1229/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1229/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.
Full text
Απόφαση 1229 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... του Χ1 συζ. Χ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη.
Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLPHA ΒΑΝΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Γιάγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2003 ανακοπή των 1.εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" 2.Χ2, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και 3.της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1682/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1694/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει κατα την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται τριάντα ή αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των τυχόν, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.
Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, πολύ δε περισσότερο δεν επιτρέπεται η άσκηση προσθέτων λόγων ανακοπής με το, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και όχι του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή, οι πρόσθετοι δε λόγοι έφεσης συνέχονται με τα πληττόμενα με την έφεση κεφαλαία, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής είναι αυτοτελείς και καθένας εξ αυτών θεμελιώνει, ως ένσταση, ξεχωριστή ανακοπή και επομένως, αφού ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν επιτρέπεται η υποβολή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση της από το άρθρο 12 ΚΠολΔ καθιερούμενης αρχής των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτους, τους ασκηθέντες από αυτή ενώπιον του εφετείου προσθέτους λόγους ανακοπής, με το από 13.12.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, πράγματι όμως δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής κατά της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν σχετικά με τον τρόπο άσκησης προσθέτων λόγων ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ λόγoς αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών τους που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν το αποδεικτικό μέσο, όπως είναι και οι κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου η συμβολαιογράφου, επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος προς απόδειξη ή ανταπόδειξη επουσιώδους, απαραδέκτου ή μη νόμιμου ισχυρισμού του, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αυτόν, όπως τον εmκαλέστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον τρόπο προβολής αυτού και της επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός είναι ουσιώδης, κατά την παραπάνω έννοια, και αν προτάθηκε παραδεκτώς.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7/13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως εξ ανοικτού λογαριασμού, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού, για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από την λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη, δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής συμβάσεως, ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτή της εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της συμβάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 1.892 και 1.893/2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Χαλκίδη, οι οποίες ελήφθησαν νομίμως μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, και τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στο εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσής της μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της (λόγου ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που επαναφέρθηκε στο εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης) ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε υπογράψει ως εγγυήτρια την υπ' αριθμ......
παροχής πίστωσης με ανοικτό ( αλληλόχρεο) λογαριασμό στην πρωτοφειλέτρια εταιρία, με βάση και την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο τα εξής:
΄Οτι δυνάμει της υπ' αριθμ. ..... έγγραφης σύμβασης μεταξύ εταιρίας με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" και της τράπεζας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" καθολική διάδοχος της οποίας έγινε μετέπειτα η ήδη αναιρεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπουμένων, η προαναφερομένη τράπεζα χορήγησε στην παραπάνω εταιρία πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.000.000 δραχμών, για την πληρωμή του καταλοίπου της οποίας εγγυήθηκαν οι Χ2 και ο μετέπειτα αποβιώσας Χ1.
΄Οτι στη συνέχεια με τις από 21.4.1983, 4.5.1983, 18.12.1984, 9.12.1985, 2.12.1987, 13.10.1989, 21.2.1992, 27.8.1993, 1.4.1994 και 30.7.1997 πρόσθετες πράξεις το ποσό της πίστωσης προς την παραπάνω πιστούχο εταιρία αυξήθηκε σε 95.000.000 δραχμές η ήδη δε αναφεσείουσα με την από 27.8.1993 πρόσθετη πράξη και τις μετέπειτα από 1.4.1994 και 30.7.1997 εγγυήθηκε εγγράφως την πληρωμή του κατά το κλείσιμο του λογαριασμού καταλοίπου μέχρι του ποσού των 180.000.000 δραχμών, ήτοι των 528.246,5 ευρώ.
Περαιτέρω το εφετείο δέχτηκε ότι με την υπ' αριθμ. ... 0πρόσθετη πράξη, την οποία δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια η ήδη αναιρεσείουσα, το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε σε 150.000.000 δραχμές και ότι η πιστούχος εταιρία έκανε χρήση της πίστωσης μέχρι 14.11.2002, οπότε η δανείστρια τράπεζα έκλεισε το λογαριασμό, ο οποίος κατά το κλείσιμό του εμφάνιζε κατάλοιπο 464.223,11 ευρώ, με βάση δε επικυρωμένο απόσπασμα των μηχανογραφικώς τηρουμένων βιβλίων, που σύμφωνα με όρο της σύμβασης παροχής πίστωσης αποτελούσαν πλήρη απόδειξη της κίνησης του λογαριασμού, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης υπ' αριθμ.4252/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε και ήδη αναιρεσείουσα ως εγγυήτρια να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το ποσό των 464.223,11 ευρώ νομιμοτόκως Από αυτά που δέχτηκε το εφετείο προκύπτει, ότι απέρριψε τον επανεφερθέντα στο εφετείο με λόγο έφεσης από την ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό της (λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής) για ακύρωση της διαταγής πληρωμής διότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε υπογράψει ως εγγυήτρια την υπ' αριθμ. .....
πρόσθετη πράξη, δεχόμενο τον ισχυρισμό αυτό της ανακόπτουσας, πλην όμως δέχτηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε εις βάρος της ήδη αναιρεσείουσας ως εγγυήτριας προς πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού, με βάση τις εγγυήσεις αυτής που δόθηκαν εγγράφως με τις παραπάνω από 27.8.1993, 1.4.1994 και 30.7.1997 πρόσθετες πράξεις με τις οποίες η ήδη αναιρεσείουσα εγγυήθηκε για την πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού μέχρι του ποσού των 528.246,5 ευρώ και όχι την υπ' αριθμ. ....
πρόσθετη σύμβαση την οποία δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια η αναιρεσείουσα. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να απορρίψει τον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής που αυτή επανέφερε με λόγο έφεσης, χωρίς να λάβει υπόψη τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια την προαναφερόμενη υπ' αριθ. .....
πρόσθετη σύμβαση, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμεvoς, διότι όπως κρίθηκε από το εφετείο η ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται στις άνω πρόσθετες πράξεις με τις οποίες αυτή είχε εγγυηθεί την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού μέχρι του ποσού των 528.246,5 ευρώ και με βάση τις οποίες εκδόθηκε εις βάρος της η διαταγή πληρωμής και όχι στην υπ' αριθμ. ...
πρόσθετη πράξη. Δικαστική δαπάνη υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε με δήλωση (άρθρο 241 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζεται, διότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση της .... του Χ1 σύζυγο Χ2 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1.694/2006 του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ