1229/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1229/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αποδεικτικών μέσων ήτοι όλων των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πρώτος), από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.)", καθολικού διαδόχου των Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Σ.Α. και Τ.Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πάνου - Κοκιασμένου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2105/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2303/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/7/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 20/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 6496/23-2-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να χωρήσει σαν να ήταν και η διάδικος αυτή παρούσα (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) Από τις διατάξεις του αρθρ. 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να χαρακτηρίσει τη σχέση που συνέδεε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. (Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών) και την αναιρεσίβλητη (οδοντίατρο) ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η τελευταία τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της διοίκησης του αναιρεσείοντος και ότι η συνδέουσα αυτούς σχέση ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αποδεικτικών μέσων ήτοι όλων των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πρώτος), από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 επ. του Ν. 765/43, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/46 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό κάποιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας απαιτείται εκείνος που παρέχει την εργασία, να τελεί κατά την εκτέλεση της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκταση της μέσα στα συμβατικά και νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, που υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες που παρέχονται σε αυτόν.
Ο χαρακτήρας αυτός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εργασίας δεν παραλλάσσει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσεως της παρεχομένης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία, μέσα στα πλαίσια των όρων της συμβάσεως εργασίας, ως προς τον τρόπο εκτελέσεως αυτής ή όταν ο εργοδότης δεν ασκεί εμπράκτως το παραπάνω δικαίωμα του, ή όταν αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.
Ο προσδιορισμός από τον εργοδότη του τόπου και του χρόνου είναι ενδεικτικό μεν στοιχείο της εξάρτησης όχι όμως και απόλυτο ενώ αν οι υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας δεν υπάρχει σύμβαση εργασίας. Εξάλλου διακρίνεται η παραπάνω σύμβαση από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, προεχόντως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως, ανεξάρτητα από το χρόνο επιτεύξεως του.
Βασικό κριτήριο της διάκρισης είναι η σχέση του εργαζόμενου προς το αποτέλεσμα της εργασίας (ΑΠ 257/2006). Τέλος ο ορθός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Στις 5.3.2002, ο ήδη αναιρεσείων (εναγόμενος-εκκαλών) κατήρτισε με την ήδη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα-εφεσίβλητη) σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε "συμφωνητικό μισθώσεως έργου", δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση για το χρονικό διάστημα από 6.3.2002 έως 5.3.2003 να ελέγχει την αναγκαιότητα καθώς και την πραγματοποίηση των οδοντιατρικών πράξεων, να ενεργεί προέλεγχο για αξία άνω των 30.000 δραχμών ή 88,04 ευρώ και τελικό έλεγχο για όλες τις οδοντιατρικές πράξεις που συστήνουν και πραγματοποιούν οι θεραπευτές οδοντίατροι και αφορούν τα τέκνα των ασφαλισμένων μέχρι 16 ετών.
Επίσης, υπεχρεούτο να υποβάλει, ανά εξάμηνο, εκθέσεις για την ποιότητα και την στάθμη των παρεχομένων ιατρικών φροντίδων από τους θεραπευτές οδοντιάτρους, το είδος και την αναγκαιότητα των χορηγουμένων από αυτούς φαρμάκων. Σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης, η αναιρεσίβλητη εκτελούσε τα καθήκοντα αυτά στο ιατρείο της και κατά τις ώρες λειτουργίας του που σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσαν να είναι λιγότερες από τέσσερις.
Η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των 250.000 δραχμών ή 733,60 ευρώ μηνιαίως. Κατά τη λήξη της σύμβασης αυτής, καταρτίστηκε νέα σύμβαση, μεταξύ των διαδίκων, στις 12.3.2003 που ονομάστηκε "συμφωνητικό μισθώσεως έργου ελεγκτή οδοντιάτρου", με την οποία η αναιρεσίβλητη ανέλαβε να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2003 έως 28.2.2004, αντί μηνιαίας αμοιβής 733,68 ευρώ.
Στις 12.1.2004, η αναιρεσίβλητη υπέβαλε την παραίτηση της, διότι διορίστηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, στην Κεντρική Υπηρεσία του Β' ΠΕ.Σ.Υ.Π. Αττικής, στον κλάδο Π.Ε. Οδοντιάτρων. Ο αναιρεσείων βεβαιώνει στο υπ' αριθ. πρωτ. ΔΙ.ΔΙΟΙΚ Φ168/234/6875/6.2.2004 έγγραφο του ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στον ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ) επί τετραώρου βάσεως καθημερινά από 8.30 έως 12.30, αμειβόταν με μηνιαίο μισθό από 733,68 ευρώ και ο ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ) κατέβαλε μηνιαίως στο Τ.Σ.Α.Υ.
τις ασφαλιστικές εισφορές της. Η αναιρεσίβλητη τελούσε σε νομική εξάρτηση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επόπτευε και ήλεγχε την εργασία της. Με τα δεδομένα αυτά, συνεχίζει το Εφετείο, η έννομη σχέση που συνέδεε του διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και δεν ασκεί έννομη επιρροή, το γεγονός ότι στα προαναφερθέντα συμφωνητικά αναφέρεται ότι δεν υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απαγορεύεται απόλυτα η μετατροπή της σε τοιαύτη σύμβαση, ούτε ότι αυτά καταρτίστηκαν, βάσει των κοινών Υπουργικών Αποφάσεων υπ' αριθ.
Φ35/5809/13.1.2001 και Φ35/33211/22.8.2002 των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που χαρακτηρίζει τα εν λόγω συμφωνητικά "ανάθεσης έργου με μίσθωση". Τέλος, καταλήγει το Εφετείο, πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση, οι ένδικες συμβάσεις δεν ήσαν ενεργές, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος (19.7.2004) του Π.Δ. 164/2004 (Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα)".
Με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτές η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο με την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αφού κατά τη θέληση των μερών η αναιρεσίβλητη τελούσε σε νομική εξάρτηση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επόπτευε και ήλεγχε την εργασία της, έδιδε οδηγίες και καθόριζε τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκταση της μέσα στα συμβατικά όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για αυτήν.
Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ. και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Τέλος, η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκή αιτιολογία, που εμπεριέχεται στον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί αναφέρεται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμη, αφού το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν τίθεται διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-07-2010 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ -(Ο.Α.Ε.Ε.)" για αναίρεση της 2303/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ