Legislator Case Law & Legislation
1229/2008 AI generated

1229/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1229/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 02.07.2001 και 03.07.2001 ανακοπές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 672/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1682/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 01.03.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1229/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακος κατατάξεως, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972§2 εδ.β' ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1229 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1229/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Τσεπενέκας.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Γιανναράκος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 02.07.2001 και 03.07.2001 ανακοπές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 672/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1682/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 01.03.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 972 §1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακος κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακος κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και να αναφέρεται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως .

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακος κατατάξεως, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972§2 εδ.β' ΚΠολΔ).

Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.

Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Στην περίπτωση δε κατά την οποία περισσότεροι του ενός, μη καταταγέντες, δανειστές βάλλουν δια συνεκδικαζομένων ανακοπών κατά της κατατάξεως του ιδίου δανειστού για την αποβολή του, θα υπολογισθούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων και αν η απαίτηση του αποβαλλομένου δανειστού δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, που νικούν, μεταξύ των τελευταίων θα γίνει σύγκριση υπό του δικαστηρίου και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισοβάθμων κατάταξη.

Στα πλαίσια της εν λόγω συνεδικάσεως των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλομένης ως άνω συγκρίσεως των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως δια της αποβολής του καθού η ανακοπή δανειστού, διαμορφώνεται επιγενομένη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων, γιατί η εκ της ακυρώσεως της κατατάξεως του καθού η ανακοπή κατάταξή των επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (άρθρ. 76 δ περ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, αν το δικαστήριο, συνεκδικάζον τις περισσότερες ανακοπές που στρέφονται κατά του ιδίου καταταγέντος δανειστού, απέβαλε τον εσφαλμένως καταταγέντα, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων των ανακοπών και στη συνέχεια, μεταρρυθμίζον τον πίνακα κατατάξεως, προέβη σε μη σύννομη κατάταξη ενός εκ των περισσοτέρων ανακοπτόντων δανειστών, κατ' αποκλεισμό άλλου διαθέτοντος ισχυρότερο έναντι του καταταγέντος προνόμιο, ο μη καταγείς έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, απευθυνομένη κατά του καταταγέντος με την εκκαλούμενη απόφαση δανειστού, επικαλούμενος την ύπαρξη έναντι αυτού ισχυροτέρου προνομίου δια του οποίου είναι εξοπλισμένη η αναγγελθείσα απαίτησή του, αιτούμενος την κατ' ουσίαν αναδίκαση της υποθέσεως και την κατάταξή του στον πίνακα κατά το μέρος που το ως άνω προνόμιο κατισχύει έναντι εκείνου της καταταγείσης απαιτήσεως του εφεσιβλήτου.

Η νομιμοποίηση, στην περίπτωση αυτή, του μη καταταγέντος δανειστού να απευθύνει την έφεση κατά του άλλου δεν επηρεάζεται από το γεγονός της μη κατατάξεώς του στον πίνακα που συνέταξε ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος, αφού η (μη σύννομη) παράλειψή του να καταταγεί στον υπό του δικαστηρίου μεταρρυθμισθέντα πίνακα κατατάξεως μετά την αποβολή του καθού η ανακοπή, επέφερε σ' αυτόν άμεση ουσιαστική βλάβη που τον νομιμοποιεί να στραφεί δι' εφέσεως κατά του άλλου ανακόπτοντος ομοδίκου του, μετά του οποίου στα πλαίσια της κοινής διαδικασίας που διαμορφώθηκε με την ένωση και συνεδίκαση των περισσοτέρων ανακοπών βρίσκεται σε σχέση αντιδικίας ως προς το ζήτημα του ποιος εξ' αυτών διαθέτει ισχυρότερο προνόμιο για την αναγγελθείσα απαίτησή του έναντι του άλλου.

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1272, 1276, 1277, 1279, 1306, 1318 αρ.3 ΑΚ, 976, 977§2 εδ. β', 978, 1005§3, 1007§1 ΑΚ ΚΠολΔ και 41 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προτιμήσεως προς απόκτηση υποθήκης, μετά δε την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζομένης απαιτήσεως και την νομότυπη τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, η τελευταία λογίζεται γραμμένη από την ημέρα εγγραφής της προσημειώσεως και επάγεται όλες τις νόμιμες συνέπειες.

Αν πριν από την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη λάβει χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός του βαρυνομένου ακινήτου, με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση των υποθηκών και των προσημειώσεων που υπάρχουν στο ακίνητο, αλλά ο προσημειούχος δανειστής δεν αποστερείται του δικαιώματος να αναγγείλει την εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτησή του δια της προσημειώσεως στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προκειμένου αυτή να καταταγεί στον πίνακα κατατάξεως που συντάσσεται από αυτόν, οπότε κατατάσσεται κατά την σειρά της εγγραφής της προσημειώσεως "τυχαίως" ήτοι με μόνη την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεώς της, μετά την πλήρωση της οποίας (αιρέσεως) μπορεί ο δικαιούχος να την εισπράξει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σύμφωνα με το άρθρ. 975 και 980 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του υπ' αριθμ...... πίνακος κατατάξεως της υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Τριγάζη, ασκήθηκαν από μεν την αναιρεσείουσα η από 2.7.2001 ανακοπή και οι από 2.6.2002 πρόσθετοι αυτής λόγοι, από δε την αναιρεσίβλητη η από 3.7.2001 ανακοπή, με αίτημα την αποβολή των καταταγέντων στον ανακοπτόμενο πίνακα δανειστών γ1 και γ2, για ολόκληρο το ποσό των 174.736.023 δραχμών ή του 1.950.084 ευρώ, στο οποίο αυτοί κατετάγησαν, κυρίως και "τυχαίως", και την κατάταξη των ανακοπτόντων μετά την αποβολή των καθών.

Η ανακοπή της αναιρεσειούσης εστρέφετο και κατά της αναιρεσιβλήτου, μη καταταγείσης στον ανακοπτόμενο πίνακα. Το διαπλαστικό αίτημα των εν λόγω ανακοπών περί μεταρρυθμίσεως του προσβαλλομένου πίνακος και της εν συνεχεία υπεισελεύσεως των ανακοπτόντων στη θέση των καθών μετά την αποβολή των, στηριζόταν στην αμφισβήτηση τόσο της υπάρξεως των αναγγελθεισών απαιτήσεών των, όσο και του υπό της διατάξεως του άρθρου 31 του Ν.1545/1985 απονεμουμένου για τις εργατικές απαιτήσεις γενικού προνομίου.

Το πρωτόδικο δικαστήριο με την υπ' αριθμ.672/2005 οριστική απόφαση διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των ως άνω ανακοπών και απέρριψε ως ανομιμοποίητη την ανακοπή της αναιρεσειούσης, κατά το μέρος που αυτή απευθυνόταν και κατά της αναιρεσιβλήτου (μη καταταγείσης) και στη συνέχεια, αφού εδέχθη την βασιμότητα των λόγων τους, δια των οποίων επλήσσετο η υπόσταση και το προνόμιο των αναγγελθεισών απαιτήσεων των καθών, ακύρωσε εν μέρει τον προσβαλλόμενο πίνακα ως προς τους καθών γ1 και γ2 και στον μεταρρυθμισθέντα πίνακα, σε ολόκληρο το ποσό των 174.736.023 δραχμών ή του ποσού του 1.950.084 ευρώ που αποδεσμεύθηκε με την αποβολή των άνω δανειστών, κατέταξε την αναιρεσίβλητη, χωρίς να απομείνει υπόλοιπο από το επιτευθέν εκπλειστηρίασμα προς ικανοποίηση της εξ 73.367,57 ευρώ απαιτήσεως της αναιρεσειούσης.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, απευθυνθείσα κατά της αναιρεσιβλήτου αιτιωμένη, με ειδικό λόγο εφέσεως, ότι, καίτοι επικαλέσθηκε και απέδειξε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι η εξ 73.367,57 ευρώ νομίμως αναγγελθείσα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο απαίτησή της ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη δια προσημειώσεως υποθήκης, εγγραφείσης πριν από την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης που εξασφάλιζε την απαίτηση για την οποία η αναιρεσίβλητη κατετάγη στον μεταρρυθμισθέντα υπό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πίνακα και ότι επομένως διέθετε προνόμιο ισχυρότερο έναντι αυτής (αναιρεσιβλήτου), δεν κατετάγη στον μεταρρυθμισθέντα πίνακα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με την αιτιολογία ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσειούσης κατά της αναιρεσιβλήτου ως παθητικώς ανομιμοποίηστη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ενώ δια του εφετηρίου προβάλλονται αιτιάσεις για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την έφεση της αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη, χωρίς να λάβει υπόψη τον υπ' αυτής προταθέντα άνω ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, αληθής υποτιθέμενος, οδηγεί στην ευδοκίμησή της και την κατάταξη της αναιρεσειούσης στον μεταρρυθμισθέντα πίνακα κατατάξεως για το προαναφερόμενο ποσό της αναγγελθείσης απαιτήσεώς της.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή τού στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου πραγματικού στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 1682/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης εκ δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 26.5.2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ