Supreme Court allows appeal against administrative compensation order, remanding case for retrial with reduced costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a First Instance Court order setting compensation for administrative damages. The State argued the lower court erred in finding no res judicata regarding a prior decision and failed to apply the statutory cap on legal fees for public entities. Consequently, the Court annulled the lower judgment, remanded the case for retrial before a different panel, and ordered the claimants to pay the State's legal costs at a reduced rate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6A § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 18 § 4 of Law 2882/2001: The Supreme Court may annul a lower court decision if it incorrectly determines the existence of res judicata or fails to apply mandatory statutory reductions in legal fees for public entities, thereby remanding the case for retrial with adjusted cost allocation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1229/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Κ., χήρας Α. Μ., θυγατέρας Γ. Μ., κατοίκου ..., 6) A. Μ. του Γ., 7) Ε. Μ. του Γ., 8) Δ. Σ. Π., κατοίκων ..., 9) Ι. Λ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ευβοίας.
Εκδόθηκε η 116/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 6Α § 1 του διατάγματος της 26 Ιουν./10 Ιουλ.1944 "Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ.3 Ν.4305/2014, ορίζεται ότι "η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /19-1-2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ν.
Τ., που προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, επιδόθηκε στον δικηγόρο Χαλκίδας Γεώργιο Παπαγεωργίου, ο οποίος εκπροσώπησε τους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του Εφετείου Χαλκίδας κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσης της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή τους κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν αυτοί στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την από 17-7-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 116/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-3-2008 αίτησης των αναιρεσιβλήτων για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα επικείμενα απαλλοτριωθείσας έκτασης, καθώς και επί της ασκηθείσας με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ανταίτησης. Με την απόφαση αυτή έγιναν εν μέρει δεκτές η αίτηση και η ανταίτηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και τούτο, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού.
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322 § 1 και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι’ αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά. Μετά δε την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργείται δεδικασμένο που εμποδίζει να καταστεί το αίτημα αυτό αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1526/2010).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση. Ειδικότερα το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ’ αριθμ. 275/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την οποία, αν και είχε ζητηθεί από τους αναιρεσιβλήτους με την από 29-11-2005 αίτηση τους, δεν καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή επικείμενα απαλλοτριωθείσας έκτασης και ότι ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός προτάθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, στην από 4-3-2008 αίτηση τους ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, ιστορούσαν ότι με βάση την με αριθμό 1070325/5131 /Δ0010/21-7-2005 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 825/4-8-2005 ΦΕΚ (τεύχος Δ1), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας μια έκταση συνολικού εμβαδού 330.734,30 τ.μ. που βρίσκεται στη νήσο Σκύρο, ότι με την υπ’ αριθμ. 95/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας οι ίδιοι αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, κατά τα αναφερόμενα ο καθένας ποσοστά, της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στις αναφερόμενες εκτάσεις γης και στα επικείμενα τους και ότι η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 με την από 27-2-2006 έκθεση της δεν προσδιόρισε την αξία για τα επικείμενα που αναφέρονται σ’ αυτήν, με συνέπεια να μη καθοριστεί προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης γι’ αυτά με τις υπ’ αριθμ. 100/2006 και 275/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών ζήτησαν τον απ’ ευθείας καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και για τα επικείμενα αυτά.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε σχετικώς τα εξής: "Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο αρμόδια και παραδεκτά φέρεται σ’ αυτό το Δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων (αρ. 18 ν. 2882/2001), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν απορρέει δεδικασμένο από την υπ’ αριθμ. 275/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις αναφερόμενες σ’ αυτή εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα, παρέλειψε όμως, να καθορίσει αποζημίωση για ορισμένα απ’ αυτά (που σημειωτέον δεν περιλαμβάνονταν στην από 27-2-06 αρχική έκθεση της επιτροπής του άρθρου 15 ν. 2882/01), για τα οποία ήδη οι αιτούντες υποβάλλουν σχετικό αίτημα, ώστε οι ισχυρισμοί του καθού η αίτηση περί απαραδέκτου αυτής λόγω παραβίασης της αρχής του ενιαίου καθορισμού αποζημίωσης και λόγω δεδικασμένου πρέπει να απορριφθούν..". Ενόψει όμως των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη της παρούσας είναι προφανές ότι το Εφετείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την υπ’ αριθμ. 275/2007 απόφαση του, απέρριψε σιωπηρά το σχετικό αίτημα των αναιρεσιβλήτων και έτσι η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε, με περαιτέρω συνέπεια να παράγεται απορριπτικό δεδικασμένο επί της ουσίας που εμπόδιζε το να καταστεί το αίτημα τούτο αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση του, κατά παράβαση των διατάξεων 321 και 322 § 1 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ’ αριθμ. 275/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 18 § 4 εδ. α’ και γ’ Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 130 §§ 1 και 2 Ν. 4070/2012, "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου... Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων".
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της άνω διάταξης, καταδίκασε το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και δεν την επέβαλε μειωμένη, όπως προβλέπει η πιο πάνω διάταξη. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προσδιόρισε τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσας αποζημίωσης για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων και επί πλέον στο ποσό των 400 ευρώ για την παράσταση και τα έξοδα του πληρεξουσίου τους δικηγόρου.
Έτσι, όμως, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176 και 183), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 116/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ