Legislator Case Law & Legislation
1229/2011 AI generated

1229/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1229/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 13/5/2008 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2561/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6060/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1229/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε και τα κατωτέρω: Ειδικότερα, με τον πρώτο όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για δέκα χρόνια δηλαδή από 1-8-1997 μέχρι 31-7-2007 με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα δέκα χρόνια.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits reinstatement of unemployment benefits annulment of termination reconsideration of disability benefits suspension of pension waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1229 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαγώνα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ν. Φ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 13/5/2008 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2561/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6060/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 11/5/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Εξ άλλου, η παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προϋποθέτει δικαιοπραξία ή σύμβαση της οποίας παραλείφθηκε η ερμηνεία, καίτοι διαπιστώθηκε ανελέγκτως, έστω και εμμέσως , κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπραξιών, είτε ερμηνεύτηκε κακώς. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν παραλείπει ν' αναφέρει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε και τα κατωτέρω: Ειδικότερα, με τον πρώτο όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για δέκα χρόνια δηλαδή από 1-8-1997 μέχρι 31-7-2007 με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα δέκα χρόνια.

Ο μισθωτής θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να ανανεώσει την παρούσα μίσθωση με τους ίδιους όρους για άλλα δέκα χρόνια. Οι εκμισθωτές και οι τυχόν νέοι κτήτορες υποχρεούνται να προσέλθουν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της παρούσας μίσθωσης για την υπογραφή ανανέωσης της σύμβασης για άλλα δέκα χρόνια. Με τον όρο αυτό του μισθωτηρίου συμβολαίου, ο οποίος είναι σαφής και δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για να τον ερμηνεύσει παρέχεται στο μισθωτή δικαίωμα παράτασης της διάρκειας της μίσθωσης για μία δεκαετία από τη συμπλήρωση του ως άνω συμπληρωθέντος χρόνου ήτοι μέχρι 31-7-2017.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ότι παρά το νόμο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μολονότι από τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις των συμβαλλομένων προέκυπτε σαφής αμφιβολία για το περιεχόμενο της μισθωτικής σύμβασης που καταρτίστηκε με το υπ' αρ. .../25-7-1997 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη και ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα για το οποίο παρείχετο στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα μονομερούς εκ μέρους του παράτασης της μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός πρέπει κατά το προαναφερθέν μέρος να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό στη διατύπωση του επίμαχου συμβατικού όρου που αφορά το παρεχόμενο στον αναιρεσείοντα δικαίωμα παράτασης της διάρκειας της μίσθωσης και για πόσο χρονικό διάστημα από τη συμπλήρωση της αρχικής διάρκειας αυτής, αλλά αντίθετα έκρινε ότι ο όρος αυτός είναι σαφής και έτσι δεν παρέστη ανάγκη να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή των αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, καθώς και οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως ακόμη και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αμφισβήτησε την ισχύ των με αριθμούς 3, 4, 5, 8, 10 και 11 όρων που περιέχονται στο υπ' αρ. .../25-7-1997 συμβόλαιο μίσθωσης του συμ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλλη και κατά τη διάρκεια παράστασης της μίσθωσης για δέκα έτη από 1-8-2007, δεν έλαβε υπόψη, τον και με το σχετικό της εφέσεώς του λόγο προταθέντα ισχυρισμό κατά τον οποίο συνομολόγησε ρητά την ισχύ των ανωτέρω όρων και κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παράτασης της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός πρέπει κατά το ως άνω μέρος να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός του αυτός προταθείς με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν,όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του περί τη χρονικής διάρκειας του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να παρατείνει την ένδικη μίσθωση μετά την συμπλήρωση της συνομολογηθείσης αρχικά δεκαετούς διάρκειας αυτής, δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα.

α) τις με αριθμούς 3871, 3872 και 3873/24-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων και β) τη με αριθμό 99/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όσον αφορά τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων το Εφετείο ειδικώς μνημονεύει στην απόφασή του κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ από τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και την προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Τέλος, καίτοι το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, δεν αφορά στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο.

Ο δεύτερος κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο από τις υπ' αρ. 99/2001 και 217/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου η πρώτη των οποίων αναφέρεται στο ύψος της οικονομικής επιβάρυνσης που υποβλήθηκε (αναιρεσείων) για την ανέγερση του κτιρίου στο μίσθιο και η δεύτερη στο χρόνο έναρξης της λειτουργίας της επιχείρησης στο μίσθιο, χωρίς να γίνεται μνεία ότι το δεδικασμένο τούτο προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, μη αρκούσης της επικλήσεως των ως άνω αποφάσεων, είναι απορριπτέος κατά το μέρος αυτό προεχόντως ως απαράδεκτος.

Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.

Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φράγμα στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφ' όσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία αντιθέτως υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία τίθενται με την ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του Άρθρου 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Μίσθωμα, ήτοι αντάλλαγμα της παραχωρούμενης στο μισθωτή χρήσης του μισθίου, μπορεί να αποτελεί οποιαδήποτε παροχή, ήτοι παροχή σε χρήμα, ανάληψη δαπανών, παροχή σε είδος, εκτέλεση έργου, με συνέπεια, ο,τιδήποτε δαπανηθεί στο μίσθιο, για προσθήκες ή βελτιώσεις αυτού, το οποίο επαυξάνει την αξία του να αποτελεί πρόσθετο αντάλλαγμα για την χρήση του ακινήτου, το οποίο προσαυξάνει το καταβαλλόμενο μίσθωμα αρκεί οι δαπάνες αυτές να προσδιορίζονται κατ'είδος και ποσό, να πραγματοποιήθηκαν από το μισθωτή λόγω συμβατικής του υποχρέωσης ακόμη και αν παραμείνουν μετά τη λήψη της μίσθωσης υπέρ του εκμισθωτή χωρίς καμία αξίωση του δαπανηθέντος (μισθωτή) για αποζημίωσή του και να υπάρχει συμφωνία με βάση την οποία υπολογίζονται στο μίσθωμα, το χρόνο διενέργειας αυτών και το χρονικό διάστημα που υπολογίζονται.

Εξ άλλου, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί θα ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με την από 14-1-2008 αγωγή τους επικαλούμενοι την κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως με τον αναιρεσείοντα, δυνάμει του υπ' αρ. .../27-7-1997 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Δημήτριου Μητρέλη, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στις ... του οποίου τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί - ότι είναι άκυρη η με αρ. .../26-7-2007 πράξη του ίδιου ως άνω συμ/φου με την οποία ο αναιρεσείων ενεργώντας καθ υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγηθεί με το αρχικό συμβόλαιο, προέβη στην παράταση της διάρκειας της ένδικης μίσθωσης κατά το μέρος που αυτή μετατρέπεται από εικοσαετή σε τριακονταετή και διατυπώνεται επιφύλαξη για το ύψος του μισθώματος, της ετήσιας αναπροσαρμογής αυτού καθώς και για την ισχύ των λοιπών όρων των αρχικού μισθωτηρίου συμβολαίου.

Ο αναιρεσείων, πρότεινε στην κατ' έφεση δίκη της και πρωτοβαθμίας παραδεκτώς προταθείσα, πλην σιωπηρά απορριφθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της επίμαχης αγωγής ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι η όλη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων κατατείνει στην αποβολή του από το μίσθιο ακίνητο, πριν αποσβέσει τις δαπάνες που έχει πραγματοποιήσει για την ανέγερση κτίσματος κατάλληλου για ταβέρνα τις οποίες θα καρπωθούν κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-2017 έως 25-7-2027, της διάρκειας της μίσθωσης, πριν αποκομίσει ικανοποιητικό κέρδος.

Το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση αυτή με την προσβαλλομένη απόφασή του, διότι, όπως δέχθηκε, οι δαπάνες για την ανέγερση κτίσματος για να χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως ταβέρνα ή για άλλη συναφή χρήση θα βάρυναν αποκλειστικά τον ίδιο, και θα παρέμεναν προς όφελος του μισθίου ακινήτου, ενώ εξ άλλου, δεν συμφωνήθηκε ότι θα συνυπολογισθούν στο καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα που ανέρχεται σε 1.383,97 ευρώ και όχι σε 3.999,72 όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, συνυπολογίζοντας σ' αυτό τις δαπάνες που αναφέρει ότι υποβλήθηκε για την ανέγερση κτιρίου κατάλληλου για τη λειτουργία ταβέρνας, έχει δε υπεκμισθώσει το μίσθιο ακίνητο με το από 26-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσης έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.228,17 ευρώ αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 6% κάθε έτος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, από την προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ιδίως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων είχε υπεκμισθώσει το μίσθιο ακίνητο με το από 26-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσης έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.228,17 ευρώ αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 6% κάθε έτος.

Ούτ' εξ άλλου, με την προεκτεθείσα παραδοχή κατά την οποία το καταβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα μίσθωμα ανέρχεται σε 1.383,97 ευρώ και όχι σε 3.999,72 ευρώ όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, συνοπολογιζόμενων σ' αυτό των δαπανών που αναφέρει ότι πραγματοποίησε για την ανέγερση κτιρίου κατάλληλου για τη λειτουργία ταβέρνας, παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 574 του ΑΚ, διότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την ανοικοδόμηση του μισθίου, αποτελούσαν μίσθωμα το οποίο θα έπρεπε να συνυπολογισθεί στο καταβαλλόμενο υπ' αυτού μίσθωμα, αφού, όπως δέχθηκε περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται συμφωνία περί συνυπολογισμού των δαπανών αυτών στο συμβατικό μίσθωμα.

Τέλος, με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ως ανωτέρω πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα μόνο ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και απώλεια δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας.

Επομένως, δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο η παράβαση της διάταξης του άρθρου 18 παρ.2 του ν.δ/τος 3323/1955 "περί φορολογίας του εισοδήματος" κατά την οποία λογίζεται ότι είναι εισόδημα εξ οικοδομών και η κατά το χρόνο ανεγέρσεώς της, αξία της οικοδομής της ανεγερθείσης επί εδάφους της κυριότητας του εκμισθωτού, με δαπάνες του μισθωτή, εάν μετά τη λήξη της μισθώσεως του εδάφους, περιέρχεται αυτή κατά κυριότητα στον εκμισθωτή, καθόσον, η διάταξη αυτή ως φορολογική, χρησιμεύει για την εξεύρεση του εισοδήματος προς καθορισμό της φορολογητέας ύλης και δεν δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια κατά την κρίση τους περί του αν μίσθωμα αποτελεί οτιδήποτε δαπανηθεί στο μίσθιο το οποίο προσαυξάνει το καταβαλλόμενο μίσθωμα, αρκεί οι δαπάνες αυτές να πραγματοποιήθηκαν από τον μισθωτή λόγω συμβατικής του υποχρέωσης και όχι αυτοβούλως.

Ο τρίτος κατά συνέπεια λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης, με τα γενόμενα δεκτά αναφορικά με την προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, της προαναφερθείσας, φορολογικού χαρακτήρα διάταξης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στερείται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόστηκε από το Εφετείο ούτε ήταν εφαρμοστέα.

Επειδή το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων. Έτσι παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που αποκτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη- παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίδικο εκείνο, που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι. Για τη θεμελίωση της αγωγής στο άρθρο 288 ΑΚ όταν την ασκεί ο μισθωτής πρέπει για το ορισμένο αυτής κατ' άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ εκτός των άλλων, να προσδιορίζεται το καταβαλλόμενο μίσθωμα και να αναφέρεται ότι αυτό είναι ανώτερο από εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εν λόγω διατάξεως, οπότε και έχει συμφέρον ο ενάγων-μισθωτής στη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος ή του ποσοστού της συγκεκριμένης αναπροσαρμογής.

Επίσης οφείλει ο ενάγων να εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής ποιες είναι οι συγκεκριμένες συνθήκες (οικονομικές, νομισματικές κλπ) οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπληρώσεως της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές τη μείωση του μισθώματος ή του ποσοστού της συμφωνημένης αναπροσαρμογής.

Δηλαδή, απαιτείται έτσι κατά τρόπο συγκεκριμένο να αναφερθεί η σημαντική μείωση του τιμάριθμου και του ατομικού εισοδήματος, η μη ζήτηση καταστημάτων για μίσθωση που έχει ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, η ζημία του μισθωτή και τέλος, η μισθωτική αξία όμορων και ομοειδών καταστημάτων.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο οφείλει, πρώτα να διαγνώσει αν μεταξύ του οφειλόμενου κατά το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής μισθώματος και εκείνος που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως (ελεύθερου) υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου) και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμοστεί το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταχθείσα καλή πίστη.

Εξ άλλου, νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ασκηθείσα με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανταγωγή επί της από 14-2-2008 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, εκθέτει εκτός άλλων ότι η έναρξη των οικοδομικών εργασιών επί του μισθίου και κατ' επέκταση η λειτουργία της επιχείρησης στο μίσθιο καθυστέρησε εξ αιτίας των παρατιθέμενων σ' αυτή αντισυμβατικών ενεργειών του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων για χρονικό διάστημα που σχεδόν κάλυψε το ήμισυ της αρχικά συμφωνηθείσας δεκαετούς χρονικής διάρκειας της μίσθωσης, αφού η κατασκευή του μισθίου αποπερατώθηκε και η επιχείρηση άρχισε να λειτουργεί κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011 ότι έχει καταβάλει αχρεωστήτως στους αναιρεσίβλητους λόγω της από υπαιτιότητάς τους μη χρήσης του μισθίου μέχρι του χρονικού πιο πάνω σημείου για μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-8-1997 έως 31-8-2001 το συνολικό ποσό των 33.550,54 ευρώ, ενώ πέραν αυτού δαπάνησε για την κατασκευή του εκ μπετόν αρμέ σκελετού ολόκληρου του κτίσματος και για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου συνολικά το ποσό των 217.200 ευρώ καθώς και το ποσό των 251.474,68 ευρώ- για την αποπεράτωση του μισθίου, για εργασίες δηλαδή που σύμφωνα με σχετικό όρο της μισθωτικής σύμβασης παραμένουν σε όφελος του μισθίου, το δαπανηθέν για την εκτέλεση των οποίων ποσό προσαυξάνει το καταβαλλόμενο μίσθωμα λόγω της συμβατικής προς διενέργεια των σχετικών δαπανών υποχρέωσής του ότι κατά συνέπεια, το συνολικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 3.999,72 ευρώ μηνιαίως απαρτιζόμενο από τα αχρεωστήτως καταβληθένα υπ' αυτού μισθώματα και τις καταβληθείσες δαπάνες για την ανέγερση και διαμόρφωση του μισθίου καταστήματος που ανέρχονται σύμφωνα με τον παρατιθέμενο σ’ αυτή μαθηματικό υπολογισμό στο ποσό των 2.615,75 ευρώ μηνιαίως στο οποίο προστίθεται το καταβλητέο κατά μήνα ως μίσθωμα ποσό των 1.383,97 ευρώ.

Ότι στο ως άνω ποσό των 3.999,72 ευρώ ανερχόταν το μίσθωμα του μισθίου καταστήματος ήδη από 25-7-1997 πλην οι κρατούσε τότε μισθωτικές και οικονομικές συνθήκες που σχέση έχουν με την τότε τρέχουσα ανταλλακτική αξία της δραχμής, το ύψος του πληθωρισμού και τον ρυθμό της αυξομειώσεως του τιμαρίθμου, την αγοραστική και μισθωτική αξία του μισθίου, σε συνάρτηση προς την κατάσταση στην οποία τελούσε και προς άλλα παρακείμενα και γειτονικά μίσθια, την εν γένει κίνηση της αγοράς στη συγκεκριμένη περιοχή του μισθίου, την ευχέρεια προς εξεύρεση καταστημάτων προσφερομένων προς μίσθωση και κατάλληλων για την επαγγελματική δραστηριότητα που σκόπευε να ασκήσει, μεταβλήθηκαν σε βαθμό που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του επιχειρηματικού κινδύνου και της συνήθους διακύμανσης της προσφοράς και της ζήτησης των εμπορικών καταστημάτων της περιοχής του μισθίου, γεγονός που προκάλεσε και είχε ως αποτέλεσμα την επέλευση τόσο ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας αυτού ώστε με τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπως αυτές ισχύουν σήμερα, η εμμονή των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η αναπροσαρμογή του στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Ειδικότερα, κατά το χρόνο καταρτίσεως της σύμβασης υφίστατο δυσχέρεια εξεύρεσης εμπορικής στέγης στην περιοχή του μισθίου και η ύπαρξη καταστήματος κατάλληλου προς χρήση ταβέρνας, ελεύθερου και προσφερόμενου προς μίσθωση στην περιοχή του μισθίου (θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ... στο 19ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών -Πάρνηθας) ήταν πρόβλημα εξαιρετικά δυσεπίλυτο.

Έκτοτε όμως, λόγω της συνεχούς και αλματώδους ανατίμησης των ειδών πρώτης ανάγκης και της μείωσης αναγκαστικά των βιοτικών αναγκών του καταναλωτικού κοινού, η αγορά παρουσιάζει εμφανή κάμψη με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να εγκαταλείπουν τα μίσθια καταστήματά τους, τα οποία στη συνέχεια προσφέρονται από τους εκμισθωτές εκ νέου προς μίσθωση με εξαιρετικά χαμηλά τιμές.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα την ευχερή ήδη εξεύρεση εμπορικής στέγης στην περιοχή του μισθίου προς χρήση ταβέρνας και με μίσθωμα σημαντικά χαμηλότερου του υπ' αυτού καταβαλλόμενου. Ωσαύτως, κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ο δείκτης τιμών καταναλωτή ανερχόταν σε 5,5%, έκτοτε δε ο δείκτης τιμών καταναλωτή και εντεύθεν ο τιμάριθμος του κόστους ζωής παρουσιάζει συνεχή πτώση, ανερχόμενος το 1998 σε 4,8% το 1999 σε 2,6% το 2000 σε 3,2%, το 2001 σε 3,4%, το 2002 σε 3,6%, το 2003 σε 3,3%, το 2004 σε 3,6%, το 2005 σε 3,7%, το 2006 σε 3,9%, το 2007 σε 3,2%, για δε το τρέχον έτος 2008 προβλέπεται να κυμανθεί περί το 3,5%. 'Ότι για ισόγειο κτίσμα επιφανείας 128,16 τ.μ.

με υπόγειο της αυτής επιφανείας και περιβάλλοντα χώρο 1.295 τ.μ. που βρίσκεται πλησίον του ένδικου μισθίου και επί της διασταυρώσεως της λεωφόρου Πάρνηθας με την οδό ... και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα, το καταβαλλόμενο μίσθωμα από 1-1-2007 ανέρχεται σε 1080 ευρώ μηνιαίως. Ότι για ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 270 τ.μ επί ακαλύπτου χώρου 1500 τ.μ.

που βρίσκεται παραπλεύρως του ένδικου μισθίου στο 19ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Πάρνηθας και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα το καταβαλλόμενο μίσθωμα από 30-1-2008 ανέρχεται σε 2.858,44 ευρώ. 'Ότι για κτίσμα ισογείου και 1ου ορόφου επιφανείας 180 τ.μ. εκάστου και περιβάλλοντα χώρο 6.500 τμ που βρίσκεται πλησίον του ένδικου μισθίου στο 16ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Πάρνηθας και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα, το καταβαλλόμενο μίσθωμα από 1-1-2008 ανέρχεται σε 4.800 ευρώ.

Έτσι το καταβαλλόμενο για το μίσθιο κατάστημα μίσθωμα των 3.999,72 ευρώ, τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς το κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών δυνάμενο να επιτευχθεί μίσθωμα των 1.800 ευρώ, ενόψει της επιφανείας του μισθίου, της κατάστασης αυτού και της θέσης του σε δευτερεύον σημείο της περιοχής όπου και δεν παρουσιάζεται μεγάλη εμπορική δραστηριότητα για το από τη συζήτηση της αγωγής και εφεξής χρονικό διάστημα, σε τρόπο ώστε η καταβολή του μισθώματος αυτού να έχει καταστεί ιδιαίτερα επαχθής για τον αναιρεσείοντα σε σύγκριση προς την αντιπαροχή των αναιρεσιβλήτων (παραχωρηθείσα χρήση του μισθίου) που κατ' αντιστοιχία κατέστη υπέρμετρα επωφελής γι' αυτούς.

Ζήτησε δε: α) να αναγνωρισθεί ότι το για το επίδικο μίσθιο καταβαλλόμενο πράγματι μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 3,999,72 ευρώ, β) να καθορισθεί δε το μίσθωμα σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτική ήθη στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταχθείσα καλή πίστη ήτοι στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως και το ύψος της ετήσιας σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό αυξήσεως ίσο προς την μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, ήτοι σε ποσοστό 3,5% και γ) να αναγνωρισθεί ότι έχει ήδη προκαταβάλει στους αναιρεσιβλήτους για μελλοντικά μισθώματα του ένδικου μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 31-5-2008 το ποσό των 417.443,13 ευρώ, ήτοι το προκύπτουν ποσό μετ' αφαίρεση εκ του συνολικά καταβληθέντος ως μίσθωμα ποσού των 502.225,22 ευρώ, απαρτιζόμενου από τα αχρεωστήτως καταβληθέντα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-8-1997 έως 31-8-2011 και τις καταβληθείσες δαπάνες για την ανέγερση και διαμόρφωση του μισθίου καταστήματος, του καταβληθέντος το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα σε μετρητά ποσού των 84.782,09.

Με αυτό το περιεχόμενο η ανταγωγή είναι πλήρως ορισμένη αναφορικά με την αγωγική βάση από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και πρέπει, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αόριστη της ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα με το προεκτεθέν περιεχόμενο ανταγωγή επειδή απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, ότι για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης έπρεπε να εκθέσει τα γεγονότα που επέφεραν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, τις οικονομικές συνθήκες κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και συγκριτικά στοιχεία ομοειδών ακινήτων της περιοχής, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναίρεσης.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως ανωτέρω μέρος αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6060/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το όπως στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ