Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence regarding promotion was irrelevant to the case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding her employment dispute. The appellant argued that the lower court ignored specific documents proving her superior qualifications and prior assignment to headquarters, which she claimed made her promotion to a directorship position abusive. The court rejected this appeal because the appellant lacked the legal right to participate in the specific competition for the director role, rendering the evidence irrelevant to the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11) KPolD; Art. 648, 281 AC: An appeal based on the failure of a court to consider evidence is inadmissible if the evidence does not have a decisive impact on the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1229 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) X.T.
Αριθμός 1229/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Τσακούλια βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο. 2) Ψ, κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1083/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7876/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 12 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου (κατά το πρώτο σκέλος του) και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Παραλλήλως το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο.
Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Παρέπεται εκ τούτου ότι στην περίπτωση αυτή, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων (όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επίλυσης τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας), οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή, από μέρους του εργοδότη, υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).
Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο παρ. 6α του Ν. 2602/1998 "Για την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", ο οποίος συμπλήρωσε τον Ν. 2271/1994, ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα Διοικητικά Συμβούλια αυτής και των θυγατρικών της καταρτίζουν ή προσαρμόζουν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, τον Οργανισμό Λειτουργίας τους (Οργανόγραμμα).
Εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από την κατάρτιση η την προσαρμογή των οργανογραμμάτων, τα Διοικητικά Συμβούλια των παραπάνω εταιρειών στελεχώνουν τις προβλεπόμενες θέσεις με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των εργαζομένων. Με τον Οργανισμό ρυθμίζονται, ιδίως, η διάρθρωση των υπηρεσιών, καθορίζονται τα οργανωτικά κλιμάκια, προσδιορίζονται οι μεταξύ τους σχέσεις και η οργανική τους σύνθεση σε προσωπικό και περιγράφονται τα προσόντα και τα καθήκοντα κάθε θέσης ιεραρχίας".
Σύμφωνα με την παράγραφο 6β εδ. α'και β'του ίδιου άρθρου, καταργούνται από την έναρξη ισχύος του Ν. 2602/1998, τα υφιστάμενα επίπεδα και οι θέσεις ιεραρχίας του προσωπικού και στον Οργανισμό καθορίζονται τα νέα επίπεδα και οι θέσεις ιεραρχίας, που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τα τέσσερα. Με το άρθρο δεύτερο του ίδιου νόμου κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου ο νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του οποίου, το Δ.Σ.
της Εταιρείας ή το εξουσιοδοτούμενο από αυτό όργανο μπορεί κατά την κρίση του να αναθέτει αξιοκρατικά, με απόφασή του, εποπτικά - διοικητικά καθήκοντα σε όσους διαθέτουν τα αναγκαία για την συγκεκριμένη θέση τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σύμφωνα με το οργανόγραμμα και ο ασκών εποπτικά - διοικητικά καθήκοντα υποχρεούται να ασκεί και τα καθήκοντα της ειδικότητας ή της θέσης του, εκτός αν απαλλαγεί ρητώς εν μέρει ή εν όλω από αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία στις 23.3.1977 με σύμβαση εργασίας, αρχικά ορισμένου χρόνου (έως τις 30.11.1977) ως έκτακτη υπάλληλος, στη συνέχεια (από 2.12.1977) ως δόκιμη υπάλληλος και τη 1.3.1978 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, υπηρετώντας έκτοτε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγομένη, η ενάγουσα απασχολήθηκε, πάντοτε ως διοικητική υπάλληλος, σε διάφορες Διευθύνσεις και συγκεκριμένα στον Σταθμό Ο.Α. της ..., στη Διεύθυνση Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως στην ... ως εκπαιδεύτρια πλήρους απασχολήσεως, στη Διεύθυνση Δυτικού Σταθμού Αθηνών ως συνοδός εδάφους και στη Γενική Διεύθυνση Πωλήσεων και Διανομής, όπου μετατέθηκε τη 1.7.1994 και υπηρετεί έκτοτε, ασκώντας από 26.9.1994 τα καθήκοντα της αντιπροσώπου πωλήσεων.
Σε εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης συνέταξε νέο οργανόγραμμα, το οποίο και επικυρώθηκε (τυπικά) με την 695/3.5.1998 απόφαση αυτού. Στη συνέχεια, για τη στελέχωση των προβλεπόμενων από το νέο οργανόγραμμα θέσεων, προκηρύχθηκε με την ΠΔΣ/3016/6956/24.7.1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης "Εσωτερικός Διαγωνισμός για τοποθέτηση Directors (Διευθυντών) και Assistant General Managers (Βοηθών Γενικών Διευθυντών)".
Στην προκήρυξη αυτή, ως πρωταρχική, βασική προϋπόθεση τέθηκε ότι "δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχει το προσωπικό της Εταιρείας, το οποίο ασκεί σήμερα ή άσκησε κατά το παρελθόν είτε καθήκοντα Διευθυντή Τομέα και άνω, είτε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας είτε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, επί τρία έτη συνολικά στα ως άνω καθήκοντα", ορίστηκε δε ακόμη στην προκήρυξη ότι η διάρκεια της θητείας στην προκηρυσσόμενη θέση είναι τριετής, ότι σε περίπτωση μη αποδοχής της θέσεως από τον επιλεγέντα ή σε περίπτωση αποχωρήσεως ή απομακρύνσεως του επιλεγέντος από την προκηρυχθείσα θέση για οποιοδήποτε λόγο, η Εταιρεία, κατά την κρίση της, επιλέγει τον τρόπο καλύψεως της θέσεως αυτής είτε με νέα προκήρυξη, είτε με ανάθεση, κατά την κρίση της, των καθηκόντων της θέσεως αυτής σε έτερο των επιτυχώς αξιολογηθέντων υποψηφίων, ο οποίος διαθέτει τα αναγκαία για τη συγκεκριμένη θέση τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (άρθρο 13 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας) και ακόμη ότι οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων θα αξιολογηθούν από επιτροπές, που θα συγκροτηθούν με απόφαση του Δ.Σ.
της Εταιρείας, οι οποίες θα βαθμολογήσουν τους υποψηφίους με βάση τα γενικά κριτήρια, που ορίζονται στο παράρτημα Β της προκηρύξεως. Από αυτά προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση της εναγομένης να θέσει στην προκήρυξη, ως βασική προϋπόθεση - κριτήριο, για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό, την τριετή προϋπηρεσία σε καθήκοντα Διευθυντή Τομέα ή Προϊσταμένου Υπηρεσίας ή Προϊσταμένου Τμήματος, αποτελεί άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και της εξουσίας που αυτό της παρέχει, να καθορίζει τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα γίνει η επιλογή μεταξύ των εργαζομένων στην επιχείρηση για την κάλυψη των θέσεων στην ανώτερη κλίμακα της ιεραρχίας, όπως είναι οι θέσεις των Διευθυντών, ώστε να επιλεγούν και να καταλάβουν τις θέσεις αυτές τα πλέον ειδικευμένα και έμπειρα στελέχη της επιχειρήσεως, με προϋπηρεσία σε θέσεις ευθύνης, προσόν το οποίο αντικειμενικά, αποτελεί εχέγγυο για την επιτυχή άσκηση των καθηκόντων τους.
Ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έθεσε στην προκήρυξη, ως προϋπόθεση - κριτήριο, την τριετή προϋπηρεσία στα προαναφερόμενα καθήκοντα με απώτερο σκοπό να στερήσει από την ενάγουσα το δικαίωμα να λάβει μέρος στον εσωτερικό διαγωνισμό, παραβιάζοντας έτσι και την απορρέουσα από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η επιτακτική ανάγκη να εξυγιανθεί η εναγομένη, σύμφωνα με τους νόμους που προαναφέρθηκαν και να υπερβεί τη σοβαρότατη κρίση, που, όπως είναι γνωστό, διέρχεται, επέβαλε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής να θέσει την επίμαχη προϋπόθεση, αποβλέποντας στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών της.
Με βάση τις παραδοχές, αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση της εναγομένης ήταν καθόλα σύννομη (Ν. 2271/94 και Ν. 2602/98) και έγκυρη, ληφθείσα στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχει σ' αυτή το διευθυντικό της δικαίωμα, όπως καθόλα έγκυρος και ισχυρός ήταν και ο διενεργηθείς εσωτερικός διαγωνισμός για την κάλυψη θέσεων Διευθυντών και Βοηθών Γενικών Διευθυντών.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: Στη θέση του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Μονάδας Εταιρικών Πόρων και Ασφάλειας, τοποθετήθηκε η συνάδελφος της ενάγουσας Ζ και στη θέση του Διευθυντή Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως της ίδιας Μονάδας ο συνάδελφός της Ψ. Η πρώτη προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 27.6.1977.
Έχει απολυτήριο λυκείου και έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια στο ΕΛΚΕΠΑ, με θέμα τη διοίκηση προσωπικού και στο Εκπαιδευτικό Κέντρο της Ο.Α., με το ίδιο θέμα, αλλά και με άλλα θέματα που έχουν σχέση με τις βασικές λειτουργίες της εταιρείας, όπως τις κρατήσεις θέσεων. Είναι κάτοχος πτυχίου της αγγλικής γλώσσας, γνωρίζει δε, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, και τη γαλλική γλώσσα.
Έχει ασκήσει καθήκοντα Υπεύθυνης Τμήματος Διοικητικής Υποστηρίξεως του Τομέα Κρατήσεων Θέσεων επί 8 μήνες, Προϊσταμένης Υπηρεσίας Διοικητικής Μέριμνας και Παροχών επί 11,5 έτη, ενώ επί 1,5 έτος ασκούσε παράλληλα με τα παραπάνω καθήκοντά της και εκείνα της Προϊσταμένης Υπηρεσίας Προσλήψεων και Μεταβολών, από δε 6.8.1996 ασκεί καθήκοντα Διευθύντριας του Τομέα Υπηρεσιακής Καταστάσεως στη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών.
Εξάλλου ο Ψ προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 17.6.1985. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς (Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης), έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές (κάτοχος Master) στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της ... και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με θέματα την ενημέρωση - εκπαίδευση στελεχών σε ζητήματα Ευρωπαϊκής Ενοποίησης από 17 Μαρτίου έως 12 Μαΐου 1997, Boeing - Αμερική τον Οκτώβριο 1996, Boeing - Τυνησία τον Νοέμβριο 1995 και χρήσης του πακέτου Microsoft Office και άλλων εμπορικών εφαρμογών.
Έχει επίσης εκπροσωπήσει επίσημα την Ολυμπιακή Αεροπορία σε διεθνείς οργανισμούς (ΙΑΤΑ, ΑΕΑ). Υπηρέτησε στη Διεύθυνση Εξυπηρετήσεως Επιβατών, στη Διεύθυνση Marketing και από το 1996 υπηρετεί στη Διεύθυνση Εμπορικού Προγραμματισμού, όπου, επί τρία συνεχή έτη, λόγω ελλείψεως Προϊσταμένου Υπηρεσίας, υπέβαλλε εισηγήσεις προς τον Διευθυντή του Τομέα Εμπορικής Έρευνας και Προγραμματισμού και εκτελούσε γενικά εργασίες, εμπίπτουσες στην αρμοδιότητα και στην ευθύνη του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Εμπορικού Προγραμματισμού.
Η ενάγουσα, απόφοιτος του Ιδιωτικού Ελληνογαλλικού Γυμνασίου Θηλέων της ..., έχει πτυχίο σπουδών Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Λυών, το οποίο έχει αναγνωρισθεί από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ). Γνωρίζει άριστα τη γαλλική γλώσσα (είναι κάτοχος διπλώματος SORΒΟΝΝΕ 3 του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης), ισχυρίζεται δε ότι γνωρίζει πολύ καλά και την αγγλική γλώσσα.
Έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια στο Εκπαιδευτικό Κέντρο της εναγομένης, με θέματα την εκπαίδευση εκπαιδευτών, την αυτόματη έκδοση εισιτηρίων, τις τηλεφωνικές πωλήσεις και άλλα, συμμετείχε στο σεμινάριο, με θέμα την εκπαίδευση εκπαιδευτών της Διεθνούς Ενώσεως Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ), στα σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων, με θέματα τη συναλλακτική ανάλυση για πωλητές, τη διατήρηση και επέκταση πελατολογίου και τις τεχνικές επαγγελματικών πωλήσεων καθώς και στο σεμινάριο της Ενώσεως Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας, με θέμα την ασφάλεια των πτήσεων.
Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς της ως εκπαιδεύτριας στη Διεύθυνση Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως, δίδαξε σε εκπαιδευτικά σεμινάρια (σύνολο ωρών διδασκαλίας 3514). Σε όλες τις προαναφερόμενες Διευθύνσεις που υπηρέτησε, απασχολήθηκε πάντοτε ως απλή διοικητική υπάλληλος και ουδέποτε ανατέθηκαν σ' αυτή διοικητικά καθήκοντα σε θέσεις ευθύνης.
Από τη σύγκριση των παρατεθέντων προσόντων της ενάγουσας και των συναδέλφων της Ζ και Ψ, δεν προκύπτει υπεροχή και μάλιστα καταφανής της ενάγουσας έναντι εκείνων ως προς τα προσόντα και την υπηρεσιακή ικανότητα και απόδοση, καθόσον η ενάγουσα υστερεί έναντι της Ζ ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ο δε Ψ υπερέχει έναντι της ενάγουσας ως προς τη θεωρητική κατάρτιση, αλλά και την εμπειρία σε θέματα διοικήσεως επιχειρήσεων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης να τοποθετήσει τη Ζ στη θέση του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της Μονάδας Εταιρικών Πόρων και Ασφάλειας και τον Ψ στη θέση του Διευθυντή Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως της ίδιας Μονάδας και όχι την αναιρεσείουσα, ανεξαρτήτως του ότι δεν αφορά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά την οργάνωση και την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης καταχρηστική.
Με τις προαναφερόμενες κρίσεις του Α) ότι η απόφαση της αναιρεσίβλητης να θέσει, ως προϋπόθεση συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό για την κάλυψη θέσεων Διευθυντών και Βοηθών Γενικών Διευθυντών, την τριετή προϋπηρεσία στα προαναφερόμενα καθήκοντα (προϋπόθεση που δεν είχε η αναιρεσείουσα), ήταν καθόλα σύννομη και έγκυρη, ληφθείσα στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχει σ' αυτή το διευθυντικό της δικαίωμα, όπως καθόλα έγκυρος και ισχυρός ήταν και ο διενεργηθείς διαγωνισμός και Β) ότι η απόφασή της να τοποθετήσει σε θέσεις Διευθυντών τη Ζ και τον Ψ και όχι την αναιρεσείουσα, δεν ήταν καταχρηστική (και συνεπώς, αναγκαίως, δεν ήταν καταχρηστική ούτε η με στοιχείο Α απόφαση), δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και εκείνες των άρθρων 5, 22 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος του) και δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι της αναιρέσεως.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πρώτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής, κατά το μέρος που στηρίζεται στην προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 6β του πρώτου άρθρου του Ν. 2602/1998.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως(κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθμό 11 (και όχι και 19 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη της αγωγής και ειδικότερα α) το δίπλωμα Διεθνούς Οργάνωσης Διοίκησης (Time Management International), β) το από 20-2-1997 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης ..., από το οποίο προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε αποσπαστεί στα κεντρικά γραφεία αυτής, ως μέλος της ομάδας εργασίας στην προσπάθεια αναδιοργάνωσής της σε συνεργασία με την εταιρεία Mc Kinsey and Company και γ) την από 28-10-1997 (με το από 7-11-1997 σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο) επαινετική για την αναιρεσείουσα επιστολή της ίδιας εταιρείας.
Τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν ειδικότερα για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η αντί αυτής τοποθέτηση των προαναφερόμενων συναδέλφων της σε θέσεις Διευθυντών ήταν καταχρηστική, διότι αυτή υπερείχε καταφανώς έναντι αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στον προαναφερόμενο διαγωνισμό και συνακόλουθα και δυνατότητα τοποθέτησης σε θέση Διευθυντή, ώστε να μπορεί να τεθεί ζήτημα συγκρίσεώς της με τους παραπάνω συναδέλφους της.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως είναι απαράδεκτος. Τέλος ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η τοποθέτηση στις ανωτέρω θέσεις διευθυντή δεν αποτελεί μισθολογική ή βαθμολογική προαγωγή ή δεν συνιστά μισθολογική παροχή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 και 281 του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για το ότι η τοποθέτηση στις άνω θέσεις δεν αποτελεί μισθολογική ή βαθμολογική προαγωγή και το Εφετείο δεν δέχεται ότι η τοποθέτηση αυτή δεν συνεπάγεται μισθολογική παροχή, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η σχετική αιτιολογία είναι πλεοναστική, αφού η κρίση του Εφετείου ότι η μη τοποθέτηση της αναιρεσείουσας σε θέση διευθυντή δεν ήταν καταχρηστική στηρίζεται πλήρως στην αιτιολογία ότι δεν είχε τις προϋποθέσεις συμμετοχής της στον άνω διαγωνισμό, ούτε υπερείχε των προαναφερόμενων συναδέλφων της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2004 αίτηση της Χ για αναίρεση της 7876/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ