Legislator Case Law & Legislation
1228/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to insufficient reasoning on land ownership and usucapion facts.

Case Number 1228/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Chamber of the Aegean Court of Appeal regarding land ownership. The State argued the lower court failed to clarify the land's status under Ottoman law and the specific requirements for usucapion. The court ruled that the appeal was inadmissible because the alleged procedural error fundamentally infringed upon the substantive judgment of the trial court, which cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191§2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957: An appeal based on a procedural defect that infringes the substantive judgment of the court of first instance is inadmissible as it cannot be reviewed by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive judgment review usucapion requirements Ottoman land law procedural defect court of first instance legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191§2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. "Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε Κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων της 3-2-1830 "περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά των εν λόγω πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, καθώς και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το Ελληνικό όμως Δημόσιο, με τις παραπάνω ρυθμίσεις, απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3-2-1830, είτε καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, είτε εγκαταλείφθηκαν, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων, από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Λόγοι όμως ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου.

Αυτό συνέβαινε γιατί τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου, αλλά ειρηνικά με την οικειοθελή υποταγή τους κατόπιν συνθηκών που συνάφθηκαν μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία συνεπώς εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα.

Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη "Διασάφηση" (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 "περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835" όπου γινόταν αναφορά στο "ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα".

Επομένως οι ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 160/2014 ΝΟΜΟΣ).

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Ειδικότερα, από τις σχετικές διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837,21 του ν.δ. της 22-4/18-5- 1926, 60 του ν. ΣΟΖ' /1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσας ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικα" και του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κ.λ.π., ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 227/2015, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 1411/2014, ΑΠ 160/2014, ΑΠ 835/2014 ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του από 16/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε δασική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος του αποτελούσε δάσος, εκτός από εκείνες για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη της Οθωμανικής Αρχής, ότι, προ της ενάρξεως του αγώνα για την ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους, ανήκαν σε ιδιώτες, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία για τα Οικονομικά, μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους από τη δημοσίευση του Βασιλικού αυτού Διατάγματος.

Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητας του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητας, της υπάρξεως της ιδιότητας του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητος επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος.

Ως δάσος κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων νοείται κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, που προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις των άρθρων 45 του Ν.4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 9 του Α.Ν. 3/1935) και 1 Α.Ν. 857/1937, 1 του Ν.Δ. 69/1969 και 3 παρ.1 και 2 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ.1 του άρθρου 1 του Ν.3208/2003: "1.

Ως δάσος νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2.

Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά". Επί πλέον, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικαί ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικαί ζώναι των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών.

Κατά δε το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, "τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, για την αποτελεσματική και διαρκή προστασία των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: ....,ε) τα δάση και οι δασικές εκτάσεις οι μη εμπίπτουσες σε οιανδήποτε των κατηγοριών α' έως και δ'.... 2.

Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων σε σχέση προς τους χώρους ανθρώπινης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται:....β) Δάση και δασικές εκτάσεις κείμενες επί ζώνης πλάτους χιλίων (1.000) μέτρων από της θαλάσσης, δι' όλας τας παρακτίους περιοχάς της Χώρας (παραλιακά δάση)" (ΑΠ 826/2018 ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, οι γεωργικώς καλλιεργούμενες και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι ευρισκόμενες επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρα ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα (περ.β'), όπως και οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, οι ευρισκόμενες επί των άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών (περ.γ').

Συνεπώς, δεν είναι δάσος έκταση άγονη και βραχώδης κατάλληλη για βοσκή και καλυπτόμενη από ποώδη και φρυγανώδη είδη και από θάμνους νανώδους μορφής που δεν μπορεί να παραγάγει δασικά προϊόντα κατόπιν δασικής εκμεταλλεύσεως (ΑΠ 519/1977 ΝοΒ 46,515) ή περιλαμβάνουσα τόσα αραιά άγρια ξυλώδη φυτά ώστε να υπολείπεται κατ' αναλογία του ενός κατά στρέμμα (βλ.

ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1291/2011, ΑΠ 1167/2011, ΕφΛαρ 700/2003 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος προϋποθέσεις, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41. 3), ν. 3 Π αν δ . ( 41. 10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3),παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Ασκηση δε νομής κατά τα ανωτέρω, έστω και χωρίς τίτλο, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως του νομέα, με διανοία κυρίου, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, ενώ καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων, τα οποία στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδεικνύονται από εκείνον που τις επικαλείται.

Εξάλλου, την ύπαρξη καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στη διαδικασία του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836, δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.

Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 11-9- 2015, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν.21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 "περι δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.

της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση, μέχρι και την 11.9.1915, έκτακτης χρησικτησίας επί δασικής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του Ν.4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής, ότι στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν.1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ.86/1969), ότι (άρθρο 58 παρ.4), μόνη η βοσκή στα δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτή ως διακατοχική πράξη.

Εξ αντιδιαστολής βέβαια συνάγεται ότι, οι από της 11- 9-1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος δεν είχαν καμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11-9-1915) δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 493/2018, ΑΠ 185/2017, ΑΠ 227/2015 ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12- 9-1915

μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22- 4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν.1539/1938 "Περί Προστασίας των δημοσίων κτημάτων",' διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων Δασικών Κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του Α.Ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008 ΝΟΜΟΣ), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.Δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 573/2015, ΑΠ 227/2015, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1249/2013 ΝΟΜΟΣ)." Προσέτι, όπως προκύπτει απ' το προαναφερόμενο Διάταγμα του 1836, περί ιδιωτικών δασών (άρθρ. 1, 3), που επέχει θέση νόμου, αναγνωρίζεται η κυριότητα, του Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από τα δάση, τα οποία πριν από την αρχή του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα είχαν, αναγνωρισθεί από τη Γραμματεία Οικονομικών, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου.

Τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν ισχύουν στις περιφέρειες των, Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 62 του ν. 998/1979. Στις περιφέρειες αυτές καθένας φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, ότι έχει δικαίωμα κυριότητος (ΑΠ 81/17).

II. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Ακόμη, κατά τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα, τα εκατέρωθεν επικληθέντα αποδεικτικά μέσα χωρίς να επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά (ΑΠ 591/20). Ωσαύτως, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως.

Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα εσφαλμένα επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Τέλος, κατά τον αρ. 19 του παραπάνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Οι λόγοι δε αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα και για έλλειψη νομικής βάσης αντίστοιχα, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οπότε οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον, η τοιαύτη κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 32/19, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, έχουν ως εξής: "Με το υπ' αριθμ…./…-8-1905 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, Γεωργίου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάρου, στις 17-8- 1905, στον τόμο … και με …, περιήλθαν στον Α. Σ. του Α., κατόπιν αγοράς από τους αδελφούς, Φ.

και Σ. Κ., τα ανήκοντα σ' αυτούς (πωλητές) κτήματα "εκ μητρικής κληρονομιάς της αποβιωσάσης μητρός των, Μ. Ζ. Κ.", περιγραφόμενα ως ακολούθως: "αγρών καλλιεργημένων και χερσαίων, όσης εκτάσεως και αν είναι, μετά των συνεχομένων αυτοίς δύο αμπέλων, εκτάσεως ζευγαριών πέντε (5) και του συνεχομένου αυτοίς βοσκοτόπου, περιέχοντος σπήλαιον και μάνδραν, όσης επίσης εκτάσεως και αν είναι, αρχίζοντος από την γωνίαν των ανωτέρω αμπέλων, διευθυνομένου μέχρι της ορθής πέτρας ευθείαν γραμμήν, μέχρι της αγροκατοικίας των κτημάτων του …, εκείθεν μέχρι της παραλίας, διευθυνόμενοι μέχρι των κτημάτων του Ι.

Σ. Ν., ήτοι μέχρι της λεγόμενης τρύπας και εκείθεν μέχρι του Σ. Κ., περιεχόντων των αγρών αγροκατοικίαν, βουστάσια, αχυρώνα, φούρνον, δύο φρέατα και εκκλησίαν τιμωμένην επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, κειμένων κατά την θέσιν "…" του Δήμου … και συνορευομένων απάντων γύρωθεν με κτήματα Δ. Κ., της εκκλησίας Εκατονταπυλιανής, Σ.

Σ., της Μονής του Αγίου Χαραλάμπους, Ι. Σ. Ν., Α. Β. και Α. Α.-Ρ.". Ο ανοπέρω Α. Σ. του Α., απεβίωσε, στις 25-6-1918, και κληρονομήθηκε από τα οκτώ τέκνα του, ήτοι τους: 1) Α. συζ. Ι. Ι., 2) Ε. συζ. Α. Τ., 3) Π. συζ. Π. Κ., 4) Μ. συζ. Η. Χ., 5) Α. θυγ. Α. Σ., 6) Α. Α. Σ., 7) Μ. Α. Σ. και 8) Γ. Α. Σ.. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Στη συνέχεια, εκ των άνω κληρονόμων, απεβίωσε, τον Σεπτέμβριο του 1927, χωρίς διαθήκη, ο Α.

Σ. και κληρονομήθηκε από τα άνω επτά αδέλφια του, στα οποία περιήλθε εξ αδιαιρέτου, εκ του άνω κληρονομιαίου ποσοστού του 1/8 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από αυτούς ποσοστό 1/56 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, η άνω εκ των συγκληρονόμων, Α. συζ. Ι. Ι., με το υπ' αριθμ…/…-12-1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου, Φραγκίσκου Σαρρή, αγόρασε το κληρονομικό μερίδιο της αδελφής της, Ε.

συζ. Α. Τ., του 1/8 εξ αδιαιρέτου εκ της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της Α. Α. Σ., εκ του οποίου πούλησε, με το υπ' αριθμ…/…-3-1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου, Δημητρίου Πολυμεροσπύρου: α) το 1/16 εξ αδιαιρέτου, στον Η. Α. Χ. και β) το υπόλοιπο 1/16 εξ αδιαιρέτου, στον Π. Γ. Κ.. Τέλος, με το υπ' αριθμ…./…-7-1935 συμβόλαιο διανομής κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου Πάρου, Μιχαήλ Παπαγεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάρου, στον τόμο ….

και με …, οι αναφερόμενοι συγκληρονόμοι και άνω αγοραστές, ήτοι: 1) Α. συζ. Ι. Ι., 2) Μ. συζ. Η. Χ., 3) Π. συζ. Π. Κ., 4) Α. θυγ. Α. Σ., 5) Μ. Α. Σ., 6) Γ. Α. Σ., 7) Η. Α. Χ., 8) Π. Γ. Κ. και 9) Ε. συζ. Α. Τ., διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του "αποβιώσαντος πατέρα τους, Α. Α. Σ.", περιγραφόμενη ως ακολούθως: "ακίνητη περιουσία, συνισταμένη εξ αγροτικών κτημάτων και αμπελώνων, μετά των εν αυτοίς αγροικιών και λοιπών παρακολουθημάτων, εκτάσεως περίπου εκατόν πεντήκοντα ζευγαριών και βοσκοτόπων, εκτάσεως περίπου τριάκοντα ζευγαριών ή όσης είναι, κειμένης στη θέση "…", της περιφέρειας της Κοινότητας Πάρου, συνορεύοντα με κτήματα, Α.

Ι. Σ., Κ. Ι. Σ., Π. Γ. Κ., Γ. Π. Κ., Ν. Χ., Σ. Σ., βοσκότοπον Ναού Εκατονταπυλιανής, Μ. χήρας Α. Β., με παραλίαν και με δημοσίας οδούς" (βλσχ και περιγραφή αυτής στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ…./…-8-1905 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, Γεωργίου Ζάνου). Η εν λόγω δε κληρονομιαία περιουσία, με το άνω συμβόλαιο, διανεμήθηκε και έλαβαν οι συμβληθέντες, κατ' έκταση και όρια, τα ακόλουθα τμήματα: 1) Η Α.

συζ. Ι. Ι. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα της, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Σ.), "α) έναν αγρόν τοιχογυρισμένον κατά το πλείστον, εκτάσεως είκοσι δύο (22) περίπου ζευγαριών, μετά του συνεχομένου του αγρού τούτου μικρού βοσκότοπου, εντός του οποίου υπάρχει αγροικία μετά πλειόνων δωματίων, περιέχοντος του αγρού δύο φρέατα και μικρή δεξαμενή, εκτάσεως του συνεχομένου τούτου βοσκότοπου όσης είναι, συνορεύοντος του αγρού τούτου μετά του βοσκότοπου προς Νότον με Ακτήν, προς Ανατολάς με Α.

Ι. Σ., με δρόμον δημόσιον, προς Βορράν με αγρόν, ον θέλει λάβει στη μερίδα του ο Η. Χ., με έτερον αγρόν όν θέλει λάβει εις το μερίδιόν του ο Π. Κ. και προς Δυσμάς με δημόσιον δρόμον. β) Εκ του βοσκοτόπου, του παρακειμένου του αγροτικού κτήματος, τμήμα εκτάσεως πέντε (5) περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύροοθεν με βοσκότοπον και αγρόν ον θέλει λάβει εις το μερίδιόν του ο Γ.

Α. Σ.ς, με βοσκότοπον και αγρόν ον θέλει λάβει εις το μερίδιόν της η Μ. Η. Χ. και με ακτήν". 2) Η Μ. συζ. Η. Χ. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα της, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Σ.): "α) έναν αγρόν τοιχογυρισμένον εν μέρει, εκτάσεως 16 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα και χέρσον μέρος και μία φίδαν, συνορεύοντα γύρωθεν....

και προς δυσμάς με βοσκότοπον ον έλαβε η Α. Ι. και με βοσκότοπο όν θέλει λάβει ή ίδια Μ. Χ. ως κατοιτέρω περιγράφεται. β) Εκ του βοσκοτόπου του παρακειμένου του αγροτικού κτήματος, τμήμα εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν με βοσκότοπον ον ήδη έλαβε εις το μερίδιόν της η Α. Ι., με όμοιον ον θέλει λάβει ο Μ.

Σ. και με ακτή". 3) Η Π. συζ. Π. Κ. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα της, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Σ.): "α) έναν αγρόν ατοιχογύριστον, εκτάσεως 10 περίπου ζευγαριών, μετά του συνεχομένου χέρσου αγρού, εκτάσεως τούτου 5 ζευγαριών (βλ τα αναφερόμενα όρια), β) έτερον αγρόν ατοιχογύριστον, εκτάσεως 7 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα μίαν φίδαν και συνορεύοντα....προς Ανατολάς με δημοσίαν οδόν, προς βοράν με οδόν ήτις ανοιγήσεται παρά των εν τω παρόντι εμφανισθέντων προς εξυπηρέτησιν αυτοίς και δια το μερίδιον ενός εκάστου το οποίον λαμβάνουσι εκ του βοσκοτόπου....και γ) εκ του βοσκοτόπου του παρακειμένου του αγροτικού κτήματος, τμήμα εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν με βοσκότοπο, ον θέλει λάβει ο Μ.

Σ., με όμοιον, ον θέλει λάβει ο Π. Κ. και με ακτή". 4) Η Ά. θυγ. Α. Σ. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα της, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Σ.): "α) έναν αγρόν τοιχογυρισμένον, προς το βόρειο μέρος, εκτάσεως 9 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα και μέρη χέρσα, συνορεύοντα..., βορείως με κτήματα κληρονόμων Ν.

Χ. και δυτικώς με δημοσίο δρόμο, β) έτερον αγρόν τοιχογυρισμένον εν τω συνόλω, εκτάσεως 7 ζευγαριών, περιέχοντα μίαν φίδαν και συνορεύοντα γύρωθεν, προς Νότον με την ανοιγησομένην οδόν προς μετάβαση εις τον βοσκότοπον, προς ανατολάς με δημοσίαν οδόν, προς βορρά με κτήματα Σ. Σ. και προς δυσμάς με αμπέλους άς θέλει λάβει η ίδια εις το μερίδιόν της, ως κατωτέρω περιγράφονται, γ) δύο αμπέλους ηνωμένας, χωριζόμενες δια τοιχίου και τοιχογυρισμένας εν τω συνόλω, εκτάσεως της μεν μίας τριών περίπου ζευγαριών, της δε ετέρας (εξαμπελίσματος ήδη), μιας ζευγαριάς, περιέχουσας δύο συκιές και συνορευομένους προς νότον με την ανοιγησομένην οδόν την άγουσα προς τον βοσκότοπον, προς ανατολάς με αγρόν όν ήδη έλαβε η ίδια, προς βορρά με αγρό Σ.

Σ. και προς Δυσμάς με βοσκότοπο ον θέλει λάβει η ίδια και με βοσκότοπο "Εκατονταπυλιανής" και δ) εκ του βοσκοτόπου του παρακειμένου του διανεμομένου δια του παρόντος κτήματος, τμήμα εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν, με βοσκότοπον, ον θέλει λάβει ο Π. Κ.....και με βοσκότοπον Ναού Εκατονταπυλιανής". 5) Ο Μ.

Α. Σ. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα του, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού του, Α. Σ.): "α) έναν αγρόν τοιχογυρισμένον, προς το νοτιοανατολικόν μέρος, εκτάσεως 14 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα Ναόν επ' ονόματι Αγ. Γεωργίου και μέρος κεχωρισμένον δια τοίχου εις δύο τεμάχια, χρησιμοποιούμενα ως κηπάρια, περιέχοντα στέρνα και φρέαρ, καθώς και έτερον τεμάχιον χέρσον, περιέχον μάρμαρα...., β) έτερον αγρόν ατοιχογύριστον, περιέχοντα τμήμα αμπέλου και μέρη χέρσα, εκτάσεως εν όλω πέντε περίπου ζευγαριών, περιέχοντα αγροικίαν, μετά βουστασίων και αχυρώνων, καθώς και μικρόν κηπάριον, όστις αγρός τέμνεται εις τρία μέρη δια δύο δημοσίων οδών, αγουσών εις θέσιν "αγγεριά" ή όπου άλλου....και γ) εκ του βοσκοτόπου του παρακειμένου του διανεμομένου δια του παρόντος αγροτικού κτήματος, τμήμα εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν, με βοσκότοπους, Μ.

Χ., Π. Κ..... και με ακτή". 6) Ο Γ. Α. Σ. (κληρονόμος κατά το 1/8 του αποβιώσαντος πατέρα του, Α. Σ. και κατά το 1/56 του αποβιώσαντος αδελφού του, Α. Σ.), "α) έναν αγρόν ατοιχογύριστον, εκτάσεως 16 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα τρία φρέατα και δεξαμενή και συνορεύοντα, νοτίως με παραθαλασσίαν, ανατολικώς με δημόσιο δρόμο, βορείως με αγρόν ον έλαβε η Ε.

Τ. και με βοσκότοπους που έλαβε η Α. Ι....και β) εκ του βοσκοτόπου του παρακειμένου του αγροτικού κτήματος, τμιήμα εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν, με βοσκότοπον, ον θέλει λάβει η Ε. Τ....., με βοσκότοπον, ον έλαβε η Α. Ι. και με ακτή". 7) Ο Η. Α. Χ., "αγοραστής του 1/16 της περιουσίας του αποβιώσαντος Α.

Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ…./…-3-1933 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Πάρου Δημητρίου Πολυμερόπουλου, εξ αγοράς παρά της Α. συζ. Ι. Ι. και τούτης κυρίας του 1/16 τούτου, δυνάμει του υπ' αριθμ…./…-12-1925 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Πάρου, Φραγκίσκου Σαρρή, εξ αγοράς παρά της Ε. συζ. Α. Τ., κληρονόμου του αποβιώσαντος Α.

Α. Σ., κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου, λαμβάνει ως κληρονομικό μερίδιο του 1/16, εις την κυριότητα και κατοχή του: α) έναν αγρόν ατοιχογύριστον, περιέχοντα μίαν αγροικίαν εξ ενός δωματίου και μέρος αμπέλου, εκτάσεως εν όλω 6 ζευγαριών, συνορεύοντα νοτίως με αγρόν, ον έλαβε εις το μερίδιον της η Α. Ι., βορειοανατολικά με δημόσια οδό...και β) έτερον αγρόν χέρσον ατοιχογύριστον, χωριζόμενον από του ανωτέρω αγρού δια δημοσίας οδού και συνορεύοντα γύρωθεν, κατ' άπασας τας πλευράς του με δημοσίας οδούς, πλην της ανατολικής πλευράς, εξ' ης συνορεύει με άμπελον Κ.

Σ.". 8) Ο Π. Γ. Κ., ""αγοραστής του 1/16 της καταληφθείσης περιουσίας του αποβιώσαντος Α. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ…./…-3-1933 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Πάρου, Δημητρίου Πολυμερόπουλου, εξ αγοράς παρά της Α. συζ. Ι. Ι. και τούτης κυρίας του 1/16 τούτου, δυνάμει του υπ' αριθμ.25196/12-12-1925 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Πάρου, Φραγκίσκου Σαρρή, εξ αγοράς παρά της Ε.

συζ. Α. Τ., κληρονόμου του αποβιώσαντος Α. Α. Σ., κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου, λαμβάνει ως κληρονομικό μερίδιο του 1/16, εις την κυριότητα και κατοχή του: α) έναν αγρόν ατοιχογύριστον εν μέρει, εκτάσεως 5 περίπου ζευγαριών

...., β) έτερον αγρόν τοιχογυρισμένον εν μέρει, διηρημένου εις δύο, εκτάσεως 5 περίπου ζευγαριών, συνορεύοντα γύρωθεν....

και δυτικά με βοσκότοπον, ον έλαβαν τα μερίδιά των οι: Μ. Σ., Π. Κ. και Μ. Χ. και με βοσκότοπον, ον θέλει λάβει εις το μερίδιο του ο Π. Κ., ως κατωτέρω περιγράφεται και γ) εκ του βοσκοτόπου, του παρακειμένου του διανεμομένου αγροτικού κτήματος, τμήμα εκτάσεως 5 περίπου ζευγαριών, συνορεύον, με κτήματα τα οποία έλαβαν εις τα μερίδια τους οι:

Π. Κ. και Α. Σ., με άμπελον Μ. χήρας Β., βοσκότοπον Ναού Εκατονταπυλιανής και με ακτή". 9) Η Ε. συζ. Α. Τ. (κληρονόμος κατά το 1/56 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Σ.), λαμβάνει: "α) έναν αγρόν τοιχογύριστον, εκτάσεως 3 περίπου ζευγαριών, περιέχοντα μίαν φίδαν και συνορεύοντα, νοτίως με παραθαλασσίαν, βορείως και ανατολικώς με αγρόν ον έλαβε εις το μερίδιο του, ο Γ.

Σ. και δυτικώς με βοσκότοπον, που λαμβάνει, ως κατωτέρω, αυτή και β) εκ του βοσκότοπου του παρακειμένου του μηνομονευθέντος κτήματος, τμήμα, εκτάσεως 1 ζευγαριάς περίπου, συνορεύον με αγρόν, ον έλαβε εις το μερίδιο της, κατά τα ανωτέρω, με αγρόν, ον έλαβε εις το μερίδιο του, ο Γ. Σ., με ακτήν και παραθαλασσίαν" (βλ σχ συμβόλαιο).

Εκ του άνω συμβολαίου συνάγεται ότι εκ του ανήκοντος στην κληρονομιαία περιουσία βοσκότοπου, που αναφέρεται ως συνολικής εκτάσεως "περίπου τριάκοντα ζευγαριών ή όσης είναι" έλαβαν οι: Α. συζ. Ι. Ι., Μ. συζ. Η. Χ., Π. συζ. Π. Κ., Α. θυγ. Α. Κ., Μ. Α. Σ., Γ. Σ., Π. Κ. και Ε. συζ. Α. Τ., αντίστοιχα τμήματα, εκτάσεως εκάστου 5 περίπου ζευγαριών (πλην της Ευτυχίας που είναι 1 περίπου ζευγαριάς) και όλα αυτά τα τμήματα έχουν αντίστοιχο όριο και ακτή (πλην του τμήματος που έλαβε η Α.).

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, το τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε η Α. Ι., συνορεύει γύρωθεν, "με βοσκότοπο και αγρό, που έλαβε ο Γ. Σ.. με βοσκότοπο και αγρό, που έλαβε η Μ. Η. Χ. και με ακτή". Το δε τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε η Μ. Χ., συνορεύει γύρωθεν, "με βοσκότοπο, που έλαβε η Α. Ι., με βοσκότοπο, που έλαβε ο Μ.

Σ. και με ακτή", ενώ το τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε ο Γ. Σ.. συνορεύει "με βοσκότοπο, που έλαβε η Ε. Τ., με αγρούς που έλαβε ο ίδιος, με βοσκότοπο, που έλαβε η Α. Ι. και με ακτή". Στη συνέχεια, η ανωτέρω, Α. χήρα Ι. Ι., πρώην χήρα Π. Ε., το γένος Α. Σ., πούλησε προς την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "Α.

Π. Ο.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "…", με το υπ' αριθμ…/…-1-1973 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, Δημητρίου Κονδύλη που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 31-3-1973, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … και με α/α …, "ένα βοσκότοπο, κείμενον στη θέση "…", της περιφερείας της Κοινότητας, τέως Δήμου, Πάρου, εκτάσεως πέντε (5) ζευγαριών και κατά γενομένην καταμέτρησιν είκοσι (20) ως έγγιστα στρεμμάτων ή όσης επί πλέον ή έλαττον εκτάσεως είναι, συνορευόμενον δε γύρωθεν, με βοσκότοπον και αγρόν, Α.

Σ., βοσκότοπον και αγρόν, Μ. Χ. και με παραλίαν, άμα δε δια του ιδίου διανεμητηρίου συμβολαίου εδόθη αυτή το δικαίωμα να αντλή ύδωρ δια τας ανάγκας της εκ του φρέατος του κειμένου εντός του παρακειμένου κτήματος του Μ. Σ.". Σε κανένα δε εκ των ανωτέρω συμβολαίων δεν επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα.

Ακολούθως, η εν λόγω αγοράστρια ενάγουσα εταιρεία, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, την από 18-5-2006 αίτηση για το χαρακτηρισμό της εν λόγω ιδιοκτησίας, προσκομίζοντας, για πρώτη φορά, και το από Μαΐου του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Σ. Ρ., σύμφωνα με το οποίο, το εν λόγω ακίνητο, που έχει συνολικό εμβαδόν 21.700 τμ, απεικονίζεται με τα κεφαλαία περιμετρικά γράμματα Θ-Ι-Ν-Ξ-Θ και συνορεύει:

βόρεια, επί πλευράς Ξ-Θ, μήκους 248,40μ, με ιδιοκτησία Α. Σ., νότια, επί πλευράς Ν-Ι, μήκους 184 μ, με ιδιοκτησία Δ. Σ., ανατολικά, επί πλευράς Θ- I, μήκους 103 μ, (όπου εικονίζεται και περιτοίχιση), με ιδιοκτησία Γ. και Ν. Χ. και δυτικά, επί πλευράς Ν-Ξ, μήκους 112μ, με παραλία". Επισημαίνεται δε ότι στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ.…/…-1- 1973 συμβόλαιο, περιγράφεται το αγορασθέν (επίδικο) ακίνητο (βοσκότοπος), να συνορεύει γύρωθεν "με βοσκότοπο και αγρό, Α.

Σ., βοσκότοπο και αγρό, Μ. Χ. και με παραλία" και στο προαναφερθέν υπ' αριθμ…/…-7-1935 συμβόλαιο διανομής κληρονομιάς, να συνορεύει, "με βοσκότοπο και αγρό (βόρεια αυτού), Γ. Σ., με βοσκότοπο και αγρό (προς δυσμάς αυτού), Μ. Η. Χ. και με ακτή". Επί της αιτήσεως αυτής, μετά από διενέργεια αυτοψίας, στις 9-6-2006, και ερμηνεία των σχετικών αεροφωτογραφιών (Α/Φ της περιοχής … έτους 1988, …, έτους 1983, … έτους 1960 και … έτους 1945), εκδόθηκε, σύμφωνα με την με αρ.πρωτ…/…-6-2006 εισήγηση του Δασονομείου Νάξου, η με αριθμ.πρωτ…/…-8-2006 Πράξη Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων (άρθρο 14 του Ν.998/79), με την οποία κρίθηκε ότι, "η εν λόγω έκταση είναι δασικής μορφής, κατά την έννοια των παρ.2 και 3 του άρθρου 3 του Ν.998/79, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν και πλέον ισχύουν με το Ν.3208/2003, γιατί δεν αναγνωρίζονται, ούτε σήμερα, ούτε στο παρελθόν, στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής, ενώ καλύπτεται από δασική θαμνώδη αυτοφυή βλάστηση (φίδες, σχίνους), σε ποσοστό άνω του 60% (60-70%), με έδαφος άγονο και πετρώδες, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ίδιας μορφής, που καταλήγει στη θάλασσα.

Σε ότι αφορά τις κατηγορίες δασών και δασικών εκτάσεων, του άρθρου 4 του άνω νόμου, υπάγεται ως προς την κατηγορία 1, στην περίπτωση (ε), ήτοι δασικές εκτάσεις μη εμπίπτουσες σε οιανδήποτε των κατηγοριών α έως και δ' ενώ ως προς την κατηγορία 2, στην περίπτωση β, ήτοι δασικές εκτάσεις κείμενες επί ζώνης πλάτους χιλίων (1.000) μέτρων από της θαλάσσης, δι' όλας τας παρακτίους περιοχάς της Χώρας (παραλιακά δάση) " (βλ σχ και την με αριθμ.

πρωτ…./…-6-2006 εισήγηση του Δασονομείου Νάξου). Η ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού κατέστη τελεσίδικη, καθώς δεν ασκήθηκαν κατ' αυτής οι προβλεπόμενες από την παρ.3 του άρθρου 14 του Ν.998/1979 αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίοίς από τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο αεροφωτογραφίες, λήψεως ετών 1945. I960 και 1998, όπως και τη σχετική εκτύπωση από το Google Earth, αποδεικνύεται ότι ολόκληρη η ευρύτερη έκταση του εν λόγω ακινήτου , στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ως άνω τμήμα , είναι πράγματι δασικής μορφής (και σε κάθε περίπτωση χορτολιβαδικής), καθόσον πρόκειται για λοφώδη επικλινή πετρώδη έκταση, με άγονο έδαφος, που καταλήγει στη θάλασσα, καλύπτεται από δασική θαμνώδη αυτοφυή βλάστηση (φίδες, σχίνους κλπ), σε ποσοστό άνω του 60% (60-70%), στην οποία δεν αναγνωρίζονται, ούτε σήμερα, ούτε στο παρελθόν, στοιχεία ανθρώπινης και αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής, η οποία, όμως, λοφώδη έκταση περιβάλλεται γύρωθεν από αγρούς .

Περί των ανωτέρω, κατέθεσε σχετικά, η εξετασθείσα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρας του εναγομένου, Ε. Γ., Δασολόγος της Δ/νσης Δασών του Ν. Κυκλάδων, αναφέροντας, από τη μελέτη των αεροφωτογραφιών και τη δορυφορική εικόνα, και τα ακόλουθα: "...κατά τις αεροφωτογραφίες του 1945, 1960 και 1996, η έκταση έχει την ίδια μορφή, είναι πάντοτε δασική, καλυμμένη με δασική βλάστηση (σχοίνα και άρκυνθος).

Το ποσοστό είναι μεγάλο, το 1960 και σήμερα είναι πάνω από 70% και το 1945 είναι από 40% και άνω. Αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης δασικής έκτασης, που είναι λοφώδης περιοχή....και συνορεύει με θάλασσα. Από τις αεροφωτογραφίες δεν φαίνεται ανθρώπινη δραστηριότητα, έχει ενιαία μορφή, είναι πετρώδες και άγονο όλο το έδαφος.

Δεν υπάρχουν άδειες βοσκής από το Δασαρχείο, ούτε ζητήθηκαν. Στην επίδικη έκταση δεν υπάρχει περιτοίχιση, ούτε ξερολιθιά. Στην ευρύτερη έκταση διακρίνεται από το 1960 μία ξερολιθιά, όχι όμως στην επίδικη.. .Το Δημόσιο δεν κάνει κάποιες πράξεις, γιατί θεωρεί ότι είναι δικό του και το διαχειρίζεται απλώς" (βλ σχ ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά).

Άλλωστε και η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση ήταν επιδεκτική καλλιέργειας, αλλά ισχυρίζεται ότι πάντα ήταν βοσκότοπος, όπως αναφέρεται και στους άνω τίτλους της, και ως τέτοιος χρησιμοποιούνταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της, πολύ πριν το 1905, για τη βοσκή των ζώων και επίσης εκμισθώνονταν σε τρίτους ως βοσκότοπος.

Στις επικαλούμενες όμως πράξεις νομής των δικαιοπάροχων της, αναφέρει και ότι αυτές συνίστατο "στην περίφραξη της έκτασης "πανταχόθεν και οριοθέτηση με ξερολιθιές, τις οποίες επισκεύαζαν και αντικαθιστούσαν με άλλες, επόπτευαν και ήλεγχαν τα περιμετρικά όρια, απαγορεύοντας την είσοδο σε τρίτους, επιτρέποντας την είσοδο μόνο σε όσους, κατά καιρούς, τη μίσθωναν".

Επί των ανωτέρω, οι καταθέσαντες, στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, άνω ένορκες βεβαιώσεις, ανέφεραν σχετικά και τα ακόλουθα: Ο Α. Σ. του Γ. (γεν. στις 4-11-1942 στην Πάρο), κάτοικος … ότι: "γνωρίζω καλά το επίδικο, διότι παλιά ανήκε στον παππού μου, Α. Σ. του Α. και το γειτονικό προς νότο ακίνητο, είναι αγρός που ανήκε στον πατέρα μου, Γ.

Σ. και σήμερα το έχει ο αδελφός μου, Δ. Σ...Το ακίνητο αυτό και όλα τα γύρω κτήματα, που συνορεύουν με αυτό, ανήκαν, από το 1905, στον παππού μου, που ήταν γεωργός και άλλα χρησιμοποιούσε για βοσκή ζώων και άλλα για καλλιέργεια. Όταν εκείνος πέθανε, τα κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, τα 8 παιδιά του και τα μοίρασαν μεταξύ τους...Το συγκεκριμένο ακίνητο, περίπου 21 στρέμματα, το πήρε η θεία μου, Α.

Ι.. Αυτή το είχε από παλιά, από πριν τα χρόνια της κατοχής, και το χρησιμοποιούσε για τη βοσκή ζώων. Επίσης, το μίσθωνε στον Μ. και Γ. Σ., πάλι για βοσκή των αιγοπροβάτων και αγελάδων, που είχαν αυτοί. Υπήρχε μάλιστα μέσα, τα χρόνια εκείνα, και μία μάντρα (αχυρώνας), για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή για τη φύλαξη των ζώων.

Υπάρχει από παλιά ξερολιθιά, που οριοθετεί το ακίνητο αυτό, στα ανατολικά, που συνορεύει με ιδιοκτησία, Μ. Χ....Είναι 21 στρέμματα περίπου και στα βόρεια συνορεύει με τον αγρό του Α. Σ. του Μ., νότια με αγρό του αδελφού μου, Δ. Σ., ανατολικά με κτήμα, Γ. και Ν. Χ. και στα δυτικά με τη θάλασσα.. .Ο παππούς μου το είχε αγοράσει από τα παιδιά του Κ., το 1905, σαν μεγαλύτερη έκταση....και αυτοί το είχαν από τη μητέρα τους, Μ., πριν από το 1900....και πριν από αυτήν η μητέρα της, Ε.

Α., το γένος Χ., δηλ, εδώ και 150 χρόνια τουλάχιστον.. .Τα γειτονικά στο επίδικο ακίνητα είναι όλα αγροί, που καλλιεργούνται με σιτηρά. Δεν υπάρχει δασική βλάστηση" (βλσχ την υπ' αριθμ…/..-5-2009 ένορκη βεβαίωση). Ο Δ. Σ. του Γ. (γεν. το έτος 1950 στην Πάρο), κάτοικος …, και ότι: "γνωρίζω το επίδικο..., πρόκειται για παλιό βοσκότοπο, που έχει έκταση περίπου 20 στρέμματα, περιφραγμένο με ξερολιθιά στα ανατολικά....Αποτελεί τμήμα μιας μεγαλύτερης έκτασης βοσκοτόπων, που ανήκε παλιά στον παππού μου, Α.

Σ. του Α. και μετά το θάνατο του κληρονομήθηκε και μοιράστηκε στα παιδιά του. Προτού μοιραστεί ήταν μια ενιαία έκταση, περίπου 100 στρέμματα, εκτείνονταν από τα κτήματα …, μέχρι την παραλία και υπήρχε μέσα μία σπηλιά και αχυρώνας, γιατί τη χρησιμοποιούσαν για βοσκή των ζώων...Το επίδικο συνορεύει, ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων, Μ.

Χ., βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Α. Σ. του Μ., νότια με το δικό μου ακίνητο και δυτικά με θάλασσα...Η θεία μου, Α. Ι., είχε παραχωρήσει τη χρήση του επιδίκου, στον πατέρα μου, Γ. Σ. και στον θείο μου, Μ. και αυτοί έβαζαν τα ζώα μέσα...Τα κτήματα αυτά και το επίδικο, εδώ και 4-5 γενιές ανήκαν σε ιδιώτες...το επίδικο, όπως και όλα τα γειτονικά σ' αυτό ακίνητα, χρησιμοποιήθηκαν από παλιά και για πολλά χρόνια (άνω των 100) από ιδιώτες, για τις ανάγκες της αγροτικής τους δραστηριότητας, σαν αυτόνομες αγροκτηνοτροφικές ιδιοκτησίες, που ήταν τότε και δεν αποτελούν δασικές εκτάσεις.

Τα τελευταία χρόνια εγκαταλείφθηκε η αγροτική δραστηριότητα στην περιοχή αυτή..." (βλσχ την υπ' αριθμ…./…-2-2011 ένορκη βεβαίωση). Η διορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας, Κ. Π., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, στις 25-4-2015, διενήργησε αυτοψία στο επίδικο ακίνητο, παρουσία του Τεχνικού Συμβούλου Ν. Γ., τοπογράφο μηχανικό, από την ΠΕΡΙ ΕΡΓΩΝ-αρχιτέκτονες Σ.

Ρ.-Τ. Μ. και τον Οκτώβριο του 2015 εκπονήθηκε επίγεια αποτύπωση, με συνεργείο 2 ατόμων και κατάλληλο τοπογραφικό εξοπλισμό (GPS), για την γεωαναφορά του επιδίκου, παρουσία εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας και των παρόδιων άνω ιδιοκτητών, Δ. και Α. Σ., οι οποίοι υπέδειξαν τα όρια του επιδίκου και όμορων ιδιοκτησιών, ενώ ζήτησε και έλαβε από το Δασονομείο Νάξου, την έκθεση αυτοψίας-φωτοερμηνείας του υπαλλήλου, Θ.

Ν., βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ…./…-8-2006 Πράξη Χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων, η οποία στις στάλθηκε με φαξ στις 26-5-2016 και επί πλέον έλαβε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, τα αναφερόμενα στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και τα άλλα αναφερόμενα τεχνικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και, το υπ' αριθμ…/..-4-2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, της συμβολαιογράφου Αμαλίας Ευθυμιάτου- Καλακώνα (συμβαλλόμενοι, Α.

Σ., πωλητής και Κ. Π. και ομόρρυθμη ενάγουσα εταιρεία, αγοραστές), το υπ' αριθμ…/…-7-2014 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Θεόδωρου Σγουμπόπουλο (συμβαλλόμενοι, Ό. Σ., πωλήτρια και η ενάγουσα εταιρεία, αγοράστρια) και το από Μαΐου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Στ. Ρ.. Με βάση όλα αυτά συνέταξε την από Μαΐου 2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνοδεύεται από τα συνταχθέντα έξι (6), από Οκτώβριο 2015, τοπογραφικά διαγράμματα, υπό στοιχεία ΣΧΕΔΙΟ Τ-1, Τ-2, Τ-3-1, Τ-3-2, Τ-3-3 και Τ-4, στην οποία αναφέρονται και τα ακόλουθα: "4.1 ΘΕΣΗ ΕΠΙΔΙΚΟΥ: 4.1.α.

Συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα (Σχέδιο Τ-1) κλίμακας 1:500, μετά από επίγεια αποτύπωση που διενεργήθηκε με εξειδικευμένο συνεργείο και κατάλληλο γεωδαιτικό εξοπλισμό (G.P.S. TRIMPLE) με σκοπό την ακριβή εξάρτηση της επιδίκου ιδιοκτησίας (τμήμα βοσκοτόπου), στο κρατικό γεωδαιτικό σύστημα συντεταγμένων-ΕΓΣΑ 87.

Όλα το επισυναπτόμενα στην παρούσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικά διαγράμματα και αεροφωτογραφίες όπως στην παράγραφο 3.3, έχουν αποδοθεί στο ίδιο γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς συντεταγμένων- ΕΓΣΑ 87, ώστε το επίδικο να απεικονίζεται στην ίδια πάντα θέση και με την ίδια ακρίβεια. Την ημέρα της επίγειας αποτύπωσης της περιοχής του επιδίκου (Οκτώβριος 2015) παρευρέθηκαν οι κύριοι Α.

Σ. του Γ. και Δ. Σ. του Γ., κληρονόμοι του Α. Α. Σ. (ο οποίος απεβίωσε 25/06/1918y, οι οποίοι κατέχουν σήμερα παρόδιες ιδιοκτησίες, συγκεκριμένα την ιδιοκτησία 1 η οποία κείται νότια του επιδίκου και απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο Σχέδιο Τ -4 ΕΦΑΡΜΟΓΗ- ΤΙΤΛΩΝ ΣΕ ΟΡΘΟΦΩΤΟΧΑΡΤΗ ΟΚΧΕ ΚΑ. 1:2000 και αποτελεί εφαρμογή του συμβολαίου γονικής παροχής υπ' αριθμ.

…./…-12-1984 (συμβαλλόμενοι Γ. Σ. (δωρητής) – Δ. Σ., συμβολαιογράφος Δημήτριος Κονδύλης). Η συνολική έκταση που αποτυπώθηκε, η οποία εμπεριέχει το επίδικο ανέρχεται σε 82 στρέμματα και αφορά τις ιδιοκτησίες 1, 2 (επίδικο) και 3, οι οποίες αποτελούν τμήματα του κληρονομητηρίου …/1935 (Σχέδιο Τ-1). Αποτυπώθηκαν οι φυσικές ξηρολιθιές της περιοχής του βοσκοτόπου οι οποίες αποτελούν και όρια ιδιοκτησιών όπως απεικονίζονται με κίτρινο χρώμα στο διάγραμμα Τ-4 ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΙΤΛΩΝ ΣΕ ΟΡΘΟΦΩΤΟΧΑΡΤΗ ΟΚΧΕ ΚΑ. 1:2000.

Όπως αναφέρεται και στην επόμενη παράγραφο η ιδιοκτησία 4 η οποία αποτελεί τη βορειότερη ιδιοκτησία του βοσκότοπου (έκτασης 30 ζευγαριών ή όση είναι), όπως αναφέρεται στο κληρονομητήριο …/1935 και στους μεταγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας. Από την απόδοση της επίγειας αποτύπωσης (Σχέδιο Τ-1) προκύπτει ότι το επίδικο ταυτίζεται σε έκταση (21.700 τμ) και σε όρια με το από Μάιου 2006, κλίμακας 1:1000, τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Σ.

Ρ. - ΠΕΡΙ ΕΡΓΩΝ, το οποίο περιλαμβάνεται στα σχετικά της δικογραφίας. Το ίδιο διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ. αναφέρεται και στην Πράξη Χαρακτηρισμού υπ' αριθμό…/…-08-2006 της Δ/νσης Δασών του Ν. Κυκλάδων Τα φυσικά στοιχεία τα οποία αποτυπώθηκαν και αναφέρονται στο (Σχέδιο Τ-1 και Τ -4) είναι: η στάνη στην ιδιοκτησία πρώην Α.

Σ. Μ., νυν Α. Π. ΟΕ και Κ. Π. (ιδιοκτησία 3 όπου αντλούσε νερό η Α. χήρα Ι. Ι. κατά τους τίτλους ιδιοκτησίας), ξηρολιθιές: βόρειο όριο ιδιοκτησιών 3 και 4, δυτικό όριο ιδιοκτησιών 1 ,2 - επίδικο και 3. Σπηλιά - τρύπα με στοιχεία Π" Δ Γ, Ε Γ, Ε 1 στο βόρειο ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας 3 , δίπλα σε πρόσβαση με αγροτικό δρόμο. 4.1.β Στο επισυναπτόμενο (Σχέδιο Τ-4) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΙΤΛΩΝ ΟΡΘΟΦΩΤΟΧΑΡΤΗ ΟΚΧΕ ΚΑ. 1:2000 τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται το επίδικο με στοιχεία Λ.Β, ...

Ω8.Ω9, το οποίο αποτελεί τμήμα (έκτασης 5 ζευγαριών ή όση είναι) της ευρύτερης κληρονομιάς βοσκοτόπου (κληρονομητηρίου …/1935, έκτασης 30 ζευγαριών ή όση είναι). Το συνολικό τμήμα του βοσκοτόπου αναφέρεται με στοιχεία (A3, Β3, Γ3, ΓΙ,.,.,ΔΙ, ΔΙ', ΕΙ', El, Zl, HI, Γ, Δ, Ε,.,.,,Ο, Π, Κ2, Λ2, Μ2, Φ, Χ, Ψ,...,Ω8, Ω9, ΟΙ, ΑΙ, Γ4, A3) και έχει εμβαδόν 160.016,58 τμ.

Περικλείεται από ξηρολιθιά στο βόρειο και ανατολικό όριο του, ενώ δυτικά συνορεύει με θάλασσα. Θεωρώντας ότι μία ζευγαριά είναι συμβατική μονάδα επιφανείας με την οποία γινόταν υπολογισμός του εμβαδού γης, που ήταν ίσο με αυτό που μπορούσαν να καλλιεργήσουν με "αροτριώντα" ζώα, συνήθως βόδια, σε μια μέρα με διακύμανση από 2στρ.

έως 4 στρ. ανάλογα με την δυσκολία του εδάφους, εφαρμόζουμε την ισοδυναμία μία ζευγαριά (1) ισούται με 4 στρέμματα υπολογίζουμε: 1) εμβαδόν βοσκοτόπου όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας υπ'αριθμ…./1905 και στο Κληρονομητήριο…/1935 είναι περίπου 160 στρέμματα, δηλαδή 160/4=40 ζευγαριές (30 ζευγαριές ή όσο είναι κατά τον τίτλο).

Εξάλλου, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας οι κληρονόμοι του Α. Α. Σ., δηλαδή οι, Α. συζ. Ι. Ι., Μ. συζ. Η. Χ., Π. συζ. Π. Κ., Α. θυγατέρα Α. Σ., Μ. Α. Σ.ς, Γ. Α. Σ.. Ε. συζ. Α. Τ. και Α. Α. Σ.ς, κληρονομούν το 1/8 του βοσκοτόπου περίπου έκαστος ή περίπου 5 ζευγαριές έκαστος. Με τα σημερινά δεδομένα η έκταση που προκύπτει είναι: 8 τμήματα επί 5 ζευγαριές / τμήμα επί 4 στρέμματα/ζευγαριά= 160 στρέμματα και 2) εμβαδόν επίδικου 21 στρ.

περίπου δηλαδή 21/4=5 ζευγαριές περίπου (ή όσο είναι κατά τίτλους). Στο ίδιο Σχέδιο Τ-4 ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΙΤΛΩΝ ΣΕ ΟΡΘΟΦΩΤΟΧΑΡΤΗ ΟΚΧΕ Κλ. 1 :2000, έγινε εφαρμογή τίτλων στο τμήμα του βοσκότοπου και συγκεκριμένα: Τμήμα 1; νυν ιδιοκτησία Δ. Σ. του Γ. (συμβόλαιο γονικής παροχής υπ' αριθμ…./…-12-1984 του συμβολαιογράφου, Δημητρίου Κονδύλη, συμβαλλόμενοι, Γ.

Σ. (δωρητής) – Δ. Σ., εμβαδόν συμβολαίου 12 στρέμματα περίπου) και προγενέστερα αυτού όπως αναφέρονται στο Σχέδιο Τ-4 (ήτοι, πρώην ιδιοκτησία Γ. Σ. του Αντωνίου-διανομή κληρονομιάς Α. Α. Σ. το 1935). Τμήμα 2 επίδικο: νυν ιδιοκτησία ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, συμβόλαιο αγοραπωλησίας υπ' αριθμ…/…-01-1973 του συμβολαιογράφου, Δημητρίου Κονδύλη (συμβαλλόμενοι, Α.

χήρα Ι. Ι.-πωλήτρια, "Α. Π. ΟΕ"-αγοράστρια) και προγενέστερα αυτού όπως αναφέρονται στο Σχέδιο Τ -4 (ήτοι, πρώην ιδιοκτησία Α. χήρας Ι. Ι., διανομή κληρονομιάς αποβιώσαντος πατρός της, Α. Α. Σ., 1935-κληρονομιά αποβιώσαντος αδελφού της, Α. Α. Σ., 1927). Κατά το άνω σχέδιο συνορεύει, νότια με το Τμήμα 1, βόρεια με το παρακάτω περιγραφόμενο Τμήμα 3, δυτικά με βραχώδη ακτογραμμή και ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.

Χ., Η. Χ. ( πρώην κληρονόμων, Μ. Χ.), από το οποίο διαχωρίζεται με ξερολιθιά. Τμήμα 3: νυν ιδιοκτησία, Κ. Π. και ενάγουσας εταιρείας "Α. Π. ΟΕ", συμβόλαιο αγοραπωλησίας υπ' αριθμ. …/…-4-2007 της συμβολαιογράφου Αμαλίας Ευθυμιάτου-Καλακώνα, εμβαδόν συμβολαίου 43.400 τμ, στο βόρειο ανατολικό άκρο του οποίου και εκτός αυτού σημειώνεται η ένδειξη "Σ." και το όμορο ακίνητο "Σ.

Κ." (συμβαλλόμενοι, Α. Σ. (πωλητής) Κ. Π. και Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α. Π. Ο.Ε." (αγοραστές), με εντός αυτού ένδειξη "Σ. και Π. Φ. Φ." και προγενέστερα αυτού όπως αναφέρονται στο Σχέδιο Τ - 4 (ήτοι, πρώην ιδιοκτησία Α. Σ. του Μ. (γονική παροχή από Μ. Σ. του Α.-1986, Μ. Σ. του Α., διανομή κληρονομιάς αποβιώσαντος πατρός του, Α.

Α. Σ., …/1935, αγορά από Μ. συζ. Η. Χ., το γένος Α. Σ., …/1939). Τμήμα 4: νυν ιδιοκτησία Π. Κ. και βορειότερα ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ. και Τμήμα 5: προέκυψε από την εφαρμογή τίτλων της, ανεξαρτήτου κληρονομητηρίου …/1935, ιδιοκτησίας … με συμβόλαιο αγοραπωλησίας υπ'αριθμ…./…-07-2014 του συμβολαιογράφου Θεόδωρου Σγουμπόπουλου, εμβαδόν συμβολαίου 44,086 τμ (συμβαλλόμενοι, Ό.

Σ., πωλήτρια - Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επώνυμα "Α. Π. ΟΕ", αγοράστρια). Η προαναφερομένη ιδιοκτησία συνορεύει νότια με όριο ξηρολιθιά με τον βοσκότοπο (Α3,Β3,Γ3,Γ1....Δ1 ,Δ 1',Ε 1',Ε 1 ,Ζ 1 ,Η 1 ,Γ,Δ,Ε....Ο,Π,Κ2,Λ2,Μ2,Φ,Χ,Ψ... Ω8,Ω9,01,Α1,Γ4,Α3) και εμβαδού 160.016,58 τμ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Σημειώνεται ότι στο Σχέδιο Τ-4: 1.

Αναφέρεται αναλυτικά το ιστορικό τίτλων και η εφαρμογή αυτών τόσο στο επίδικο όσο και στις όμορες ιδιοκτησίες. 2. Η πολυγωνική των ορίων των ιδιοκτησιών αποτελεί ακριβή εφαρμογή της πολυγωνικής των ορίων των τίτλων. 4.1.γ: Έγινε αναγωγή σε κλίμακα 1:2000 των αεροφωτογραφιών χρονολογιών 1945, 1960, 1998, με σκοπό να υπάρχει μέτρο σύγκρισης.

Οι αεροφωτογραφίες αυτές χρησιμοποιήθηκαν και στην έκθεση φωτοερμηνείας του Δασονομείου Νάξου, όπως επισυνάπτεται στην υπ' αριθμ …/…-8- 2006 Πράξη Χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων. Στις παραπάνω αεροφωτογραφίες (Σχέδια Τ-3.1, Τ-3.2 και Τ-3.3) αναφέρονται το επίδικο και οι όμορες ιδιοκτησίες. Σημειώνεται ότι σε όλες τις αεροφωτογραφίες έχουν απεικονιστεί τα όρια με ξηρολιθιά (κίτρινο χρώμα) που αποτελούν και το φυσικό όριο του βοσκοτόπου. 4.2 ΦΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΟΥ:

Όσον αφορά στη φύση του επίδικου, αποδεικνύεται και από τις αεροφωτογραφίες (Σχέδια Τ-3.1. Τ-3.2. Τ-3.3) και από τον ορθοφωτοχάρτη (Σχέδιο Τ-4), ότι παραμένει η ίδια από το 1945. Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε διαπιστώθηκαν τα κάτωθι φυσικά στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στους τίτλους ιδιοκτησίας και τα οποία αποτυπώθηκαν όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στην παράγραφο 4.1:

ξηρολιθιά κατά μήκος του ανατολικού ορίου του επιδίκου και όλου του βοσκότοπου έκτασης 160 στρεμμάτων από το νοτιότερο άκρο έως τη θέση … στο βόρειο τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας (αναφερόμενης ως ΤΜΗΜΑ 3) του Κ. Π. και "Α. Π. ΟΕ", που κείται βόρεια του επίδικου, καθώς επίσης και στο βόρειο όριο του βοσκότοπου (βόρειο όριο ιδιοκτησίας 4), ερείπια στάνης εντός της ιδιοκτησίας 3 και σπηλιά - τρύπα στο βορειοανατολικό τμήμα ιδιοκτησίας 3. 4.3 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ (ΓΠΣ) ΔΗΜΟΥ ΠΑΡΟΥ:

Στο Σχέδιο Τ-2 Γ.Π.Σ. Δήμου Πάρου (Αριθμ. Οικ…. - ΦΕΚ 14812012) αναφέρεται το επίδικο με τα στοιχεία (Α, Β, ... Ω8,Ω9) και ανήκει στην Περιοχή Ειδικής Προστασίας (Π.Ε.Π.) …, ήτοι "Προστασία Τοπίου-Περιοχές Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους". Αναλυτικά οι χρήσεις γης περιγράφονται στο υπόμνημα του Σχεδίου Τ-2, ήτοι και ότι, "στις ζώνες αυτές επιτρέπεται μόνο η ανέγερση μιας ισόγειας λιθόκτιστης κατοικίας ανά γήπεδο, με τους αναφερόμενους όρους δόμησης..".

Με βάση δε αυτά καταλήγει η πραγματογνώμονας στα ακόλουθα ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: "Εκ συνεκτιμήσεως όλων των ανωτέρω στοιχείων γνωμοδοτώ ως κάτωθι: 1. Το επίδικο έχει εμβαδόν 21.700 τμ, το οποίο ταυτίζεται με το εμβαδόν των 5 ζευγαριών του κληρονομητηρίου …/1935 και των τίτλων ιδιοκτησίας. 2. Το επίδικο έχει θέση όπως αναφέρεται στα επισυναπτόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και επισυναπτόμενες αεροφωτογραφίες, με συντεταγμένες κορυφών ορίων του τις αναγραφόμενες Σχέδιο Τ- 1. 3.

Η θέση του επιδίκου, όπως επίσης και η θέση των όμορων αυτού ιδιοκτησιών προέκυψαν από εφαρμογή τίτλων, όπως αναφέρονται στα επισυναπτόμενα σχέδια και είναι η περιγραφόμενη στους τίτλους ιδιοκτησίας και στο κληρονομητήριο …/1935 και 4) το επίδικο, με τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στις παραγράφους 5.1, 5.2 και 5.3, περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας" (βλ σχ έκθεση και συνημμένα τοπογραφικα διαγράμματα).

Πράγματι δε τα ανωτέρω αναφερόμενα ως "φυσικά στοιχεία", η ύπαρξη των οποίων διαπιστώθηκε, κατά την αυτοψία, εντός του ευρύτερου αυτού βοσκότοπου, όπως και οι περιγραφόμενες όμορες ιδιοκτησίες, ταυτοποιούνται και με τις αναφορές: α) στον αρχικό τίτλο, ήτοι στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ…/…-8-1905 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, Γεωργίου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάρου, στις 17-8-1905, στον τόμο … και με α/α …, με τον οποίο περιήλθαν στον Α.

Σ. του Α., κατόπιν αγοράς από τους αδελφούς, Φ. και Σ. Κ., τα ανήκοντα σ' αυτούς (πωλητές) κτήματα "εκ μητρικής κληρονομιάς της αποβιωσάσης μητρός των, Μ. Ζ. Κ.", περιγραφόμενα ως ακολούθως: "αγρών καλλιεργημένων και χερσαίων, όσης εκτάσεως και αν είναι, μετά των συνεχομένων αυτοίς δύο αμπέλων, εκτάσεως ζευγαριών πέντε (5) και του συνεχομένου αυτοίς βοσκοτόπου, περιέχοντος σπήλαιον και μάνδραν, όσης επίσης εκτάσεως και αν είναι, αρχίζοντος από την γωνίαν των ανωτέρω αμπέλων, διευθυνομένου μέχρι της ορθής πέτρας ευθείαν γραμμήν, μέχρι της αγροκατοικίας των κτημάτων του Β., εκείθεν μέχρι της παραλίας, διευθυνόμενοι μέχρι των κτημάτων του Ι.

Σ. Ν., ήτοι μέχρι της λεγόμενης τρύπας και εκείθεν μέχρι του Σ. Κ., περιεχόντων των αγρών αγροκατοικίαν, βουστάσια, αχυρώνα, φούρνον, δύο φρέατα και εκκλησίαν τιμωμένην επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, κειμένων κατά την θέσιν "Β." του Δήμου Πάρου και συνορευομένων απάντων γύρωθεν με κτήματα Δ. Κ., της εκκλησίας Εκατονταπυλιανής, Σ.

Σ., της Μονής του Αγίου Χαραλάμπους, Ι. Σ. Ν., Α. Β. και Α. Λ.-Ρ.". β) Με τις ανωτέρω αναφερθείσες περιγραφές των διανεμηθέντων ακινήτων στο υπ' αριθμ…/…-7-1935 συμβόλαιο διανομής κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου Πάρου, Μιχαήλ Παπαγεωργίου, εκ του οποίου συνάγεται και ότι, το τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε η Α.

Ι., συνορεύει γύρωθεν, "με βοσκότοπο και αγρό, που έλαβε ο Γ. Σ., με βοσκότοπο και αγρό, που έλαβε η Μ. Η. Χ. και με ακτή". Το δε τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε η Μ. Χ., συνορεύει γύρωθεν, "με βοσκότοπο, που έλαβε η Α. Ι., με βοσκότοπο, που έλαβε ο Μ. Σ. και με ακτή", ενώ το τμήμα (πέντε περίπου ζευγαριών) που έλαβε ο Γ.

Σ., συνορεύει "με βοσκότοπο, που έλαβε η Ε. Τ., με αγρούς που έλαβε ο ίδιος, με βοσκότοπο, που έλαβε η Α. Ι. και με ακτή". Ως εκ τούτου, δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους, η οποία μάλιστα περιβάλλεται, σύμφωνα με τους τίτλους, από άλλες ιδιοκτησίες ιδιωτών και όχι από δημόσιες εκτάσεις.

Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο, με εμβαδόν 21.700 τμ (που ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο υπ' αριθμ…./1935 διανεμητήριο συμβόλαιο εμβαδόν των 5 ζευγαριών), η θέση του οποίου και τα όρια ταυτοποιήθηκαν και από την άνω πραγματογνώμονα με την εφαρμογή των αναφερομένων τίτλων και υπό σταθερά όρια, λόγω και της φύσεως (λοφώδης έκταση) και μορφολογίας τους.

Επί πλέον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο αεροφωτογραφίες, λήψεως ετών 1945, 1960, 1983 ,1988 και 1998, όπως και τη σχετική εκτύπωση από το Google Earth, αλλά και από τις παραδοχές της άνω πραγματογνώμονος, αποδεικνύεται ότι ολόκληρη η ευρύτερη έκταση του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ως άνω τμήμα, είναι πράγματι δασικής μορφής (και σε κάθε περίπτωση χορτολιβαδικής), καθόσον πρόκειται για λοφώδη επικλινή πετρώδη έκταση, με άγονο έδαφος τα που καταλήγει στη θάλασσα, καλύπτεται από δασική θαμνώδη αυτοφυή βλάστηση (φίδες, σχίνους), σε ποσοστό άνω του 60% (60-70%) στην οποία δεν αναγνωρίζονται, ούτε σήμερα, ούτε στο παρελθόν, στοιχεία ανθρώπινης αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής.

Μάλιστα για το βόρειο τμήμα αυτής έχει εκδοθεί η με αριθμ.πρωτ…./2008 τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού, με το ίδιο, όπως και για το επίδικο τμήμα, περιεχόμενο. Άλλωστε και η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση ήταν επιδεκτική καλλιέργειας, αλλά ισχυρίζεται ότι πάντα ήταν βοσκότοπος, όπως αναφέρεται και στους άνω τίτλους της, και ως τέτοιος χρησιμοποιούνταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της, πολύ πριν το 1905, για τη βοσκή των ζώων και επίσης εκμισθώνονταν σε τρίτους ως βοσκότοπος.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του ευρύτερου και ιδίας μορφής ακινήτου (βοσκότοπου), μετά των συνεχόμενων αγρών "καλλιεργημένων και χέρσων και αμπέλων", περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Α. Σ. του Α., γεωργό, με το υπ' αριθμ…./…-8-1905 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, Γεωργίου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάρου, στις 17-8-1905, στον τόμο … και με α/α …, κατόπιν αγοράς από τους αδελφούς, Φ.

και Σ. Κ., στους οποίους περιήλθαν αυτά, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο "εκ μητρικής κληρονομιάς της αποβιωσάσης μητρός των, Μ. Ζ. Κ.", χωρίς βέβαια να αναφέρεται ο χρόνος θανάτου αυτής, όπως και ο τρόπος που περιήλθαν στην τελευταία. Αναφορικά, όμως με τα στοιχεία αυτά, οι καταθέσαντες, στις άνω ένορκες βεβαιώσεις, ανέφεραν, μετά λόγου γνώσεως, σχετικά και τα ακόλουθα:

Ο μεν Α. Σ. του Γ. (γεν. στις 4-11-1942 στην Πάρο), κάτοικος … Πάρου, αγρότης, ότι: "...Το ακίνητο αυτό και όλα τα γύρω κτήματα, που συνορεύουν με αυτό, ανήκαν, από το 1905, στον παππού μου, που ήταν γεωργός και άλλα χρησιμοποιούσε για βοσκή ζώων και άλλα για καλλιέργεια. Όταν εκείνος πέθανε, τα κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, τα 8 παιδιά του και τα μοίρασαν μεταξύ τους...Το συγκεκριμένο ακίνητο, περίπου 21 στρέμματα, το πήρε η θεία μου, Α.

Ι.. Αυτή το είχε από παλιά, από πριν τα χρόνια της κατοχής, και το χρησιμοποιούσε για τη βοσκή ζώων. Επίσης, το μίσθωνε στον Μ. και Γ. Σ., πάλι για βοσκή των αιγοπροβάτων και αγελάδων, που είχαν αυτοί. Υπήρχε μάλιστα μέσα, τα χρόνια εκείνα, και μία μάντρα (αχυρώνας), για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή για τη φύλαξη των ζώων.

Υπάρχει από παλιά ξερολιθιά, που οριοθετεί το ακίνητο αυτό, στα ανατολικά, που συνορεύει με ιδιοκτησία, Μ. Χ.....Ο παππούς μου το είχε αγοράσει από τα παιδιά του Κ., το 1905, σαν μεγαλύτερη έκταση, που περιλάμβανε και τα γειτονικά χωράφια και αμπέλια, την κατοικία και τους στάβλους, υπήρχε μάλιστα μέσα στην ιδιοκτησία αυτή και ένα εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου και εκτεινόταν αυτή από τα κτήματα του Β.

μέχρι την παραλία. Οι Κ.δες πάλι το είχαν από τη μητέρα τους, Μ. Μ. χήρα Ι. ( Ζ.) Κ., πριν από το 1900, όπως έχω ακούσει από συγγενείς μου, και πριν από αυτήν η μητέρα της, Ε. Α., το γένος Χ., δηλ. εδώ και 150 χρόνια τουλάχιστον η συγκεκριμένη έκταση ανήκει σε ιδιώτες, που τη χρησιμοποιούσαν σαν βοσκότοπο και για τις ανάγκες της κτηνοτροφικής δραστηριότητας που ασκούσαν.

Τα γειτονικά στο επίδικο ακίνητα είναι όλα αγροί, που καλλιεργούνται με σιτηρά. Δεν υπάρχει δασική βλάστηση" (βλσχ την υπ' αριθμ…/…-5-2009 ένορκη βεβαίωση). Ο δε Δ. Σ. του Γ. (γεν. το έτος 1950 στην Πάρο), κάτοικος … Πάρου, ότι: "γνωρίζω το επίδικο..., πρόκειται για παλιό βοσκότοπο, που έχει έκταση περίπου 20 στρέμματα, περιφραγμένο με ξερολιθιά στα ανατολικά....Αποτελεί τμήμα μιας μεγαλύτερης έκτασης βοσκοτόπων, που ανήκε παλιά στον παππού μου, Α.

Σ. του Α. και μετά το θάνατο του κληρονομήθηκε και μοιράστηκε στα παιδιά του. Προτού μοιραστεί ήταν μια ενιαία έκταση, περίπου 100 στρέμματα, εκτείνονταν από τα κτήματα Β., μέχρι την παραλία και υπήρχε μέσα μία σπηλιά και αχυρώνας, γιατί τη χρησιμοποιούσαν για βοσκή των ζώων...Ο παππούς μου, Α. Σ. του Α., όπως και ο πατέρας μου, Γ.

Σ., ήταν αγρότες και χρησιμοποιούσαν τα ακίνητα αυτά, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, για βοσκή ζώων που εξέτρεψαν...Ήταν δηλαδή οικογενειακά ακίνητα, που ανήκαν στην οικογένεια Σ., με νόμιμη σειρά τίτλων, που ανάγονται σε χρόνο μεγαλύτερο της εκατονταετίας. Από τον πατέρα μου έχω ακούσει ότι ο παππούς, Α.

Σ., είχε αγοράσει αυτή την ευρύτερη έκταση από κάποιους Κ.δες και αυτοί πάλι την είχαν από τη μητέρα τους, Μ. Κ. και αυτή από τη δική της μητέρα, την Ε. Χ., από κληρονομιά. Δηλαδή, ανατρέχοντας στα παλιά, τα κτήματα αυτά και το επίδικο, εδώ και τέσσερις (4) με πέντε (5) γενιές πριν, ανήκε σε ιδιώτες, οι οποίοι τα είχαν και τα χρησιμοποιούσαν για καλλιέργεια και βοσκή ζώων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα...Θέλω επίσης να τονίσω πως το επίδικο, όπως και όλα τα γειτονικά σ' αυτό ακίνητα, χρησιμοποιήθηκαν από παλιά και για πολλά χρόνια (άνω των 100) από ιδιώτες, για τις ανάγκες της αγροτικής τους δραστηριότητας, σαν αυτόνομες αγροκτηνοτροφικές ιδιοκτησίες, που ήταν τότε και δεν αποτελούν δασικές εκτάσεις. ..." (βλσχ την υπ' αριθμ…./…-2-2011 ένορκη βεβαίωση).

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι στους άνω πωλητές, "αδελφούς, Φ. και Σ. Κ.", η ευρύτερη άνω πωληθείσα έκταση, μετά του βοσκότοπου, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο, περιήλθε από κληρονομιά της, αποβιωσάσης προ του 1900, μητέρας τους , Μ. Κ., στην οποία, επίσης, περιήλθε από κληρονομιά της μητέρας της, Ε. Α., το γένος Χ..

Συνεπώς αποδεικνύεται ότι, προ του έτους 1875 και μέχρι 13-8-1905, οπότε και το επίδικο, ως τμήμα της ευρύτερης έκτασης, περιήλθε ολοκληρωτικά στον άνω αγοραστή, Α. Σ. του Α., γεωργό, όλοι οι κατά σειρά προαναφερόμενοι (απώτεροι και άμεσοι) δικαιοπάροχοι του, νεμόταν διαδοχικά και αδιαλείπτως την ευρύτερη έκταση, που περιελάμβανε, σε ενιαία έκταση και το επίδικο, με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εναγομένου-εφεσίβλητου, ασκώντας σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του (λοφώδη επικλινή και πετρώδη έκταση, με άγονο έδαφος, που καταλήγει στη θάλασσα, καλυπτόμενη από δασική θαμνώδη αυτοφυή βλάστηση (φίδες.

σχίνους), σε ποσοστό άνω του 60% (60-70%), στην οποία δεν αναγνωρίζονται, ούτε στο παρελθόν, στοιχεία ανθρώπινης αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής, όπως προαναφέρθηκε), όπως εκείνες, κυρίως και αποκλειστικά της βόσκησης, της εκτροφής και σταβλισμού ("ερείπια στάνης", στο βόρειο, όμορο με το επίδικο, τμήμα του βοσκότοπου) των ζώων τους, της κατασκευής και συντηρήσεως της περιφράξεως του (ξερολιθιάς), καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, πάντοτε και διαχρονικά ήταν περίφραχτο με σταθερά όρια ( ξερολιθιά ), αφ' ενός κατά μήκος του ανατολικού ορίου του επιδίκου και όλου του βοσκότοπου έκτασης 160 στρεμμάτων από το νοτιότερο άκρο έως τη θέση σπηλιά -τρύπα, δια της οποίας διαχωρίζονταν από τα όμορα καλλιεργήσιμα τμήματα, αφ' ετέρου στο βόρειο όμορο τμήμα του επιδίκου, καθώς επίσης και στο βόρειο όριο του βοσκότοπου, της επίβλεψης και διαφύλαξης των ορίων του, της διαδοχικής (ενιαίας) μεταβίβασής του κλπ.

Ακολούθως, από 13-8-1905, οπότε και το επίδικο, ως τμήμα της ευρύτερης έκτασης, περιήλθε ολοκληρωτικά στον άνω αγοραστή, Α. Σ. του Α., γεωργό, εξακολούθησε αυτός να νέμεται το ακίνητο αυτό με τα ίδια, όπως και οι άνω δικαιοπάροχοι του προσόντα και να ενεργεί επ αυτού τις ίδιες με εκείνους διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δυνάμει του προαναφερόμενου νόμιμου κτητικού κυριότητας τίτλου, στον οποίο περιλαμβάνονταν και το επίδικο (βοσκότοπος), συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, οπότε κατά τα αναφερόμενα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, απέκτησε την επί του βοσκότοπου αυτού κυριότητα, όπως και στην υπόλοιπη μείζονα έκταση του ευρύτερου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία, δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετούς και με καλή πίστη νομής, την οποία και συνέχισε ομοίως μέχρι και του θανάτου του στις 25-6- 1918.

Μετά δε, την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση στο πρόσωπο του, μέχρι και την 11-9-1915, έκτακτης χρησικτησίας επί της δασικής (και σε κάθε περίπτωση χορτολιβαδικής) αυτής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11-9-1915, Δασικών Κωδικών (διατάξεις του άρθρου 117 του Ν.4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. ,1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος"), σύμφωνα με τις οποίες, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής, ότι στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ.86/1969), ότι (άρθρο 58 παρ.4), μόνη η βοσκή στα δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτή ως διακατοχική πράξη.

Ακολούθως, μετά τον επισυμβάντα, στις 25-6-2018, θάνατο του ανωτέρω, Α. Σ. του Α., οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (ήτοι τα άνω οκτώ τέκνα του, μεταξύ των οποίων και η Α. συζ. Ι. Ι.), που υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχτηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμων κατά τα νόμιμα ποσοστά του εξ αδιαιρέτου ο καθένας (1/8 εξ αδιαιρέτου), από κοινού και αδιαίρετα συνέχισαν οι ίδιοι να νέμονται και το επίδικο με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη, ενεργώντας σ' αυτό τις ίδιες, όπως και ο κληρονομούμενος πατέρας τους, πράξεις νομής, οπότε, τον Σεπτέμβριο του 1927, απεβίοοσε, χωρίς διαθήκη, ο εκ των άνω συγκληρονόμων, Α.

Σ. και κληρονομήθηκε από τα άνω επτά αδέλφια του, στα οποία περιήλθε εξ αδιαιρέτου, εκ του άνω κληρονομιαίου ποσοστού του 1/8 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από αυτούς ποσοστό 1/56 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, η άνω εκ των συγκληρονόμων, Α. συζ. Ι. Ι., με το υπ' αριθμ…/…-12-1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου, Φραγκίσκου Σαρρή, αγόρασε το κληρονομικό μερίδιο της αδελφής της, Ε.

συζ. Α. Τ.. του 1/8 εξ αδιαιρέτου εκ της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της Α. Α. Σ., εκ του οποίου πούλησε, με το υπ' αριθμ…./…-3-1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου, Δημητρίου Πολυμεροσπύρου: α) το 1/16 εξ αδιαιρέτου, στον Η. Α. Χ. και β) το υπόλοιπο 1/16 εξ αδιαιρέτου, στον Π. Γ. Κ.. Και όλα αυτά, μέχρι που, με το, νόμιμα μεταγραμμένο, υπ' αριθμ…/…-7-1935 συμβόλαιο διανομής κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου Πάρου, Μιχαήλ Παπαγεωργίου, οι αναφερόμενοι άνω συγκληρονόμοι και αγοραστές, διένειμαν την περιγραφόμενη κληρονομιαία περιουσία του "αποβιώσαντος πατέρα τους, Α.

Α. Σ." και έτσι, έκτοτε, περιήλθε το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας-εκκαλούσας εταιρείας, Α. συζ. Ι. Ι., ως διαιρετό τμήμα του ευρύτερου, διανεμηθέντος επίσης, βοσκότοπου "του παρακειμένου του αγροτικού κτήματος, εκτάσεως πέντε (5) περίπου ζευγαριών, συνορεύον γύρωθεν με βοσκότοπο και αγρόν ον θέλει λάβει εις το μερίδιο του ο Γ.

Α. Σ.ς, με βοσκότοπο και αγρόν ον θέλει λάβει εις το μερίδιο της η Μ. Η. Χ. και με ακτή", έχοντας, με το ίδιο διανεμητήριο συμβόλαιο, το δικαίωμα, όπως και υπόλοιποι, "να αντλεί ύδωρ για τις ανάγκες της εκ του φρέατος του κειμένου εντός του παρακειμένου κτήματος του Μ. Σ." και επί πλέον "ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν τοίχους, όπως χωρίσουν έκαστος το περιελθόν μερίδιο, όπερ ήδη είναι κεχωρισμένα δια σημείων, των οποίων έχουσι γνώση πάντες οι συμβληθέντες (τεθέντων των σημείων τούτων παρ' αυτών τούτων), βάσει των οποίων εγένετο και η παρούσα διανομή".

Έκτοτε αυτή συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο αυτό ακίνητο, ως βοσκότοπο, με τα ίδια όπως και οι άνω δικαιοπάροχοι της προσόντα, με διάνοια κυρίας, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη (μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στις 23-2-1946, αλλά και έκτοτε), δυνάμει και του άνω κτητικού τίτλου, ενεργώντας σ' αυτό τις ίδιες πράξεις που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι της και ειδικότερα της επίβλεψης και διαφύλαξης των ορίων του, της συντηρήσεως της περιφράξεως του (ξερολιθιάς), της βόσκησης, της εκτροφής και σταβλισμού των ζώων της, αλλά και δια παραχωρήσεως του δικαιώματος αυτούς στα αδέλφια της, όμορους αντίστοιχα συνιδιοκτήτες (βλσχ ένορκες βεβαιώσεις), μέχρι και 12-1-1973, οπότε με το υπ' αριθμ… συμβόλαιο, το πούλησε προς την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, περιγραφόμενο ως: "ένας βοσκότοπο, κείμενος στη θέση "…", της περιφερείας της Κοινότητας, τέως Δήμου, Πάρου, εκτάσεως πέντε (5) ζευγαριών και κατά γενομένη καταμέτρηση είκοσι (20) ως έγγιστα στρεμμάτων ή όσης επί πλέον ή έλαττον εκτάσεως είναι, συνορευόμενος δε γύρωθεν, με βοσκότοπο και αγρό, Α.

Σ., βοσκότοπο και αγρό, Μ. Χ. και με παραλία, άμα δε δια του ιδίου διανεμητηρίου συμβολαίου εδόθη αυτή το δικαίωμα να αντλή ύδωρ δια τας ανάγκας της εκ του φρέατος του κειμένου εντός του παρακειμένου κτήματος του Μ. Σ.". Έκτοτε της κατοχής και νομής του επιδίκου ακινήτου επιλήφθηκε η ενάγουσα (αγοράστρια), η οποία δια των νομίμων εκπροσώπων και οργάνων της, συνέχισε να ασκεί, με διανοία κυρίου και καλή πίστη, δυνάμει του άνω κτητικού της τίτλου, την ανωτέρω ανεπίληπτη νομή της δικαιοπαρόχου της, επιβλέποντας και διαφυλάσσοντας τα όρια του ακινήτου της, τοπογραφώντας αυτό, υποβάλλουσα δηλώσεις στις αρμόδιες φορολογικές αρχές και καταβάλλοντας τους οικείους φόρους, υποβάλλοντας αιτήσεις στις αρμόδιες Δασικές Υπηρεσίες κλπ.

Η συνεχής διακατοχή, μάλιστα, του επιδίκου ακινήτου από τους (απώτατους, απώτερους και άμεση) δικαιοπαρόχους της, επιβεβαιώνεται και από τις, περιλαμβανόμενες στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, καταθέσεις των εξετασθέντων, Α. Σ. του Γ. και Δ. Σ. του Γ., οι οποίοι βεβαίωσαν με σαφήνεια, πληρότητα και μετά λόγου γνώσεως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ως ανήκοντες στην οικογένεια Σ., κάτοικοι της ίδιας περιοχής και ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων.

Όλοι δε οι παραπάνω αναφερόμενοι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά το επίδικο ακίνητο (αρχικά σε ευρύτερη έκταση), ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι, με την προσμέτρηση στη νομή επ' αυτού καθενός από αυτούς και της νομής του προηγούμενου και τέλος με την προσμέτρηση της νομής όλων αυτών (δικαιοπαρόχων της) στη δική της νομή επ αυτού, τουλάχιστον από το έτος 1875 και για χρονικό διάστημα άνω των 100 ετών, όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του.

Όλες δε αυτές τις διακατοχικές πράξεις τις ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο-εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό και το οποίο Ελληνικό δημόσιο, αντιθέτως, θεωρώντας την ειρημένη έκταση ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε σιωπηρώς αντίστοιχα τους ανωτέρω ως ιδιοκτήτες της έκτασης αυτής, εισπράττοντας μάλιστα τους αναλογούντες φόρους και για τις συντελεσθείσες διαδοχικές μεταβιβάσεις της εκτάσεως αυτής, μέχρι που, για πρώτη φορά, μετά την υποβολή από την εν λόγω αγοράστρια ενάγουσα εταιρεία, προς τη Διεύθυνση Δασών Ν.

Κυκλάδων, της από 18-5-2006 αίτησης για το χαρακτηρισμό της εν λόγω ιδιοκτησίας, βάσει του προσκομισθέντος από Μαΐου του 2006 τοπογραφικού διαγράμματος, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Σ. Ρ., συνολικής εκτάσεως 21.700 τμ, δια της εκδοθείσας με αριθμ.πρωτ…/…-8-2006 Πράξης Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων (άρθρο 14 του Ν.998/79), της γνωστοποίησε ότι, "η εν λόγω έκταση είναι δασικής μορφής, κατά την έννοια των παρ.2 και 3 του άρθρου 3 του Ν.998/79, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν και πλέον ισχύουν με το Ν.3208/2003", αμφισβητώντας έτσι την κυριότητά της επ' αυτής.

Αντιδρώντας μάλιστα, άμεσα η ενάγουσα, άσκησε αρχικά, μετά την από 20-2-2007 Αίτηση Θεραπείας (άρθρο 8 του Ν. 1539/1938), κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, την, με όμοιο περιεχόμενο, από 20-9-2007 (αριθμ.εκθ.καταθ. 213/28 -9-2007) αγωγή αναγνωριστική κυριότητας, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, κατά τη συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της ένδικης από 12-3-2010 (αριθμ.εκθ.καταθ. 65/15-3-2010) αγωγής.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 21.700 τμ, όπως απεικονίζεται και στο συνημμένο στην αγωγή, από Μαΐου του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Σ. Ρ., όχι μόνο με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν προσμέτρησης στο δικό της αντίστοιχα χρόνο νομής και του απαιτουμένου προς τούτο χρόνου της με τα ίδια προσόντα νομής αντίστοιχα της άμεσης και απώτερων δικαιοπαρόχων της.

Αντίθετα, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκαν οι προβληθέντες στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναλαμβανόμενοι στην παρούσα δια των προτάσεών του, ισχυρισμοί του περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Συγκεκριμένα, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, ισχυρίζεται ότι την κυριότητα του ακινήτου αυτού, ως τμήμα ευρύτερης διαχρονικά δασικής έκτασης, απέκτησε το ίδιο: α) δυνάμει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του 1930 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, καθόσον ως δημόσια γαία, αποτελούσε ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, που καταλήφθηκε και δημοσιεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και δεν δεσπόζονταν πριν και μετά τον αγώνα αυτό, ως επίσης και κατά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, από οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, β) άλλως ότι το επίδικο ακίνητο, ενόψει της "αείποτε δασικής του μορφής", περιήλθε στην κυριότητά του ως δασικό τμήμα, κατά τις διατάξεις του Β.Δ/'τος της 17/29-11-1936, γ) άλλως ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν.

της 21-6/10-7-1837, δ) άλλως ως λειβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος της 3/15-12-1833 και ε) άλλως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως ως αδέσποτα κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 Νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων".

Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, εφόσον, υπό τις άνω παραδοχές, αποδείχθηκε ότι ναι μεν το επίδικο ακίνητο, αποτελούσε διαχρονικά και αποτελεί τμήμα της ευρύτερης δασικής και οπωσδήποτε χορτολιβαδικής έκτασης, ήτοι δημόσια γαία, η τυχόν, όμως, προϋπάρχουσα επ' αυτού κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, κτηθείσα πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) στις 3-2-1830, κατά την ημέρα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη που προηγήθηκε Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 1832 και το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα, καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ., δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετούς και με καλή πίστη νομής, του απώτατου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Α.

Σ. του Αθανασίου, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό στον αντίστοιχο χρόνο νομής του και εκείνο των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχαν γίνει με νόμιμο τρόπο αντίστοιχα καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών, η δε έκτακτη αυτή χρησικτησία, όπως προαναφέρθηκε, χωρεί και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από την μορφολογία του εδάφους τους.

Μετά δε, την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση στο πρόσωπο του, μέχρι και την 11-9-1915, έκτακτης χρησικτησίας επί της δασικής (και σε κάθε περίπτωση χορτολιβαδικής) αυτής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11-9-1915, Δασικών Κωδίκων, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-1 1- 1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 582/2018, ΑΠ 1753/2017,ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013 ΝΟΜΟΣ).

Επί πλέον, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν αείποτε αδέσποτη ή κατέστη σ" κάποια χρονική στιγμή αδέσποτη, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, είτε μετά, αφού, όπως αποδείχθηκε και την επίδικη εδαφική έκταση, τουλάχιστον από προ του έτους 1875 τη δέσποζαν συνεχώς διανοία κυρίου οι δικαιοπάροχοι (απώτεροι και απώτατοι) της ενάγουσας.

Τέλος και εν όψει των προαναφερόμενων αποδεικτικών παραδοχών για την εκ μέρους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της συνεχή και αδιακώλυτη νομή επί του επιδίκου ακινήτου με διανοία κυρίου με καλή πίστη, τουλάχιστον από προ του έτους 1875, και με βάση τους προαναφερόμενους κατά ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους, ευθέως και εκ του πράγματος αποκλείεται οποιουδήποτε επ' αυτών διακατοχική πράξη από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνακόλουθα, η ένδικη από 12-3-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 65/15-3-2010) αναγνωριστική αγωγή, κριθείσα πρωτοδίκως παραδεκτή και νόμιμη, με βάση τις ως άνω παραδοχές, αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη.

Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή και ως κατ' ουσίαν βάσιμης της κριθείσας νόμιμης ένστασης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, "περί ιδίας κυριότητας επί της εν λόγω δασικής έκτασης, που δεν αναγνωρίστηκε κάποιος ως κύριος αυτής, εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του Β.Δ/τος της 17-11-1836", υπό τις παρατιθέμενες αιτιολογίες ότι: "εφόσον δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα η άσκηση συνεχούς τριακονταετούς νομής, με καλή πίστη των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο μέχρι 11-9-1915, χωρίς να ενδιαφέρει η ασκηθείσα νομή μετά το χρόνο αυτό, τούτο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά παραδοχή της άνω ένστασης ιδίας κυριότητας ως κατ' ουσίαν βάσιμης", χωρίς, κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να ασχοληθεί με τους προβληθέντες από το εναγόμενο υπόλοιπους άνω ισχυρισμούς.

Ως εκ τούτου, κατά παραδοχή των σχετικών βάσιμων λόγων της κρινόμενης εφέσεως, όπως και της τελευταίας, ως ουσιαστικά βάσιμης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε (και) κατ' ουσίαν, την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 71/11 οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Σύρου που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αναγνωριστική αγωγή της για ακίνητο στη νήσο Πάρο και δέχθηκε την αγωγή αυτή.

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον επιρρίπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως εκ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των μνημονευόμενων στη νομική σκέψη ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρονται στην κατά τα ως άνω τεκμαρτή κυριότητα του αναιρεσείοντος επί των δασών, δασικών εκτάσεων και βοσκοτόπων, όπως ειδικότερα ο λόγος αναπτύσσεται στο αναιρετήριο.

Εν τούτοις, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης καταδεικνύεται ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες αυτές τις προειπωθείσες ουσιαστικές διατάξεις καθόλες τους τις προϋποθέσεις, και γιαυτό ο λόγος είναι αβάσιμος. Προσέτι, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 13 του άνω άρθρου, διότι, κατ' αυτό, παραβίασε τους κανόνες, για το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού, όντως ισχυρίζεται, η έχουσα το βάρος απόδειξης αναιρεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό υπό τα δεδομένα ότι ο απώτατος τίτλος της ανάγεται στο έτος 1905 με το …/1905 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Ο λόγος είναι αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται και δη επιτυχώς και η παραδοχή του Εφετείου περί έκτακτης χρησικτησίας των απωτέρων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, η οποία (χρησικτησία) αφετηριάζεται προ του έτους 1875, κατά τα άνω εκτιθέμενα και με τα προσόντα της οποίας είχαν καταχυρώσει την ιδιοκτησία των επιδίκων.

Ο δε Α. Σ. που με το άνω συμβόλαιο είχε αγοράσει από τους Φρ. και Σπ. Κ., κατά τα ως άνω έγινε κύριος (και αυτός) με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρωθείσα έως και 11.9.1915, αφού ο ίδιος εξακολούθησε να νέμεται τα επίδικα, όπως όλοι οι δικαιοπάροχοι του με καλή πίστη, οπότε είχε συμπληρωθεί (και υπερκερασθεί) η απαιτούμενα 30ετία, κατά τα δεκτά γενόμενα που στηρίζουν το διατακτικό.

Ωσαύτως, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον διατείνεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ, διότι δεν προκύπτει αναμφίβολο, ότι έλαβε υπόψη την …./2006 εισήγηση - έκθεση αυτοψίας του δασολόγου της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων Μ. Κ. και του δασοπόνου Θ. Ν. του Δασονομείου Νάξου μαζί με την έκθεση φωτοερμηνείας τους, τους ορθοφωτοχάρτες ετών 1945 και 1960, την εικόνα google earth 1998, καθώς και την κατάθεση της μαρτυρά του (αναιρεσείοντος) Ε.

Γ. ενώπιον του, Πρωτοδικείου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί τόσο από την αρχή του πορίσματος όσο και από τις παραδοχές καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Με τον τέταρτο, (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον επιρρίπτει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες για τους ισχυρισμούς του, ότι:

α) απέκτησε τα επίδικα εδαφικά τμήματα κατά κυριότητα δικαιώματι πολέμου, β) για το χαρακτήρα ως δασικής μορφής των επιδίκων και γ) για τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησίας της ίδιας και των δικαιοπαρόχων της. Όμως, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη: "α) σε ποιόν ανήκε η κυριότητα των επίδικων εδαφικών εκτάσεων πριν την κατάρτιση του προαναφερομένων συμβολαίων, τα οποία εξικνούνται μέχρι του έτους 1905, β) ποια n μορφολογική κατάσταση του ακινήτου, δηλ, επρόκειτο περί δημόσιας γαίας (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση) ή γαίας καθαρής ιδιοκτησίας (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και στη συνέχεια, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ.

της 3/15.12.1833, γ) ποιο ακριβώς ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) που είγε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους απώτερους δικαιοπαρόχους της αντιδίκου και με ποιόν τρόπο μετεξελίχθη αυτό στη συνέχεια σε δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων και δ) εάν οι δικαιοπάροχοι της αντιδίκου είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα (30) χρόνια μέχρι τις 12.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και είχαν καταστεί ή όχι κύριοι με βάση τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.• Επιπλέον, με την προαναφερθείσα κρίση, το δικάσαν Εφετείο, με ανεπαρκή αιτιολογία εκλαμβάνει ότι η αναιρεσίβλητη, απέκτησε κυριότητα στα επίδικα με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις.

Τούτο διότι, ναι μεν δέχεται ότι για τη θεμελίωση αυτής είναι απαραίτητη η τριακονταετής άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη πριν την 11.9.1915, και άρα τουλάχιστον από την 11.9.1885, εντούτοις, εκλαμβάνει ότι αυτή είχε ορθώς συμπληρωθεί, διότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι, τουλάχιστον από το έτος 1875 και για χρονικό διάστημα άνω των 100 ετών, διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του, ήτοι βοσκή ζώων.

Τούτο δε δίχως να διευκρινίζει πως έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα και κυρίως από πού προκύπτει ότι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου τουλάχιστον από το έτος 1875." Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στο ηττώμενο αναιρεσείον (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 32/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ