Legislator Case Law & Legislation
1228/2016 AI generated

1228/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1228/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1228/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties late payment of fees payment of monetary claim enforcement of monetary penalties debt payment damages payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1228/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την δήλωση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου J. M. S. J. του J., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζαννετή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.47253/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2016, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29 Φεβρουαρίου 2016 δήλωση αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 332/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν.1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους.

Το άρθρο αυτό (25 του ν.1882/1990) ακολούθως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν.2523/1997, με το οποίο αφ' ενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής.

Εν συνεχεία η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως το άνω άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 34 του ν.3220/2004 (ΦΕΚ Α'15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αυτή αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επιδίκων χρεών, 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο εισπράξεώς τους, ορισθέντος, ότι είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθησαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθησαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1.

Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Επακολούθησε ο ν. 3943/2011 με το άρθρο 3 του οποίου αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίσθηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφ' όσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Ακολούθως εξεδόθη ο ν.4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με το άρθρο 20 του οποίου η παραγρ. 1 του άρθρου 25 του ν.1882/1990 αντικατεστάθη ως εξής. "1.

Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό "των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ".

β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό "των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Τέλος με το άρθρο 8 του ν.4337/17-10-2015 προσετέθη νέο Κεφάλαιο δωδέκατο στο ν.4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 του οποίου ορίσθη ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α) και β), αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα.".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω προκύπτει, ότι μετά την τελευταία αυτή νομοθετική μεταβολή, η οποία είχε επέλθει κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, (7-12-2015), μόνον η πράξη της μη καταβολής χρεών συνολικού ποσού έως 100.000 ευρώ και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, η οποία έχει τελεσθεί έως την 17-10-2015 από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή για την οποίαν ευθύνονται αυτά, κατέστη ανέγκλητη.

Προκύπτει επίσης, ότι ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος αυτού της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είναι η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο καταβολής εκάστου χρέους, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφ' άπαξ και από το χρόνο καταβολής και της τελευταίας δόσης, όταν αυτό είναι καταβλητέο σε δόσεις (ΑΠ 866/2016, ΑΠ 1136/2013).

Περαιτέρω, επειδή οι διατάξεις του άρθρου 168 παρ.1 του ΚΠΔ είναι ατελείς, αφού καθορίζουν μόνον πώς γίνεται ο υπολογισμός της προθεσμίας που ορίζεται σε ημέρες και όχι και αυτής που υπολογίζεται σε μήνες, για την κάλυψη του κενού αυτού τυγχάνει αναλόγου εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "η προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, και αν δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία, τότε υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, επίσης, αναλόγως, η προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία αυτής (ΑΠ 386/2011). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/08, ΑΠ 553/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τον κήρυξε ένοχο της πράξης μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών.

Δέχθηκε, ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σκεπτικό τα εξής, επί λέξει: "ο κατηγορούμενος στην …στις 30-6-2008 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 120.000 €.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Κηφισίας ένα πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων ποσού 350.000 €, το οποίο μετά τις προσαυξήσεις ποσού 22.400 €, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 372.400 €, και έπρεπε να το καταβάλει εφάπαξ μέχρι τις 29-2-2008, αυτός καθυστέρησε την πληρωμή του ανωτέρω ποσού μέχρι και τις 30-6-2008.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν έχει λάβει χώρα η παράβαση, επειδή η πράξη για την οποία του επιβλήθηκε το ανωτέρω πρόστιμο έχει υποπέσει σε παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή η επιβολή του προστίμου είναι διοικητική πράξη, η δε μη πληρωμή του για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που το χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο είναι αυτοτελής πράξη, που δεν τελεί σε συνάφεια με το αξιόποινο της πράξης για την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο, ώστε σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης αυτής να συμπαρασύρεται και το αξιόποινο της πράξης της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο.".

Στην συνέχεια στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, επί λέξει: "στη…, στις 30-6-2008 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Κηφισιάς διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 2-7-2008 μηνυτήρια αναφορά του μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ , ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 327.400 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ως άνω άρθρων 25 παρ. 1 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν.3220/2004 και το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε.

Ειδικώς δε, καθ' όσον αφορά τον χρόνο τελέσεως του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο δέχθηκε ρητώς και σαφώς, τόσον στο σκεπτικό όσον και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ότι ο τελευταίος με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή του εκ 327.000 ευρώ ληξιπροθέσμου χρέους του προς το Δημόσιο, το οποίο ήταν καταβλητέο εφ' άπαξ την 29-2-2008, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, όπως ορίζεται από τις προαναφερόμενες και εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση σχετικές διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως ισχύει μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν.3220/2004, σε συνδυασμό με εκείνες (διατάξεις) των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προσδιορίζοντας έτσι τον χρόνο τελέσεώς του σε εκείνον μετά την πάροδο της εβδόμης (7η) βραδυνής ώρας της τελευταίας ημέρας της ανωτέρω τετραμήνου προθεσμίας, η όποια άρχισε την 1-3-2008, που ήταν η επομένη ημέρα της 29-2-2008, κατά την οποίαν το χρέος αυτό ήταν καταβλητέο εφάπαξ.

Εν όψει τούτου δεν απητείτο άλλη αναφορά και ειδικώς της αριθμητικής ημέρας συγκεκριμένου μηνός τελέσεως του αδικήματος αυτού. Επομένως, η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση της ημερομηνίας 30-6-2008, ως ημέρας τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος, εγένετο από το δικαστήριο κατά προδήλως εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό, αντί του ορθού 1-7-2008 και δεν συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, κατά την προαναφερομένη έννοια.

Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων καθ' όσον αφορά τον χρόνο τελέσεως από τον κατηγορούμενο της προαναφερόμενης αξιοποίνου αυτής πράξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (ΑΠ 791/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος στο στάδιο της αγορεύσεώς τους για την ενοχή του, ζήτησαν "την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του ΠΚ". Όπως, όμως, προβλήθηκαν οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί ήταν παντελώς αόριστοι, αφού αναφέρονται απλώς οι νομικές διατάξεις, που προβλέπουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις χωρίς, επίσης παντελώς, να γίνεται επίκληση περιστατικών.

Παρ' όλα αυτά στους ισχυρισμούς αυτούς το δικαστήριο απάντησε και τους απέρριψε με την αιτιολογία, την οποίαν δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει λόγω της αοριστίας τους, ότι "...από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι τη διάπραξη της ως άνω πράξης έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε αρκεί γι' αυτό μόνο η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας ή η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.

Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' Π.Κ.....". Ως εκ τούτων και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη αρχή της παρούσης σκέψεως, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 26-2-2016 δήλωση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την επιδοθείσα την 29-2-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από 26-2-2016 με αριθμό Γενικού Πρωτ. ... δήλωση του J. M. S. J. του J., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47253/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ