουργία (...).
Η συνολική αυτή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν αποτελεί απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, αλλά ήταν από το χρόνο του ατυχήματος προβλεπτή, γιατί τόσο οι πληγές κατάκλισης, όσο και η πλήρης στυτική δυσλειτουργία ήταν απότοκες της διατομής του νωτιαίου μυελού, που επήλθε στις 31.07.2000, της συνοδού παραπληγίας και του συνεπεία αυτής συνεχούς κλινοστατισμού, που συνδέονται αιτιωδώς με την σωματική του βλάβη από το ένδικο ατύχημα, έστω και αν δεν μπορούσε από την αρχή να καθοριστεί η έκταση της ζημίας του, ενώ το κάταγμα του αριστερού μηριαίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αλλά είναι αιτιωδώς συνδεόμενο και απότοκο της αποτυχημένης προσπάθειάς του να επιβιβαστεί στο αναπηρικό αμαξίδιο.
Ειδικά δε σε σχέση με τη στυτική δυσλειτουργία, αυτή ήταν γνωστή στον ενάγοντα, και δεν εμφανίστηκε απροβλέπτως αργότερα, από το χρόνο του ατυχήματος. Τούτο συνάγεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία "το γεγονός της καθυστερημένης διαπίστωσής της από τον κ. Κ. Κ. δύναται να αποδοθεί στα σοβαρότατα προβλήματα υγείας του με χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη στον άμεσα μετατραυματικό χρόνο, αλλά και μεταγενέστερα (π.χ.
χειρουργική αποκατάσταση ελλειμματικής επιφάνειας δεξιού γλουτου τον Αύγουστο του 2004) και σε προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής που του προκάλεσε η παραπληγία και η ανάγκη μετακίνησης με αναπηρικό αμαξίδιο που δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί με το πρόβλημα της στυτικής δυσλειτουργίας του παρά μόνο σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο από το ατύχημα", δηλ.
κατά τον πραγματογνώμονα δεν πρόκειται για καθυστερημένη εμφάνισή της, αλλά για καθυστερημένη διαπίστωση. Αλλά δεν πρόκειται εδώ ούτε για καθυστερημένη διαπίστωση, δεδομένου ότι το πρόβλημα ήταν ήδη γνωστό στον ενάγοντα, αφού κατά τον εξετασθέντα στο πρωτόδικο Δικαστήριο μάρτυρα, ο οποίος προτάθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα, "πήγαμε μαζί σε ψυχολόγο, το 2005.
Μέχρι τότε του είχανε πει ότι το πρόβλημα της στύσης θα λυνότανε με φάρμακα. Δεν λύθηκε..." και από τούτο συνάγεται ότι ήδη αυτός πριν την επίσκεψη στον ψυχολόγο γνώριζε και είχε επιχειρήσει να λύσει το πρόβλημα αυτό με φαρμακευτική αγωγή. Συνεπεία των παραπάνω αποδειχθέντων, και εφόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρόκειται για προβλεπτή από την αρχή πορεία της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, οι επιζήμιες γι' αυτόν συνέπειες που ιστορούνται στην ένδικη αγωγή και οι συναφείς αγωγικές απαιτήσεις του έχουν υποκύψει στη διετή κατά το άρθρ. 19 § 2 Ν. 489/1976 (πριν την τροποποίηση του με το Ν. 3557/2007) παραγραφή, αφού από το χρόνο του ατυχήματος (31.07.2000) μέχρι την άσκηση της αγωγής, που επιδόθηκε στο εκκαλούν-εφεσίβλητο (02.05.2007) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών (ήτοι πέρα από τις 31.07.2002).
Η παραγραφή δε, εφόσον κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποτελούσας δεδικασμένο προηγούμενης 4050/15.05.2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου δεν είχαν ασκηθεί οι ένδικες αξιώσεις, είχε ήδη επέλθει κατά τον άνω χρόνο, με συνέπεια να μην επιμηκυνθεί η παραγραφή σε εικοσαετή κατά το άρθρ. 268 εδ.α' ΑΚ. Ειδικά καθ' όσον αφορά στις αξιώσεις του για αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων μέχρι 31.07.2042 και για αποζημίωση για δαπάνη πρόσληψης νοσοκόμας-οικιακής βοηθού μέχρι 31.07.2055, αυτές είχαν ασκηθεί μεν με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η 4050/2003 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν όμως για τον μετά τις 30.09.2006 χρόνο ως πρόωρες και συνεπώς απαράδεκτες, ο δε ενάγων δεν επανέφερε αυτές με νέα αγωγή του μέσα στο επόμενο εξάμηνο από τη δημοσίευσή της (ήτοι μέχρι 15.11.2003) κατά τους ορισμούς του άρθρ. 263 εδ.
β' ΑΚ, ώστε να θεωρείται ότι η παραγραφή είχε διακοπεί από την άσκηση της πρώτης αγωγής και συνεπώς και αυτές οι αξιώσεις έχουν υποπέσει στην κατά τα άνω διετή παραγραφή, κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο έφεσης του Ε.Κ.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η περαιτέρω δυσμενής πορεία της υγείας του ενάγοντος αποτελούσε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή απορρίπτοντας σιωπηρά την ένσταση διετούς παραγραφής που είχε προτείνει και πρωτοδίκως το εναγόμενο, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει ο ως άνω λόγος έφεσης και η έφεση του Ε.Κ. στο σύνολο της να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, απορριπτομένων ως άνευ αντικειμένου του πρόσθετου λόγου έφεσης του Ε.Κ. και της έφεσης του Κ. Κ.. Στη συνέχεια, αφού εξαφανιστούν οι εκκαλούμενες μη οριστική και οριστική αποφάσεις, το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση για να τη δικάσει και, δικάζοντας την αγωγή, να απορρίψει αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη ...''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος συνολικού ποσού 203.687,50 ευρώ, όπως και οι αξιώσεις του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, έχουν υποπέσει (όλες) στη διετή παραγραφή της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 489/1976 (ήδη π/δ.τος 237/86), που ισχύει και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, βάσει του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 (πριν την τροποποίηση του με το ν. 3557/2007), κατά παραδοχή, ως βάσιμης, της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και, ακολούθως, δέχθηκε, ως κατ' ουσία, βάσιμη την από 20-12-2010(αριθ. κατάθ. 10527/2010) έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, ενώ απέρριψε, ως κατ` ουσία αβάσιμη, την από 27-12-2011 (αριθ. κατάθ. 192/2012) έφεση του αναιρεσείοντος, κατά των εκκαλούμενων με αριθμ. 2776/2010 οριστικής και 2905/2008 μη οριστικής αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, απορρίπτοντας την ένσταση διετούς παραγραφής, που είχε προτείνει νόμιμα το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς μεν τις ως άνω αξιώσεις, που αφορούν αποζημίωση για δαπάνη πραγματοποίησης ιατρικών εξετάσεων, βελτιωμένης διατροφής, πλασματικής πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2007, αγοράς ορθοπεδικών ειδών, καθώς και περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 και 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 (ήδη πδ/γμα 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 489/1976), όπως το άρθρο 10 ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/10-5-2007 και 241 του ΑΚ που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ορθώς δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1 (με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία η οποία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί των ως άνω αξιώσεων) και 268 εδ.
α' του ΑΚ, διέλαβε, δε, στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής των παραπάνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα του χρόνου έναρξης της παραγραφής αυτής, το οποίο τέθηκε ενώπιόν του με τους λόγους έφεσης του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, μετά τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 31-7-2000 και ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα δυσμενείς και επιζήμιες για την υγεία του συνέπειες αποτελούσαν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες, δηλ. το μέγεθος των σωματικών βλαβών του (παθόντος) και η αναμενόμενη εξέλιξή τους ήταν αμέσως μετά το ατύχημα προβλεπτές, χωρίς να υπάρξει απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, προσδιορίζει επακριβώς το σημείο έναρξης της παραγραφής και συγκεκριμένα διαλαμβάνει ότι οι ως άνω ένδικες αγωγικές αξιώσεις, που γεννήθηκαν ως προς το αναιρεσείβλητο Ν.Π.Ι.Δ.
από την επόμενη ημέρα του χρόνου του ατυχήματος, δεν ήταν απρόβλεπτες, αλλά προβλεπτές, καθόσον τόσο οι πληγές κατάκλισης, όσο και η πλήρης στυτική δυσλειτουργία ήταν απότοκες της διατομής του νωτιαίου μυελού, που επήλθε στις 31-7-2000, της συνοδού παραπληγίας και του συνεπεία αυτής συνεχούς κλινοστατισμού, που συνδέονται αιτιωδώς με τη σωματική του βλάβη από το ένδικο ατύχημα, έστω και αν δεν μπορούσε από την αρχή να καθοριστεί η έκταση της ζημίας του, ενώ το κάταγμα του αριστερού μηριαίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αλλά είναι αιτιωδώς συνδεόμενο και απότοκο της αποτυχημένης προσπάθειάς του να επιβιβαστεί στο αναπηρικό αμαξίδιο.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, σχετικά με το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η συνολική κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί απρόβλεπτη επιδείνωση, αλλά ήταν προβλεπτή από το χρόνο του ατυχήματος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία, υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.
Κατά συνέπεια, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι οι ως άνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ο αναιρεσείων, όμως, ως προς τις αξιώσεις του: α) για απώλεια εισοδημάτων μέχρι 31-7-2042 και β) για δαπάνη πρόσληψης νοσοκόμας-οικιακής βοηθού μέχρι 31-7-2055, οι οποίες επίσης πηγάζουν από την σε βάρος του αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), δεν είχε υποχρέωση επανάσκησης της αγωγής για το μετά την 30-9-2006 διάστημα εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής ως πρόωρης, προκειμένου να θεωρηθεί διακοπείσα η παραγραφή με την άσκηση της πρώτης αγωγής, γιατί, όπως εκτέθηκε στη σχετική νομική σκέψη, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν θεωρείται απόρριψη για τυπικό λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 263 εδ.
β' του ΑΚ. Κρίνοντας, συνεπώς, το Εφετείο ότι η απόρριψη της πρώτης αγωγής του αναιρεσείοντος, στην οποία περιλαμβανόταν και οι επίδικες αξιώσεις του, περί απώλειας εισοδημάτων και δαπάνης πρόσληψης νοσοκόμας - οικιακής βοηθού, ως προώρως ασκηθείσας όσον αφορά τις αξιώσεις αυτές, συνιστά απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους, ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να επανεγείρει την αγωγή του εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της με αριθ. 4050/2003 απορριπτικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ότι και αυτή η ένδικη αξίωσή του έχει υποπέσει σε διετή παραγραφή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 263 εδ.
β', 298 και 929 του ΑΚ,, τις οποίες ευθέως παραβίασε και ο πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα του εμπεριεχόμενου στον αριθμό 2 της αίτησης αναίρεσης λόγου από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται, γιατί η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, αφού η παραδοχή του ως προς τις προώρως ασκηθείσες αξιώσεις του, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, αλλά και των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον εμπεριεχόμενο στον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού περί μεταγενέστερης επιδείνωσης της υγείας του και διαπίστωσης της πλήρους σεξουαλικής ανικανότητάς του το έτος 2005.
O λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, πέραν βεβαίως και της ουσιαστικής του αβασιμότητας αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε ''...
την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, την …/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού ουρολόγου Π. Σ., που διατάχθηκε με την 2905/2008 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις 15149 και 15150/2007 ένορκες βεβαιώσεις των Ι.
Κ. και Π. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου ...''. Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχ όμενό της προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις αποδείξεις, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο ο ήδη αναιρεσείων, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 273/2022, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 237/2017, ΑΠ 876/2017).
Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, το δικαστήριο δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε, και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020).
Εν προκειμένω, ο εμπεριεχόμενος στον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το δικαστήριο της ουσίας της κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία εμπεριέχεται στα με αριθ. 2905/2008 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αποδεικτικό πόρισμα.
Η εσφαλμένη, όμως, αυτή, κατά τον αναιρεσείοντα, αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και να το λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω πρόσθετου λόγου αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ. 4216/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, κατά το άνω κεφάλαιο. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ