Legislator Case Law & Legislation
1229/2010 AI generated

Supreme Court dismissed appeal on tort damages, ruling supplementary fund liability is limited to insurance fund payments.

Case Number 1229/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding tort damages. The appellants argued that the insurance fund lacked active standing to claim expenses and lost wages paid by the tortfeasor, citing specific articles of the Social Insurance Law. The court rejected this, holding that the supplementary fund's liability is strictly supplementary to the primary insurance fund's payments and that the primary fund's claims do not automatically transfer to the supplementary fund.

Legislator headnote

AI generated

Art. 19 para. 5a of Law 489/1976; The supplementary fund's liability is limited to the amount the primary insurance fund is obligated to pay, establishing that the supplementary fund cannot claim damages already paid by the primary fund.

Keywords

AI generated
supplementary fund liability social insurance law active standing tort damages insurance fund substitution

Cited Legislation

AI generated
Art. 19 para. 5a of Law 489/1976
Art. 930 para. 3 of the Civil Code
Art. 14 para. 1 of Law 2496/1997
Art. 27 para. 1 of Law 2496/1997
Art. 31 para. 3 of Law 2496/1997

Cited Case Law

AI generated
AP 389/2002
AP 1507/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1229 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1229/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λάλλα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδοσία Οικονομίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Κριθαρά και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/12/2006, 6/2/2006 και 3/7/2006 αγωγές των υπό στοιχεία 1 και 2 των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5478/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/6/2009 αίτησή τους και τους από 7/1/2010 και 10/2/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων του υπ' αριθμ. κατάθεσης 7/2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ο δεύτερος εκ των προσθέτων λόγων του ιδίου ως άνω δικογράφου (από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης και των δικογράφων προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1007/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 19 παρ.5α του ν.489/1976, που προστέθηκε με το άρθρ. 5 παρ. 3 του ΠΔ/τος 264/1991 και αποτελεί υλοποίηση της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ αρ. 1 παρ. 44 εδ. α', ορίζεται ότι "η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού, που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αιτία αυτή στον ζημιωθέντα".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Με τη ρύθμιση αυτή του νόμου" αποκλείεται η εφαρμογή της ΑΚ 930 παρ.3 στην περίπτωση που αυτή θα ήταν εφαρμοστέα και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στο δικαιούχο, με βάση το άρθρο 19 παρ.1 του ν.489/1976, και της παροχής, την οποία για την ίδια αιτία οφείλει στο δικαιούχο ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης.

Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ.5 του ν.489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, κάθε ποσού, το οποίο με την ίδια αιτία δικαιούται ο δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης.

Η, ως άνω νομοθετική ρύθμιση αφορά κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου και δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις ανασφάλιστων ή αγνώστων αυτοκινήτων (ΑΠ 1258/2006, ΑΠ 883/2006). Η εν λόγω ευνοϊκή μεταχείριση ισχύει μόνο, όταν είναι υπόχρεο το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι άλλο πρόσωπο.

Συνεπώς, άλλος υπόχρεος, πχ. ο υπαίτιος οδηγός ή ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν δικαιούται να επικαλεσθεί, έναντι του δικαιούχου παθόντος, ότι ισχύει και έναντι αυτών ο περιορισμός, κατά το ποσό, το οποίο ο παθών δικαιούται να απαιτήσει από ασφαλιστικό ταμείο. Για τους λοιπούς υποχρέους ισχύουν οι κοινές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν, σωρευτική απόληψη του ποσού της αποζημίωσης (άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ).

Η τελευταία διάταξη, εξ' άλλου, δεν αντίκειται στις Συνταγματικές διατάξεις και ειδικώτερα στο άρθρ. 25 του Συντάγματος και του άρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των αρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ και 19 παρ. 5 Ν. 489/1976 και ειδικώτερα, δια της εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 930 ΑΚ, η οποία κατά την άποψη των αναιρεσειόντων - εναγομένων - υποχρέων προς αποζημίωση, δεν ήταν εφαρμοστέα και δια της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 19 παρ. 5 Ν.489/1976, η οποία, κατά την άποψή τους, ήταν εφαρμοστέα και ως προς αυτούς, με αποτέλεσμα το δικάσαν Εφετείο να απορρίψει, ως μη νόμιμο, τον προβληθέντα από αυτούς ισχυρισμό - ένσταση ότι ο τραυματισθείς παθών (ενάγων - νυν αναιρεσίβλητος) δεν νομιμοποιείται να ζητήσει αποζημίωση, για όσα έλαβε ή δικαιούται να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα (Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ΗΛΠΑΠ).

Ενώ, με τον πρώτο εκ των προσθέτων λόγων του δικογράφου προσθέτων λόγων, με αριθμό κατάθεσης 45/2010 του αναιρεσείοντος Χ1 αποδίδεται, επίσης, η από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, εκ του ότι δια της εφαρμογής, ως προς αυτόν (υπόχρεο προς αποζημίωση, ως υπαίτιο οδηγό) της διάταξης του άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ, για τις αξιώσεις που ο τραυματισθείς ενάγων εισέπραξε από τον ασφαλιστικό του φορέα, παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, έκρινε, ότι: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εναγόμενοι υπέβαλαν με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πλην των άλλων, και την ένσταση του άρθρου 19 παρ. 5 ν. 489/76, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, με τις προτάσεις τους, ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να ζητήσει ό,τι έλαβε ή δικαιούται να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα, για δαπάνη νοσηλείας - αγορά παραϊατρικών ειδών και επίδομα ασθενείας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μόνο ως προς το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο (άρθρο 19 παρ. 5 Ν. 489/1976), ενώ είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, εφόσον ο ενάγων είναι ασφαλισμένος στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού ΗΛΠΑΠ και όχι στο ΙΚΑ".

Με το να κρίνει, έτσι, το δικάσαν Εφετείο, ορθώς αποφάνθηκε και δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και, επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου και πρώτος εκ των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης, και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ό,τι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 11γ' λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Τέλος, προϋπόθεση για την ίδρυση τού από το αρθρ. 559 αριθ. 20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου) είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος - λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (ΟλΑΠ 1/1999), πρέπει δε το δικαστήριο της ουσίας να εμόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του φερομένου ως "παραμορφωθέντος" εγγράφου (ΑΠ 484/1997).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το ένα σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια α) από το αρθρ. 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την περιεχομένη στους αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων ομολογία αυτών, περί του ότι δεν επήλθε σύγκρουση μεταξύ του οδηγούμενου από τον εναγόμενο οδηγό αυτοκινήτου (ταξί) και της οδηγούμενης από τον πρώτο ενάγοντα (παθόντα) μοτοσυκλέτας και β) από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του αρθρ. 19 παρ. 7 του ΚΟΚ (μη τήρηση απόστασης ασφαλείας από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας), το οποίο το δικάσαν Εφετείο δεν εφήρμοσε, ενώ, κατά την άποψη των εναγομένων - νυν αναιρεσειόντων, ήταν εφαρμοστέο.

Η από το αρθρ. 559 αριθ. 19 πλημμέλεια (έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογιών(ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητος), αποδίδεται και με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος του δευτέρου σκέλους αυτού, πρόσθετο λόγο του υπ' αριθ. κατάθεσης 7/2010 δικογράφου προσθέτων λόγων της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας Χ2, καθώς και με το δεύτερο μέρος του τρίτου προσθέτου λόγου.

Επίσης, με το άλλο μέρος του ίδιου, ως άνω, δευτέρου προσθέτου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση για παραμόρφωση εγγράφου, και ειδικώτερα ότι το δικάσαν Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, έγγραφα από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εμόρφωσε, κατά κύριο λόγο, το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή γεγονός, ότι ο ενάγων - παθών οδηγός της μοτοσυκλέτας, της οποίας η προβάλλουσα τον λόγο αυτό αναιρεσείουσα ήταν ιδιοκτήτρια, έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ενώ, από το περιεχόμενο των, ως άνω, εγγράφων, η χαραγή μήκους 9,20 μ.

επί της ασφάλτου, η προερχόμενη από τη μοτοσυκλέτα αναγράφεται ως έχουσα κατεύθυνση προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά. Από τα παραδεκτώς, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκοπούμενα δικόγραφα των υπό κρίση (τριών συνεκδικασθεισών) αγωγών, προκύπτει, ότι, ως προς το, ως άνω, κρίσιμο ζήτημα της ομολογίας (δεύτερος λόγος, πρώτο σκέλος) περιέχοντα τα εξής: "Ο τελευταίος οδηγός της μοτοσυκλέτας) αιφνιδιασθείς από την απρόβλεπτη συμπεριφορά του άνω οδηγού (του ταξί) και παρά τον προς τα αριστερά ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό του δικύκλου, λόγω και της μικράς απόστασης, απώλεσε την ισορροπίαν του, ανετράπη και καταπέσας επί του οδοστρώματος, εσύρθη και κατέληξε κάτω από το δεξιόν οπίσθιον πλάγιον του αποφράξαντος την πορείαν του ταξί".

Υπό το, ως άνω, περιεχόμενο των υπό κρίση αγωγών δεν υπάρχει ομολογία των εναγόντων, ως προς το δήθεν φερόμενο ως ομολογηθέν γεγονός, ότι δηλαδή η μοτοσυκλέτα δεν επέπεσε επί του ΔΧ (ταξί) και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ομοίως, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο πρώτος των προσθέτων λόγων του ιδίου ως άνω, δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθρ. 559 αριθ. 8 πλημμέλεια, εκ του ότι, το δικάσαν Εφετείο, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιέχεται στα αγωγικά δικόγραφα, ότι δηλαδή η μοτοσυκλέτα επέπεσε επί του ΔΧ αυτοκινήτου.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων: "Στις 9-9-2005 και περί ώρα 20:40 ο ενάγων Ψ1 οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της ενάγουσας συζύγου του Ψ2, έβαινε με κανονική ταχύτητα (ανώτατη επιτρεπόμενη 50 χλμ/ώρα) στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ...

με κατεύθυνση από ... προς ιχθυόσκαλα .... Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Χ1, οδηγώντας το ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης Χ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ...

μπροστά από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα περίπου 15 μέτρα και ομόρροπα με αυτή. Η ... είναι μονόδρομος με πλάτος οδοστρώματος 10 μ, δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ευθεία η ορατότητα δεν περιορίζεται, ο δε φωτισμός ήταν επαρκής. Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο ύψος που η ως άνω λεωφόρος διασταυρώνεται από δεξιά με ανώνυμη οδό, από αμέλεια του, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας και προσοχής που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες (άρθρα 330 εδ β ΑΚ), έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην πιο πάνω προς τα δεξιά ανώνυμη οδό, ανέλεγκτα και αιφνίδια μετακινήθηκε με ελιγμό, χωρίς να χρησιμοποιήσει δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, από την αριστερά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, και στη συνέχεια μείωσε την ταχύτητα του με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της πιο πάνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας από απόσταση περίπου 10 μέτρων, ο οδηγός της οποίας ενάγων Ψ1, αν και επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό προς τα αριστερά, επειδή δεν είχε τα αναγκαία τοπικά και χρονικά περιθώρια γι' αυτό, επέπεσε με δύναμη με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πίσω δεξιά πλευρά του ταξί (πίσω φτερό και πίσω δεξιό τμήμα του προφυλακτήρα στην έξοδο της εξάτμισης καθον χρόνο αυτό είχε λάβει διαγώνια θέση στη ...).

Δεν αποδείχθηκε, ότι τα πιο πάνω οχήματα εκινούντο και τα δύο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι το δίκυκλο επέπεσε στο ταξί επειδή ο οδηγός του πρώτου δεν τηρούσε την απαραίτητη απόσταση ασφάλειας. Στην πιο πάνω κρίση του οδηγείται το δικαστήριο από τα συγκρουσθέντα σημεία, των οχημάτων καθώς και την προανακριτική κατάθεση του οδηγού του ταξί, ο οποίος κατέθεσε ότι κινήθηκε προς τα δεξιά σε σχέση με την αρχική του πορεία.

Όλα δε τα παραπάνω ενισχύονται από τα ευρήματα της σύγκρουσης (χαραγή μήκους 9,20 μ. από το δίκυκλο λοξώς αριστερά στη δεξιά λωρίδα και λίμνη αίματος στο μέσο περίπου της συμβολής της ... με την ανώνυμη οδό), όπως αυτά αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, των οργάνων της Τροχαίας που επιλήφθηκαν του ατυχήματος.

Με βάση τα παραπάνω η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ... ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί), ο οποίος, από αμέλεια του επιχείρησε να μετακινηθεί με ελιγμό προς τα δεξιά του οδοστρώματος χωρίς προηγουμένως να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης και να βεβαιωθεί όπως όφειλε, ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα τους, με αποτέλεσμα να αποκλείσει αιφνίδια την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Ψ1 (άρθρα 21 παρ.1, 2 ΚΟΚ)".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμη, την ασκηθείσα από τους εναγόμενους - νυν αναιρεσείοντες έφεση, δεχθέν, όμως, ως βάσιμη κατ' ουσία την υπό των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα έφεση, οι λόγοι της οποίας αφορούσαν το ύψος των επιδικαστέων σ' αυτούς ποσών αποζημίωσης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εδίκασε και πάλι τις αγωγές και δέχθηκε αυτές, ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμες.

Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς αποφάνθηκε και δεν παρεβίασε, δια της μη εφαρμογής της, τη διάταξη του αρθρ. 19 παρ. 7 του ΚΟΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως ο δεύτερος, κατά το σκέλος αυτού από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο τρίτος των προσθέτων λόγων, κατά το τελευταίο σκέλος αυτού, επίσης, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και αντίφασης αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών και ποία επί πλέον στοιχεία έπρεπε να περιλαμβάνονται στις αιτιολογίες, ώστε αυτές να είναι επαρκείς και σαφείς.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο, κατά το, από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, μέρος αυτού λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό των εναγομένων - νυν αναιρεσειόντων, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα (περί της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού) και "από την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης", ενώ ουδείς μάρτυρας απόδειξης εξετάσθηκε ενώπιόν του, η δε φερόμενη ως μάρτυρας Ψ2 - συζ.

Ψ1 ήταν διάδικος (ενάγουσα - ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας). Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι, το δικάσαν Εφετείο, δεχθέν ως βάσιμη την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εδίκασε και πάλι τις υπό κρίση αγωγές. IV. Με τον τρίτο, των προσθέτων λόγων του ιδίου, ως άνω, δικογράφου, κατά το τελευταίο σκέλος αυτού, αποδίδεται η πλημμέλεια α) από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 926 ΑΚ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο υποχρέωσε την εναγομένη - ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, (νυν δευτέρα των αναιρεσειόντων), την οποία αφορά ο λόγος αυτός, να καταβάλει, εις ολόκληρο μετά του συνεναγομένου της οδηγού, τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες- ζημιωθέντες ποσά, χωρίς ουδόλως να αναφέρεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή (εναγομένη - ιδιοκτήτρια) συνδεόταν με σχέση πρόστησης, με τον υπαίτιο οδηγό και β) κατ' ορθή εκτίμηση, από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμό - ένσταση ότι αυτή (εναγομένης ιδιοκτήτρια - μη οδηγός) ευθύνεται, κατά το αρθρ. 4 του Ν ΓΠΝ/1911, έναντι των εναγόντων ζημιωθέντων περιορισμένα, μέχρι του ποσού της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου της.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, ότι οι αξιώσεις των εναγόντων κατά της εναγομένης - ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ταξί) βασίζονται στο Ν ΓΠΝ/1911 (άρθρο 2 και 4 αυτού), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου οι υπόχρεοι προς αποζημίωση (ιδιοκτήτης - κάτοχος οδηγός) ευθύνονται εις ολόκληρο έναντι των ζημιωθέντων - δικαιούχων της αποζημίωσης, ενώ ο ιδιοκτήτης μη οδηγός ευθύνεται περιορισμένα (μέχρι του ποσού της αξίας του αυτοκινήτου), μόνο εάν προβάλλει (και αποδείξει) την από το αρθρ. 4 Ν.

ΓΠΝ/1911 ένσταση. Πλην, όμως, από τα παραδεκτώς κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκοπούμενα δικόγραφα της έφεσης, της ασκηθείσας από την εναγομένη - ιδιοκτήτρια νυν αναιρεσείουσα και από τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει, ότι ουδόλως περιέχεται στην έφεσή της λόγος σχετικός με την ένσταση αυτή, ούτε εξ άλλου προβλήθηκε παρόμοια ένσταση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με καταχώρηση αυτού στα πρακτικά.

Επομένως, ο τρίτος εκ των προσθέτων λόγων, κατά το τελευταίο σκέλος του είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη αυτού. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και σε αντιδικία με τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, σε περίπτωση ομοδικίας, αναγκαίας ή απλής, η αίτηση αναίρεσης του ενός των ομοδίκων δεν μπορεί να απευθύνεται και κατά των λοιπών ομοδίκων του, εκτός εάν στη δίκη ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας μεταξύ τους (πχ δίκη διανομής) ή εάν η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει διάταξη ή αιτιολογία επωφελή για τον ομόδικό του και δυσμενή για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15,16/1996).

Επομένως, το υπ' αριθ. κατάθεσης 44/2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας, Χ2, το οποίο στρέφεται κατά το ομοδίκου - συνεναγομένου της Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο και αφορούν οι δύο (μοναδικοί) λόγοι που περιέχονται σ' αυτό είναι απορριπτέο, ως απαράδεκτο, αφού η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης και η διάταξη αυτής, η επωφελής για το Επικουρικό Κεφάλαιο (περιορισμένη ευθύνη αυτού έναντι του ενάγοντος - δικαιούχου της αποζημίωσης κατά το άρθρ. 19 παρ. 5 Ν. 489/1976, ως προς τα κονδύλια τα καλυπτόμενα από τον ασφαλιστικό φορέα αυτού), δεν είναι βλαπτική για την αναιρεσείουσα.

Με τον τρίτο των προσθέτων λόγων του υπ' αριθ. κατάθεσης 45/2010 δικογράφου προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Χ1, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο με το να δεχθεί, ότι ο ενάγων - παθών δικαιούται να αξιώσει σωρευτικά και από τον αναιρεσείοντα (υπόχρεο προς αποζημίωση, ως υπαίτιο οδηγό), κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ, τις αξιώσεις που έλαβε ή δικαιούται να λάβει και από τον Ασφαλιστικό του φορέα (Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ΗΛΠΑΠ), παρεβίασε την, ως άνω, διάταξη του αρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ αντιθέτως έπρεπε, κατά την άποψή του, να εφαρμόσει τις διατάξεις των αρθρ. 14 παρ. 1, 27 παρ. 1 και 31 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και να δεχθεί, ότι ο ενάγων παθών δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να ζητήσει από τον εναγόμενο - υπαίτιο οδηγό - νυν αναιρεσείοντα τις δαπάνες για έξοδα νοσηλείας και την αποζημίωση, για απώλεια εισοδημάτων, ένεκα της, εκ του τραυματισμού του, στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, ανικανότητός του προς εργασία, αφού οι αξιώσεις αυτές, για τις οποίες εισέπραξε τα αντίστοιχα ποσά ο ενάγων, περιέρχονται στο Ασφαλιστικό του Ταμείο, το οποίο υποκαθίσταται στις αξιώσεις του.

Ο λόγος αυτός και υπό την εκδοχή ότι είναι παραδεκτός, επειδή το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ως δήθεν νομικό σφάλμα (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 εδ. β Κ.πολ.Δ), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως εφαρμοστέες, κατά την άποψή του, διατάξεις του Ν> 2496/1997, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα αυτών, έχουν εφαρμογή μόνο στις ασφαλιστικές συμβάσεις μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης (ασφαλιστή) και ασφαλισμένου (λήπτη της ασφάλισης) και δεν δύνανται να εφαρμοσθούν αναλογικά και στην ασφάλιση μεταξύ του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης (Ασφαλιστικού Ταμείου) και του εργαζομένου - ασφαλισμένου του.

Αλλά και διότι, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα ήδη προαναφέρθηκαν σχετικά με το εν λόγω ζήτημα και όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθ. 19 παρ. 5 Ν.489/1976, εφόσον ο ζημιωθείς - παθών δεν δικαιούται να αξιώσει από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο τα ποσά που εισέπραξε ή δικαιούται να ζητήσει από τον Ασφαλιστικό του φορέα, κατά συνέπεια και ο τελευταίος (φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης) δεν έχει αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, για τις ισόποσες προς τον ασφαλισμένο του παροχές, αφού δεν χωρεί αυτοδικαίως μεταβίβαση των ως άνω αξιώσεων ( ΑΠ 389/2002, ΑΠ 1507/2000).

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (χωριστά για το τρίτο των αναιρεσιβλήτων - Επικουρικό Κεφάλαιο -, το οποίο παραστάθηκε με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε χωριστές προτάσεις).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.6.2009 αίτηση μετά των από 7.1.2010 και από 10.2.2010 προσθέτων λόγων των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1007/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τους δύο πρώτους και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το τρίτο εξ αυτών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ