Legislator Case Law & Legislation
1228/2014 AI generated

1228/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1228/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

1228/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτόν, που συνδέεται με σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, να ερευνηθούν ακολούθως οι λόγοι της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
instalment payment agreement debt payment late payment of fees consignment of debt social contribution debt outstanding balance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK",, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταμαμίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΔΕΡΑ Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Ι. Γ. Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νασιόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 78/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουλίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου που παρέστη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 78/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 7.10.2013, κατά την οποία με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκε να παραστεί και η πρώτη αναιρεσίβλητη.

Προς το σκοπό αυτό η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την ίδια υπ' αριθ. 10689 Κ'/15.11.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 8 την παραπάνω δικάσιμο της 7.10.2013 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1γ, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 10.3.2014, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα, να παραστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1 περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/ 2001, ΑΠ 162/1997, 1470/2003), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση απ' αυτόν ή από τον αντίδικό του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1 εδ.β περ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 65/2006, 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αίτησης αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα, κατά παράλειψη δηλαδή της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης δικηγόρος έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 78/1999, 1983/2006).

Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ. 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνον από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.

Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 992/1997, 1086/2013, 179/2014).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των άρθρ. 74, 75 και 76§§1&4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη, είναι αντίστοιχα ως προς τους ίδιους προσβλητή έκτοτε και με αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.

Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 2022/2006), αφού διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που κρίθηκε ήδη από τον Άρειο Πάγο για έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους να πρέπει να επανακριθεί για τον ίδιο στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης άλλου ομοδίκου, αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (άρθρ. 76§4 ΚΠολΔ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 78/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων δέχθηκε την από 14.11.2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 206/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, με την οποία ερήμην και πάλι της πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων απορρίφθηκε ως αόριστη η από 23.5.2006 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε ακολούθως και η ίδια η εφετειακή απόφαση ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και στην ουσία ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο την ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι η πρώτη των αντιδίκων της, στην οποία χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού του 1.700.000 ευρώ, ευθύνεται έναντι αυτής για την εξόφληση του καταλοίπου που προέκυψε από τη λειτουργία και το οριστικό κλείσιμο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εν λόγω αντίδικός της να της καταβάλει νομιμοτόκως το κατάλοιπο των 408.188,06 ευρώ, εις ολόκληρο κατά το μέρος των 43.091,76 ευρώ με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ισχυριζόμενη ότι στο ποσό αυτό των 43.091,76 ευρώ ανέρχεται η αξία των ακινήτων, τα οποία πριν από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού μεταβίβασε (πώλησε) σ' αυτόν η πρώτη αναιρεσίβλητη και επομένως αυτός, που απέκτησε τα ακίνητα αυτά γνωρίζοντας ότι αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας της, ευθύνεται μέχρι την τότε αξία των ακινήτων της για τα χρέη της προς αυτήν (αναιρεσείουσα).

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και απορριπτέα κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αντίγραφο της εφετειακής απόφασης επιδόθηκε σ' αυτή ή με δική της επιμέλεια στην αντίδικό της, ώστε με την άπρακτη έκτοτε πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση απ' αυτή ανακοπής ερημοδικίας κατά της εν λόγω απόφασης αυτή να είναι και ως προς την ίδια τελεσίδικη.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτόν, που συνδέεται με σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, να ερευνηθούν ακολούθως οι λόγοι της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Η διάταξη του άρθρ. 479§1 ΑΚ, που ορίζει ότι αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση, εξακολουθεί δε να υπάρχει η ευθύνη και του μεταβιβάζοντος, καθιερώνει αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών του κατά την έννοια του άρθρ. 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ αυτού και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Η αιτία της μεταβίβασης είναι αδιάφορη και μπορεί αυτή να είναι χαριστική ή επαχθής, πρέπει όμως να αφορά το σύνολο ή το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας του μεταβιβάζοντος και να ήταν αυτό σε γνώση του αποκτώντος κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Θεωρείται ότι υπάρχει η γνώση αυτή και όταν ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε έτσι να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο μέρος της.

Αρκεί επομένως και η μεταβίβαση ενός περιουσιακού στοιχείου, εφόσον αυτό ήταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης το μοναδικό ή το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του μεταβιβάζοντος. Μάλιστα η ρύθμιση του άρθρ. 479 ΑΚ ισχύει και όταν η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις, είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα, δηλαδή να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.

Αντίθετα δεν ισχύει η ως άνω ρύθμιση όταν η μεταβίβαση της περιουσίας ή επιχείρησης γίνεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, δηλαδή ότι οι περισσότερες συμβάσεις αποτελούν μεταβιβαστική ενότητα που αφορά το σύνολο ή το σημαντικότερο μέρος της αντίστοιχης περιουσίας, οπότε η ευθύνη κάθε αποκτώντος περιορίζεται στο μέρος της περιουσίας που αυτός αποκτά.

Τα χρέη της μεταβιβαζόμενης περιουσίας μπορεί να είναι οποιασδήποτε φύσης, προερχόμενα είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, με εξαίρεση πάντως τα προσωποπαγή χρέη, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ενώ δεν απαιτείται για τη δημιουργία ευθύνης του αποκτώντος να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών κατά τη μεταβίβαση ούτε απαιτείται αυτά να είχαν μέχρι τότε αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή.

Με την έννοια αυτή εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρ. 479 ΑΚ και τα χρέη που τελούσαν κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης (ΑΠ 1129/1983, 377/1987, 829/2003, 909/2010).

Συνεπώς χρέος της μεταβιβαζόμενης από τον οφειλέτη περιουσίας αποτελεί και το κατάλοιπο του προβλεπόμενου από τα άρθρ. 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση παροχής σ' αυτόν πίστωσης από τράπεζα, εφόσον η σχετική πιστωτική σύμβαση καταρτίστηκε πριν από τη μεταβιβαστική σύμβαση και αυτό ανεξάρτητα από το αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια τράπεζα μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός αιτία της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας υπήρχε ήδη κατά το χρόνο της μεταβίβασης και μόνον τα κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού είχαν αποβάλει, με την καταχώρησή τους σ' αυτόν, την αυτοτέλεια τους και είχαν έκτοτε καταστεί κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό να είναι πλέον το κατάλοιπο που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού.

Με διαφορετική εκδοχή θα υπήρχε το άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την ύπαρξη σε βάρος του χρεωστικού υπολοίπου από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης του λογαριασμού, να προβαίνει αζημίως σε μεταβίβαση όλων των περιουσιακών του στοιχείων πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βλάπτοντας έτσι το δανειστή του.

Συνακόλουθα στην αγωγή, με την οποία ο δανειστής ζητά να υποχρεωθεί αυτός, που απέκτησε με σύμβαση περιουσία του οφειλέτη του, να του καταβάλει το οφειλόμενο χρέος, πρέπει, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ' αυτή: α) η ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) η απαίτηση του δανειστή κατά του μεταβιβάζοντος και γ) το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ότι τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία (ένα ή περισσότερα) αποτελούσαν το σύνολο ή το σημαντικότερο μέρος της τότε περιουσίας του μεταβιβάζοντος (ΑΠ 909/2010).

Σε κάθε περίπτωση ως περιουσία νοείται μόνον το ενεργητικό αυτής, δηλαδή εκείνο που απομένει μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων, οπότε αυτός που απέκτησε περιουσία με χρέη και ενάγεται για την πληρωμή τους, δικαιούται ν' αρνηθεί την πληρωμή των χρεών, ισχυριζόμενος κατ' ένσταση ότι το ενεργητικό της περιουσίας δεν αρκεί για τον σκοπό αυτό (ΑΠ 702/2003), είτε διότι η συγκεκριμένη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή υπερβαίνει την αξία της μεταβιβαζόμενης περιουσίας είτε διότι υπάρχουν απαιτήσεις και άλλων δανειστών για χρέη της αυτής περιουσίας, εφόσον όμως αυτές είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες, αφού διαφορετικά, σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού, αυτός που απέκτησε την περιουσία δεν δικαιούται σε σύμμετρη ικανοποίηση των περισσότερων δανειστών και αντίθετα υποχρεούται, μέχρι να καλυφθεί η αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, στην πληρωμή όποιου δανειστή προηγήθηκε.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Επομένως, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990).

Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Τέλος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 864/2003, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005, 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) κατάρτισε τη με αριθμό .../13.6.1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΔΕΡΑ Τ.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" (πρώτη αναιρεσίβλητη), καθώς και τις από 3.1.1997... και 29.7.2004 πρόσθετες πράξεις ... Στις 15.12.2005, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της από την ανωτέρω σύμβαση ..., η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση και προέβη σε κλείσιμο του λογαριασμού, μέσω του οποίου κινήθηκε η πίστωση, η οποία κατά την ημερομηνία αυτή εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 400.117,76 ευρώ σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών...

Στη συνέχεια, μετά από αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών η υπ' αριθ. 29/2006 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ..., με την οποία αυτοί υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρο στην ενάγουσα το ποσό των 400.117,76 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα ...

Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε σ' αυτούς δυο φορές ..., χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ... και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης ... Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, ως προς τη βάση της από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία ζητείται η καταβολή από την πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα του καταλοίπου του λογαριασμού ..., έχει καλυφθεί από το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, ενώ γνώριζε την απαίτηση της ενάγουσας από τη λειτουργία του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε στις 26.5.2005 χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο 1.416.263,16 ευρώ, μεταβίβασε με το υπ' αριθ. .../26.5.2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεώργιου Ροδίτη, που μεταγράφτηκε νόμιμα ..., τα παρακάτω ακίνητα στον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) κατά πλήρη νομή και κατοχή, ήτοι: (1) Τμήμα έκτασης 5.712 m2 και ποσοστού συνιδιοκτησίας 85/100 επί αγρού στην κτηματική περιφέρεια Λάρδου του Δήμου Λινδίων ... (2) Αγρό έκτασης 2500 m2 στην κτηματική περιφέρεια Λάρδου του Δήμου Λινδίων ...

και (3) Αγρό έκτασης 5.100 m2 στην κτηματική περιφέρεια Λάρδου του Δήμου Λινδίων ... Η συνολική αξία των μεταβιβασθέντων ανερχόταν στο ποσό των 43.091,76 ευρώ και εξοφλήθηκε μερικώς από τον αγοραστή ... Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου γνώριζε ότι η πρώτη εναγομένη του μεταβίβαζε, λόγω πώλησης, τα ως άνω ακίνητα με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα τράπεζα, όπως επίσης δεν γνώριζε και δεν είχε και κανένα ιδιαίτερο λόγο να γνωρίζει ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν το σύνολο ή την πλέον σημαντική μερίδα της περιουσίας της πρώτης εναγομένης.

Ούτε αποδείχθηκαν οι ειδικές συνθήκες, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς συνίσταντο στο ότι ο δεύτερος εναγόμενος όφειλε να γνωρίζει την κακή οικονομική κατάσταση της πιστούχου εταιρείας λόγω της συνεργασίας τους και του ομοειδούς αντικειμένου της εργασίας τους (το οποίο όμως δεν προσδιορίζεται) και της περιρρέουσας σχετικής φήμης στην αγορά της Ρόδου, ώστε να αντιληφθεί ότι μεταβίβαζε η πιστούχος τα ακίνητά της για να αποκρύψει την περιουσία της προς βλάβη της ενάγουσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα δεν αποτελούσαν τη μοναδική της περιουσία, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής, καθόσον, όπως ρητά ομολογεί με την αγωγή της, κατά τον ίδιο χρόνο η πρώτη εναγομένη προέβη και σε άλλη μεταβίβαση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε στην κυριότητά της γερανοφόρο όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο πώλησε στις 30.5.2005 στην εταιρεία με την επωνυμία "Γ.Π. & ΣΙΑ Ο.Ε.", αντί τιμήματος 63.280 ευρώ ...

Εξ άλλου στην από 15.4.2005 αίτηση της εν λόγω εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εναγομένης αναφέρεται, εκτός του γερανοφόρου οχήματος, και το υπ' αριθ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (νταλίκα), καθώς και κινητή ανυψωτική γερανογέφυρα σιδήρου.

Όπως δε προκύπτει και από το περιεχόμενο του βεβαιωτικού όρκου, που έδωσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης Π. Σ., αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου (βλ. το με αριθμό 217Α/2006 πρακτικό...), αυτή είχε και τέσσερα παλαιά φορτηγά ... Ακόμη αποδείχθηκε ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα ήταν βεβαρημένα κατά το χρόνο της μεταβίβασης, το πρώτο και το τρίτο με προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, συνολικού ποσού 265.322 ευρώ και το δεύτερο με προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της ίδιας Τράπεζας, ποσού 265.146 ευρώ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πλήρως αποδείχθηκε ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 479 ΑΚ, καθόσον ο αποκτών τα επίδικα ακίνητα δεύτερος των εναγομένων δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει, λόγω ειδικών συνθηκών, αν τα μεταβιβασθέντα σ' αυτόν από την πρώτη εναγομένη ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας της, δεδομένου ότι υπήρχαν και άλλα περιουσιακά στοιχεία αυτής κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, πώλησε δε η ίδια αργότερα περιουσιακό στοιχείο της μεγαλύτερης αξίας από τα επίδικα.

Ακόμη τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, που είχαν βάρη υπέρτερα της αξίας τους, δεν αποτελούσαν περιουσία κατά την έννοια του άρθρ. 479 ΑΚ και συνεπώς ο αποκτών εναγόμενος δεν ευθύνεται έναντι της ενάγουσας μέχρι της αξίας των ακινήτων που αυτή του μεταβίβασε ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ακολούθως ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, την οποία απέρριψε επίσης και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο η πρώτη αυτών μεταβίβασε με το υπ' αριθ. .../26.5.2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό ακίνητά της, δεν γνώριζε κατά το χρόνο της μεταβίβασης και ούτε είχε ιδιαίτερο λόγο να γνωρίζει ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν το σύνολο ή την πλέον σημαντική μερίδα της περιουσίας της.

Στην παραδοχή αυτή κατέληξε το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά διαβεβαιώνεται με την απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, το γεγονός δε ότι στην απόφαση αυτή δεν γίνεται ειδική αναφορά στο υπ' αριθ. .../26.5.2005 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο οι εγγυητές της υπ' αριθ. .../1995 σύμβασης πίστωσης και του αντίστοιχου αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης μεταβίβασαν δυο ακίνητά τους στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αγνόησε το έγγραφο αυτό που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα, αλλά οφείλεται στο ότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του Εφετείου ήταν ως έγγραφο, που αφορά άλλες περιουσίες, απρόσφορο για τη συναγωγή απ' αυτό του συμπεράσματος ότι η κατάρτισή του σε χρόνο αμέσως επόμενο σε σχέση με το υπ' αριθ. .../26.5.2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεώργιου Ροδίτη διαμόρφωνε ειδική συνθήκη, με βάση την οποία ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα ακίνητα που απέκτησε με το ως άνω συμβόλαιο από την πρώτη αναιρεσίβλητη αποτελούσαν στην ουσία το σύνολο της τότε περιουσίας της ή το μεγαλύτερο μέρος της.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξ άλλου η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έλλειψη γνώσης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο είναι σαφής και στηρίζει από μόνη της το συμπέρασμα της απόφασης αυτής ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται κατά το άρθρ. 479 ΑΚ έναντι της αναιρεσείουσας για τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της προς αυτόν μεταβίβασης των ακινήτων της και μέχρι πάντως της τότε αξίας τους, ενώ ως εκ περισσού έγινε δεκτό με την ίδια απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός γνώριζε κατά το χρόνο της μεταβίβασης των ακινήτων ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ενήργησε τη μεταβίβαση με σκοπό να βλάψει την αναιρεσείουσα.

Η πλεοναστική αυτή παραδοχή δεν επηρεάζει, ωστόσο, την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Κατά την ίδια έννοια είναι πλεοναστική και η περαιτέρω παραδοχή της εφετειακής απόφασης ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε τα παραπάνω ακίνητα βεβαρημένα με υπέρτερες της αξίας τους προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας προς εξασφάλιση αντίστοιχων απαιτήσεών της, αφού ναι μεν η παραδοχή αυτή, στην οποία το Εφετείο κατέληξε εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, εκμηδενίζει την αξία των ακινήτων που αυτός απέκτησε και αποκλείει αντίστοιχα την ευθύνη του από το άρθρ. 479 ΑΚ, όμως η όποια σχετική ευθύνη του αποκλείεται ήδη από την έλλειψη γνώσης του, κατά τα προεκτεθέντα, ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν κατά το χρόνο της προς αυτόν μεταβίβασης το σύνολο ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς ως αβάσιμος, αλλά και ως αλυσιτελής, πρέπει να απορριφθεί και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι δέχθηκε χωρίς στην ουσία απόδειξη ότι οι προσημειώσεις υποθήκης, με τις οποίες κατά τον κρίσιμο χρόνο βαρύνονταν τα μεταβιβασθέντα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ακίνητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφορούσαν εξακολουθητικά υπαρκτές απαιτήσεις της. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 3282400/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, σειράς Ζ, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 28/5.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα, ενώ δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού αυτή ερημοδικάστηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.7.2012 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 78/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 3282400/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, σειράς Ζ, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 28/5.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Η. Η., τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ