Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments regarding document interpretation and factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a debt dispute. The appellant argued that the appellate court misinterpreted documents and made errors in fact-finding, but the court found these claims to be inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments did not constitute a diagnostic error in document reading but rather challenged the court's unfettered evaluation of evidence, which falls outside appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on alleged document distortion is inadmissible if it merely contests the appellate court's evaluation of evidence rather than pointing to a diagnostic error in reading the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1229/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Εταιρία Πειορισμένης Ευθύνης" και με τον διακριτικό τίτλο "FARMA MIX", που εδρεύει στο 17 χιλ. Θεσσαλονίκης - Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σιδηροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Κωτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1031/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1337/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1337/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 1031/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, είχε απορριφθεί η ανακοπή του κατά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 16769/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 18-7-2012 ανακοπή του, ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. 16769/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα για απαίτησή της απορρέουσα από οφειλόμενο τίμημα πωληθέντων προϊόντων, για τα οποία η τελευταία εξέδωσε τα επισυναφθέντα στη διαταγή πληρωμής τιμολόγια πωλήσεως το ποσό των 114.996,23 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, λόγω ανυπαρξίας απαιτήσεως της τελευταίας σε βάρος του, συνεπεία εξοφλήσεως των τιμολογίων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1031/2015 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ανακόπτων άσκησε την από 10-3-2015 έφεση, επ' αυτής δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1337/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχτηκε την .έφεση στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (84.235,00) ευρώ.
Στο πόρισμά του αυτό το Εφετείο, κατέληξε , με βάση τις κατωτέρω παραδοχές του, οι οποίες και ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο : " Ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί πτηνοτροφική μονάδα ... και συνεργαζόταν από το έτος 2001 με την ομόρρυθμη εταιρία "Κ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", ..., η οποία τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 λύθηκε.
Μετά τη λύση της παραπάνω εταιρίας συστάθηκε νέα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και διακριτικό τίτλο "FARMA- ΜΙΧ", ..., η οποία, στη συνέχεια, τροποποιήθηκε αλλάζοντας και επωνυμία σε "Τ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. " και, στη συνέχεια, μετετράπη σε εταιρία περιορισμένης, ευθύνης, με την επωνυμία "Γ. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ"...
η οποία μετατρεπόμενη ομόρρυθμη εταιρία εκχώρησε στην ΕΠΕ όλα τα περιουσιακά της στοιχεία και η τελευταία ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μετατρεπόμενης ομόρρυθμης εταιρίας. Ο ανακόπτων, μετά τη λύση της πρώτης ως άνω εταιρίας, από τον Οκτώβριο του έτους 2004 συνέχισε τη συνεργασία του με τη νέα εταιρία (καθ' ης η ανακοπή) μέχρι τον Απρίλιο του 2012...
Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο ανακόπτων πραγματοποίησε αγορές προϊόντων που του πωλούσε επί πιστώσει η καθ'ης (ήδη αναιρεσείουσα), συνολικού ύψους 388.931,95 ευρώ ... Για τις πωλήσεις δε αυτές η καθ'ης εξέδωσε τιμολόγια, μεταξύ των οποίων και τα επισυναπτόμενα στην ένδικη διαταγή πληρωμής (με αριθμ. 16769/2012) του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ'ης το ποσό των 114.996,23 ευρώ νομιμοτόκως, κατά το διατακτικό της.
Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής ο ανακόπτων άσκησε την κρινόμενη ανακοπή με μοναδικό της λόγο ότι έχει εξοφλήσει τα συγκεκριμένα τιμολόγια. Συγκεκριμένα, ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε την καθ'ης, με επιταγές που εξέδωσε συνολικού ύψους 466.227 ευρώ, τις οποίες εξόφλησε, πλην του ποσού των 26.400 ευρώ, δηλαδή ότι κατέβαλε στην καθ' ης συνολικά το ποσό των 439.827 ευρώ.
Ότι καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, πραγματοποίησε αγορές προϊόντων και η καθ' ης εξέδωσε αντίστοιχα τιμολόγια, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη διαταγής πληρωμής, συνολικής αξίας 393.930,41 ευρώ και ότι συνεπώς, με τις ως άνω καταβολές έχει υπερκαλύψει την αξία των ως άνω τιμολογίων.
Η καθ' ης αρνείται την εξόφληση. Συγκεκριμένα αυτή ισχυρίζεται ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 μέχρι τον Απρίλιο του 2012 που ο ανακόπτων συνέχισε τη συνεργασία του μ' αυτή (νέα εταιρία καθ'ης η ανακοπή) πραγματοποίησε αγορές προϊόντων συνολικού ύψους 388.931,95 ευρώ. Ότι, από το ανωτέρω ποσό ο ανακόπτων εξόφλησε ένα μέρος αυτού ύψους 216.490 ευρώ με τις παρακάτω επιταγές οι οποίες εξοφλήθηκαν, ήτοι : 1) την 22874021-5 ποσού 4.500 ευρώ την 9-1-2007, 2)...,3)...,31) την 48181771-9, ποσού 10.448 ευρώ και μία επιταγή ποσού 2.800 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσού 216.490 ευρώ.
Ακόμη ότι ο ανακόπτων της κατέβαλε σε μετρητά το ποσό 28.878 ευρώ και έτσι απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό [388.931, 95 - (216.490+28.878=) 245.368=] 143.563 ευρώ. Για το ως άνω ποσό, που οφείλεται κατά τους ισχυρισμούς της καθ'ης, η τελευταία πέτυχε την έκδοση της με αριθμ. 8320/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων διατάχθηκε να της καταβάλει το ποσό των 28.400 ευρώ και εν συνεχεία την έκδοση της προσβαλλομένης με αριθμ. 16769/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ'ης το ποσό των 114.996,23 ευρώ νομιμοτόκως, κατά το διατακτικό της.
Επιπλέον, από τα προσκομιζόμενα από τον ανακόπτοντα (αναιρεσίβλητο) αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι αυτός, έναντι του ως άνω χρέους του προς την καθ'ης συνολικού ύψους 388.931, 95 ευρώ, πέραν των ως άνω επιταγών συνολικού ποσού 216.490 ευρώ, οι οποίες πληρώθηκαν και της επιπλέον καταβολής σε μετρητά του ποσού των 28.878 ευρώ, εξέδωσε σε διαταγή της καθ'ης τις κάτωθι επιταγές, τις οποίες εξόφλησε:
την με αριθμ. …-1 με ημερομηνία έκδοσης 30-3- 2007, ποσού 5260 ευρώ, την με αριθμ. …-0 με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2007, ποσού 4.500 ευρώ, την με αριθμ…-4 με ημερομηνία έκδοσης 30-12-2007, ποσού 7.100 ευρώ, την με αριθμ….-1 με ημερομηνία έκδοσης 30-3-2008, ποσού 6.500 ευρώ, την με αριθμ….-0 με ημερομηνία έκδοσης 30-4-2008, ποσού 6.500 ευρώ, την με αριθμ….-1 με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2008, ποσού 5.000 ευρώ, την με αριθμ….-6 με ημερομηνία έκδοσης 30-1-2009, ποσού 7.000 ευρώ, την με αριθμ….-4 με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2009, ποσού 7.000 ευρώ, την με αριθμ…-9 με ημερομηνία έκδοσης 30-8-2009, ποσού 9.000 ευρώ, την με αριθμ….-1 με ημερομηνία έκδοσης 30-4- 2010, ποσού 7.575 ευρώ, την με αριθμ…-7 με ημερομηνία έκδοσης 30-5-2010 ποσού 6.400 ευρώ, την με αριθμ…-9 με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2010 ποσού 6.400 ευρώ και την με αριθμ.
…-1 με ημερομηνία έκδοσης 30-8-2010, ποσού 6.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 84.235,00 ευρώ... Οι υπόλοιπες δε επιταγές, που παραθέτει ο ανακόπτων στην ανακοπή του, δεν αποδεικνύεται ότι πληρώθηκαν, αφού, γι' αυτές, δεν προσκομίζει εξοφλητική απόδειξη ή τα σώματα των επιταγών, αντίθετη δε κρίση περί τούτου δεν δύναται να συναχθεί από το προσκομιζόμενο απόσπασμα από το τηρούμενο από τον ανακόπτοντα βιβλίο επιταγών στο οποίο ο τελευταίος καταχώρησε απλά, κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσής τους τις εκδοθείσες απ' αυτόν επιταγές.
Ενώ, το επικαλούμενο απ' αυτόν (ανακόπτοντα) από 17-3-2014 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύει την εξόφληση κάποιων επιταγών, δεν προσκομίζεται. Η καθ' ης αναγνωρίζει την καταβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος και του προαναφερόμενου ποσού, το οποίο όμως η ίδια καταλογίζει και συγκεκριμένα καταλογίζει ποσό 83.930 ευρώ σε οφειλές του ανακόπτοντος στην προηγούμενη εταιρία.
Οι καταβολές, που έλαβαν χώρα με τις προαναφερόμενες επιταγές, που εξοφλήθηκαν, και εκδόθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη λύση της προηγούμενης εταιρίας, σε διαταγή της καθ' ης, δεν μπορούν να καταλογισθούν σε τυχόν οφειλές του ανακόπτοντος προς την προηγούμενη εταιρία, που αποτελούσε διάφορο νομικό πρόσωπο και όφειλε αυτό να επιδιώξει την είσπραξη τυχόν απαιτήσεών του κατά του ανακόπτοντος, προ της λύσης του.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα εκχώρηση των απαιτήσεων της παλιάς εταιρίας προς τη νέα (καθ' ης). Το δε επικαλούμενο από την καθ' ης με αριθ. ... τιμολόγιο εκδόσεώς της, ποσού 83.930,60 ευρώ, ουδέν αποδεικνύει σε βάρος του ανακόπτοντος, αφού αυτός το αρνείται και δεν φέρει την υπογραφή του... Κατόπιν των ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε η εξόφληση από τον ανακόπτοντα και του ποσού των 84.235,00 ευρώ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης ανακοπής, όπως και ανακοπή και να ακυρωθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 ΚΠολΔ), ήτοι κατά το ως άνω ποσό, να επικυρωθεί δε κατά το υπόλοιπο ποσό η διαταγή πληρωμής.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε άλλως και απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την ανακοπή, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις και συνεπώς πρέπει, αφού γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο ο ανακόπτων επαναφέρει τον ισχυρισμό του περί ολοσχερούς εξόφλησης των απαιτήσεων της καθ' ης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικασθεί κατ' ουσίαν, πρέπει η ανακοπή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ήτοι κατά το ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (84.235) ευρώ, να επικυρωθεί δε κατά το υπόλοιπο ποσό η διαταγή πληρωμής ...".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει το μοναδικό λόγο της ανακοπής, δικάζοντας επ' αυτής, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (84.235,00) ευρώ, επικυρώνοντάς την κατά το υπόλοιπο.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, ήτοι την …-9 επιταγή, ποσού 10.448 ευρώ, που ουδείς των διαδίκων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, σχετικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί εξοφλήσεως της οφειλής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο ανακοπής, δέχθηκε ότι μέρος των αναφερομένων στη διαταγή πληρωμής τιμολογίων πωλήσεως εξοφλήθηκε δια της εκδόσεως και πληρωμής των αναφερομένων δέκα τριών (13) επιταγών, συνολικής αξίας 84.235,00 ευρώ, κατά το οποίο αντιστοίχως προέβη στην εν μέρει ακύρωση της διαταγής πληρωμής, στις εν λόγω δε επιταγές δεν συγκαταλέγεται και η …-9 επιταγή, ποσού 10.448 ευρώ.
Η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αφορά πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως επί ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ασχέτου προς το αντικείμενο της δίκης, όπως τούτο οριοθετήθηκε με την ένδικη ανακοπή, και δη περί προγενεστέρας καταβολής επιμέρους ποσού 10.448 ευρώ, την οποία η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε.
Εξάλλου, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με τον ως άνω λόγο ανακοπής, έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες δέκα τρεις (13) επιταγές, συνολικής αξίας 84.235,00 ευρώ, των οποίων οι ημερομηνίες εκδόσεως διαφέρουν εκείνων που επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, παραθέτει ειδικώς τα στοιχεία των επιταγών αυτών, δηλαδή τους αριθμούς και τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, ώστε, εκ μόνης της αναγραφής, εκ προφανούς παραδρομής, διαφορετικής ημερομηνίας εκδόσεως αυτών, να μη δημιουργείται αμφιβολία τόσο ως προς την ταυτότητα αυτών όσο και την καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών προς εξόφληση των επίμαχων τιμολογίων πωλήσεως, στοιχεία (αριθμούς και χρηματικά ποσά), τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, ούτε και την νόμιμη, μετ' επικλήσεως, προσκομιδή των συγκεκριμένων επιταγών.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αλυσιτελής.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη.
αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως , δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει, και σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/96).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ουσιαστική κρίση της. Ειδικότερα, αναφέρει, κατ' ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των ότι το Εφετείο "α) έλαβε υπόψη αποδεικτικό έγγραφο που δεν επικαλείται και προσκομίζει ουδείς των διαδίκων και β) γιατί έλαβε υπόψη τις ανωτέρω επιταγές με διαφορετική ημερομηνία από αυτήν που επικαλείται ο αντίδικος ως ημερομηνία έκδοσης αυτών και χωρίς αιτιολογία ως προς την απόκλιση αυτή ώστε να προκύπτει ότι αφορούν τις ίδιες επιταγές που επικαλείται ο αντίδικος και χωρίς επίσης να αναφέρονται οι συνημμένες αποδείξεις της ΑΤΕ για κάθε μία από αυτές από τις οποίες να αποδεικνύεται και η εξόφλησή τους".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά αιτιάσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά έγγραφα, οι οποίες όμως δεν ιδρύουν τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο αναιρέσεως.
Υπό την επίκληση δε της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Εφετείου, και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθίσταται και εκ της αιτίας ταύτης, απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 τού ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, για την θεμελίωση της οποίας ισχυρίζεται επί λέξει τα εξής : "το Εφετείο α) δέχθηκε έγγραφο-επιταγή, η οποία ποτέ δεν εκδόθηκε από τον αντίδικο ή τουλάχιστον δεν την επικαλείται ο αντίδικος ούτε βέβαια εμείς και η προσβαλλομένη την δέχεται και την υπολογίζει στις εξοφλημένες σ' εμάς και β) γιατί δέχεται ότι οι παραπάνω επιταγές εξοφλήθηκαν καίτοι είναι διάφορες από αυτές που επικαλείται ο αντίδικος και γιατί φέρουν διαφορετική ημερομηνία".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του, δεν αποδίδει στην απόφαση οποιοδήποτε διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή τοιούτο αναγόμενο στην ανάγνωση των προειρημένων, αλλά αιτιάσεις που αφορούν την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), οι οποίες όμως δεν ιδρύουν τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2017 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ.Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1337/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ