Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to lack of admissibility and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple property owners against a first-instance court's expropriation compensation decision. The appellants argued that the lower court failed to determine specific compensation for certain properties and left their claims undecided, while the state contended the compensation was legally calculated. The court rejected the appeal because the specific grounds raised were either already addressed in the lower court's ruling or lacked the necessary legal basis for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 KPolD; Art. 559 para. 9 KPolD: An appeal against a first-instance judgment on expropriation compensation is inadmissible if the grounds are already covered by the judgment's reasoning or if the appellant fails to demonstrate a violation of the specific procedural requirements for reopening the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1228 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Κ., έως και 37) Ι. συζύγου Ι. Μ. θυγατέρας Σ. Γ., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω εκτός των με αυξ. αριθ. 6, 24, 25,29 και 35, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε, ότι: α) οι με α/α 6, 24, 25, 29 και 35 αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο τόσο της από 21-3-2011 ένδικης κλήσης τους, όσο και της από 20-10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 790/15-7-2009 αίτησή τους, για την αναίρεση της με αριθμό 194/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας) και β) το ορθό πατρώνυμο του υπό στοιχείο 18 αναιρεσείοντα Κ. Τ., είναι "Χ." και όχι "Α.", όπως έχει εκ παραδρομής γραφτεί στο δικόγραφο της αναιρέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6/11/2006 και 24/10/2006 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με άλλες ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκε η 194/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1045/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η αίτηση και την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως και κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς και του έκτου λόγου αναιρέσεως (ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό ιδιοκτησίες) και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο δέκατος όγδοος αναιρεσείων, Κ. Τ., με δήλωσή του, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, προέβη σε διόρθωση του πατρωνύμου αυτού εις το ορθό "του Χ.", αντί του εσφαλμένως αναγραφομένου στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως "του Α.". Η διόρθωση αυτή είναι παραδεκτή, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα του εν λόγω διαδίκου, ο οποίος στα προηγηθέντα έγγραφα αναγράφεται με το ως άνω πατρώνυμο.
1. Κατά την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα δε, κατά την διάταξη του άρθρου 96 του αυτού Κώδικα, δίδεται είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με συμβολαιογραφική πράξη. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας και την υπέρβασή της.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.2 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του 4139/2013 και ισχύει από 20-3-2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, στους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 6 (Σ. Γ. του Α.) 24 (Ξ. Κ. του Χ.), 25 (Ζ. χήρα Χ. Κ.), 29 (Ε. σύζυγος Κ. Β.) και 35 (Ι. σύζυγος Ι. Γ.), οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των Γεώργιο Ρουμελιώτη, ο οποίος εκπροσώπησε και τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Όμως, ο τελευταίος, που δήλωσε μάλιστα ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς αυτούς, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας και επομένως οι ανωτέρω αναιρεσείοντες θεωρείται ότι δεν παρίστανται, ενώ δεν είναι νόμιμος η κλήση, επί τη βάσει της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση και για λογαριασμό των, καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως των.
Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται, ότι αυτοί επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε ότι κλητεύθηκαν από το αναιρεσίβλητο ή από τους επισπεύδοντες την συζήτηση λοιπούς ομοδίκους των, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις άνω διαδίκους - αναιρεσείουσες, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να συζητηθεί γι' αυτούς.
2. Κατά το αρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και τα: 1) το υπ' αριθμ. .../2003 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη, 2) το υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως, προς απόδειξη της πραγματικής αξίας των υπ' αριθμ.
Κ.Π 82, 96, 106, 112, 113, 114, 123, 131, 135, 141, 149, 156, 157, 170, 173, 193, 199, 201, 202, 208, 210, 213, 223, 225 και 226 ιδιοκτησιών των 3) την υπ' αριθμ. 88/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 35/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και τις υπ' αριθμ. 12777/1995 και 1028/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι αναιρεσείοντες, ως συγκριτικά στοιχεία, προς απόδειξη της πραγματικής αξίας των αυτών ως άνω ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν.
Επομένως, οι πρώτοι και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, εν σχέσει προς την πραγματικά αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
3. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθόν χαρακτηρισμό, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 11, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, επειδή το Εφετείο, ενώ δέχθηκε, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση και το αναιρετήριο στοιχεία, ότι η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων υπολείπεται αισθητά της πραγματικής αξίας τούτων (εμπορικής και αγοραίας), διότι δεν έχει γίνει αναπροσαρμογή αυτής από το έτος 1999 (με σκοπητέο χρόνο την 6-5-2008) και ότι έκτοτε (1999) εχώρησε ραγδαία αύξηση της αξίας της γής και μάλιστα στην περιοχή αυτή (Καλοχωρίου-Παντειχίου), η οποία έχει θέα στη θάλασσα και είναι κοντά στον οδικό κόμβο Σχηματαρίου, ακολούθως έκρινε αντιφατικώς ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται: 1) για τις εδαφικές εκτάσεις χωρίς πρόσωπο (τυφλά) σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από την θάλασσα με ελιές, σε 2,50 Ευρώ ανά τ.μ, 2) για τις εδαφικές εκτάσεις με πρόσωπο στην Ε.Ο Σχηματαρίου-Χαλκίδας, σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μ.
από την θάλασσα και χέρσες (στις οποίες υπάγονται οι υπ' αριθμ. Κ.Π 82, 96, 106 ιδιοκτησίες), σε 2,29 Ευρώ ανά τ.μ 3) για εδαφικές εκτάσεις, με πρόσωπο σε αγροτική οδό σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μ. από την θάλασσα, κατηγοριών: α) χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας, σε 2 Ευρώ ανά τ.μ. (στις οποίες υπάγονται οι υπ' αριθμ.
Κ.Π 111, 135, 151, 157, 164, 173, 226 ιδιοκτησίες), β) με ελιές, σε 3 Ευρώ ανά τ.μ. (στις οποίες υπάγονται οι υπ' αριθμ. Κ.Π 112, 113, 114, 123, 140, 149, 156, 193, 199, 201, 202, 208, 210, 223 ιδιοκτησίες), γ) αμπέλια (όπου υπάγονται οι υπ' αριθμ. Κ.Π 170, 197 ιδιοκτησίες), σε 1,87 Ευρώ ανά τ.μ, και δ) μονοετούς καλλιέργειας με άρδευση (όπου υπάγεται η υπ' αριθμ. Κ.Π 177 ιδιοκτησία), σε 2,11 Ευρώ ανά τ.μ.
και στα ποσά αυτά καθόρισε την οριστική αποζημίωση, για την απαλλοτρίωση τούτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως αυτού, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας. 4. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17§2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικώς με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ' άρθρου 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λαμβάνεται υπ' όψη η αξία τούτου, κατά τον χρόνο της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως για τον , προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως ή για τον οριστικό καθορισμό (σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού η παρελεύσεως έτους από αυτόν).
Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση που παρέχει στον ιδιοκτήτη την δυνατότητα αντικαταστάσεως του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13§1 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9§1 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, λαμβάνεται υπ' όψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι "ως πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί είτε ως επιθετικό μέσο είτε ως αμυντικό, όχι δε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην, κατ' ορθή ερμηνεία, έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επομένως, στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αιτήσεως, για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ, όσα προβάλλονται και φέρονται ότι επιδρούν μειωτικά επί της, ως άνω, αξίας ή όσα είναι περιστατικά από τα οποία συνάγεται η αξία αυτή, δεν είναι "πράγματα", υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, και η μη λήψη ή η λήψη αυτών υπ' όψη δεν ιδρύει τον, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, ή οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθείς ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα.
Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του αυτού Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση (μη λήψη υπ' όψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο, για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των υπ' αριθμ. Κ.Π 156, 157, 164, 170, 173, 193, 197, 199, 201, 202, 208, 210, 213, 223, 225 και 226 ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπ' όψη τον περιεχόμενο στην αίτηση αυτών ισχυρισμό, ότι οι ανωτέρω ιδιοκτησίες των ευρίσκονται μεν εκτός των ορίων του οικισμού Καλοχωρίου - Παντειχίου, εντός όμως της περιμετρικής ζώνης των 500 μέτρων από το όριο αυτού και επομένως έχουν παράλληλο οικοπεδικό προορισμό που επηρεάζει την αξία των.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως έννοια, ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, και η μη λήψη αυτών υπ' όψη δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αιτούντων-αναιρεσειόντων στα ποσά που προαναφέρθηκαν, καίτοι δέχθηκε ότι η αντικειμενική αξία τούτων, που έλαβε υπ' όψη, υπολείπεται αισθητά της πραγματικής των αξίας, διότι δεν είχε γίνει αναπροσαρμογή από το έτος 1999 μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της 6-5-2008, και ότι έκτοτε εχώρησε ραγδαία αύξηση της αξίας της γης στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έχει θέα στη θάλασσα, είναι κοντά στον οδικό κόμβο Σχηματαρίου και σχετικά κοντά στην Αθήνα, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17§2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13§1 του Ν. 2882/2001, εν όψει του ότι η αποζημίωση δεν είναι πλήρης και ανατρέπει την εύλογη και δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της ιδιοκτησίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας.
5. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.β'του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.
Στην ένδικη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο, εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα, εδέχθη, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1003072/287/Δ0010/8-2-2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών, Χωροταξίας - Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων ...
κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα η προσδιοριζόμενη σε αυτή έκταση, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα: α) για την κατασκευή της Ε.Ο Σχηματαρίου-Χαλκίδος από χ.θ 2 + 933,50 έως χ.θ 7 + 884 μ. την περιοχή του Δήμου Αυλίδας στο Νομό Ευβοίας και β) για την βελτίωση-διαπλάτυνση της Ε.Ο Αθηνών Λαμίας στο τμήμα από Ε.Ο Αθηνών-Λαμίας έως χ.θ 2 + 933,50 στους Δήμους Σχηματαρίου Βοιωτίας και Αυλίδας Ευβοίας και στο τμήμα από χ.θ 7 + 844 έως υψηλή γέφυρα στο Δήμο Αυλίδας Ν.
Ευβοίας ... Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις εκτείνονται σε μεγάλη απόσταση και καταλαμβάνουν εκτάσεις που έχουν σαφώς γεωργικό χαρακτήρα, βιομηχανικές περιοχές και ζώνες εντός και εκτός σχεδίου πόλεως, υπάγονται δε στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Η αρμόδια Επιτροπή καθόρισε την αξία του εδάφους με την από 10-10-05 απόφασή της για τα ακίνητα εντός ορίων οικισμού Βαθέως με πρόσοψη σε ένα δρόμο στο ποσό των 30,15 € και για τα εκτός σχεδίου με πρόσωπο στην Ε.Ο Σχηματαρίου-Χαλκίδας και σε απόσταση 100-200 μέτρα από τη θάλασσα για τις χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας στο ποσό των 11, 43 €/ m2 ...
Για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός του Διοικητικών ορίων του ΔΔ Καλοχωρίου- Παντειχίου εκτός σχεδίου και αποτελούν 1/ εδαφικές εκτάσεις χωρίς πρόσωπο (τυφλά) σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα καθόρισε τιμή 1,05 €/τ.μ., με ελιές σε 1,47 €/τ.μ., με αμπέλια σε 1,68 €/τ.μ. και αρδευόμενα αμπέλια σε 3,03 €/τ.μ.
Για τις εκτάσεις με πρόσωπο στην Ε.Ο. Σχηματαρίου Χαλκίδας σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα καθόρισε αξία για τις χέρσες σε 2,29 €/τ.μ. με αμυγδαλιές σε 3,67 €/τ.μ. και με ελιές σε 3,20 €/τ.μ. Καθόρισε επίσης την αξία για τις εδαφικές εκτάσεις με πρόσωπο σε αγροτική οδό και σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα για τις χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας σε 1,17€/τ.μ., με ελιές σε 1,64 €/τ.μ., με αμπέλια σε 1,87 €/τ.μ., μονοετούς καλλιέργειας με άρδευση σε 2,11€/τ.μ.
και με ελιές αρδευόμενες σε 2,95 €/τ.μ..... Για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων και των επικειμένων τους, προσκομίζονται με επίκληση εκ μέρους των διαδίκων τα κάτωθι: 1) Το υπ' αριθμ. .../5-6-2003 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη, με το οποίο επωλήθη από τον Χ. Τ. και Χ. Τ.
προς την εταιρεία τροφίμων "Αιχμή" ΕΠΕ ένας αγρός εμβαδού 7122 τ.μ., που βρίσκεται σε απόσταση 200 περίπου μέτρων εκείθεν της με αριθμ. Κτηματολογίου 106 ιδιοκτησίας, προς 23,86 €/τ.μ. ενώ η αντικειμενική αξία ήτο 5,40 €/τ.μ., 2/ Το υπ' αριθμ. .../23-7-2004 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο επωλήθη προς την ίδια εταιρία "ΑΙΧΜΗ" ακίνητο συνεχόμενο του προεκτεθέντος προς 33,33 €/τ.μ. 3/.
Με την υπ' αριθμ. 88/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας καθορίστηκε προσωρινή τιμή για ακίνητα στην περιοχή Βαθέος Αυλίδος που απαλλοτριώθηκαν δυνάμει της με αριθμό 96/2005 απόφασης του Νομαρχιακού Συμβουλίου Μ. Ευβοίας, υπέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να κατασκευασθεί - διαπλατυθεί η συμβαλλόμενη - διασταυρούμενη με την υπό κατασκευή οδό, που αφορά η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση Χαλκίδας - Σχηματαρίου, οδός Βαθέος - Ριτσώνας προς 45 €/τ.μ.
όταν η αντικειμενική αξία είχε καθοριστεί από 1,46 €/τ.μ. έως 3,68 €/τ.μ. 4/ με την 35/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας για ακίνητο που απαλλοτριώθηκε στη θέση "Στενό" της κτηματικής περιφέρειας "Βαθέος" καθορίστηκε σε 22 €/τ.μ. (7.500 δρχ.) προ μίας δεκαετίας, 5/ με την 12777/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν για τη βελτίωση και διαπλάτυνση του παράπλευρου δρόμου Σχηματάρι -Ριτζώνα καθορίστηκε δέκα χρόνια και πλέον πίσω η οριστική τιμή στο ποσό των 10.000 δρχ.
ήτοι 29,34 € ανά τ.μ. εδάφους, 6/ με την 1028/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν για την βελτίωση - διαπλάτυνση στο ημικόμβο Σχηματαρίου-Χαλκίδα στο ποσό των 59 €/τ.μ., 7/ Από το με αριθμό .../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας -Σταυρούλας Σκιά, προκύπτει ότι η κοινότητα Βαθέος αγόρασε αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλεως και εντός περιμετρικής ζώνης, εμβαδού 2.09.3,50 τ.μ., μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στη θέση "Δημοσιά" του Δ.Δ.
Βαθέος αντί 32,28 €/τ.μ. 8/ Από το με αριθμό 8114/1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδος Σταυρούλας Σκιά, προκύπτει ότι η κοινότητα Βαθέος αγόρασε αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός περιμετρικής ζώνης εμβαδού 1.828,50 τ.μ. άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στη θέση "Δημοσιά" ως ανωτέρω, αντί 35,21 ευρώ ανά τ.μ.
Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά το χρόνο συζήτησης των αιτήσεων αυτών (6-5-2008), που είναι και ο κρίσιμος χρόνος λόγω παρελεύσεως έτους από το χρόνο καθορισμού της προσωρινής τιμής, αλλά και του γεγονότος ότι η αντικειμενική αξία υπολείπεται αισθητά της πραγματικής (εμπορικής, αγοραίας) αξίας των ακινήτων, διότι δεν έχει γίνει αναπροσαρμογή από το έτος 1999, έκτοτε όμως εχώρησε ραγδαία αύξηση της αξίας της γης και μάλιστα στην περιοχή αυτή, η οποία έχει θέα στη θάλασσα, είναι κοντά στον οδικό κόμβο Σχηματαρίου και σχετικά κοντά στην Αθήνα και πλησίον της Χαλκίδας, η πραγματική αξία των επιδίκων ακινήτων, άλλα των οποίων αποτελούν αγροτεμάχια και άλλα βιομηχανικούς χώρους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, με τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριωθέντα με άλλα ισάξια, πρέπει να καθορισθεί ως εξής ...
Α1) ... Β2)για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων του δημοτικού διαμερίσματος Καλοχωρίου-Παντειχίου εκτός σχεδίου και αποτελούν:1) εδαφικές εκτάσεις χωρίς πρόσωπο (τυφλά) σε απόσταση μεγαλύτερη από 800 μ. από τη θάλασσα κατηγοριών: α)χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας σε 2 €/ανά τ.μ., ... β) με ελιές σε 2,50 €/τ.μ. ...
γ)με αμπέλια σε 2,80 €/τ.μ. ... δ) με άρδευση και αμπέλια σε 5 €/τ.μ. ...2) εδαφικές εκτάσεις με πρόσωπο στην Ε.Ο Σχηματαρίου-Χαλκίδας, σε απόσταση μεγαλύτερη από 800μ. από τη θάλασσα, κατηγοριών: α) χέρσες σε 3,50 €/τ.μ. ... β) με αμυγδαλιές σε 5 €/τ.μ. ... 3) εδαφικές εκτάσεις με πρόσωπο σε αγροτική οδό σε απόσταση μεγαλύτερη από 800 μ.
από τη θάλασσα, κατηγοριών: α) χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας σε 2 €/τ.μ. ... β)με ελιές σε 3 €/τ.μ. ... γ) με αμπέλια σε 3 €/τ.μ. ... δ) μονοετούς καλλιέργειας με άρδευση σε 3,50 €/τ.μ. ... ε) με ελιές και άρδευση σε 4,50 €/τ.μ. ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο καθόρισε την οριστική αποζημίωση: 1) των υπ' αριθμ.
Κ.Π 135, 157, 164, 173 και 226 ιδιοκτησιών σε 2 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους. 2) των υπ' αριθμ. Κ.Π 131, 141 και 225 ιδιοκτησιών σε 2,50 Ευρώ, ανά τ.μ. εδάφους, 3) των υπ' αριθμ. Κ.Π 112, 113, 114, 123, 193, 199, 201, 202, 208, 210, 213 και 223 ιδιοκτησιών σε 3 ευρώ, ανά τ.μ. εδάφους".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1 περ.β' ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ανάγονται στην λειτουργία της κτηματαγοράς, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ.1 εδ.
τελευταίο του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των ακινήτων των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι, προεχόντως, απορριπτέως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με αυτόν, ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για στήριξη των απόψεών τους, και, επομένως δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, με τον ένατο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, επί του αυτού, ως άνω, ζητήματος, επειδή το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων, δεν προσδιόρισε αν αυτά αποτελούν αγροτεμάχια ή βιομηχανικούς χώρους, όπως δέχθηκε αναφορικώς με όλα τα ακίνητα της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, αναφορικώς με τα ακίνητα των αναιρεσειόντων, τα οποία κείνται εντός του Διοικητικού διαμερίσματος Καλοχωρίου-Παντειχίου, εκτιμώμενο νοηματικώς, συνάγεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτά αποτελούν αγροτικές εδαφικές εκτάσεις, χέρσες ή μονοετούς καλλιέργειας, με αμυγδαλιές, με αμπέλια, με ελιές και ελιές αρδευόμενες.
6. Κατά την διάταξη του άρθρου 13§4 του Ν. 2882/2001, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντας τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο.
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως προς τις διατάξεις του άρθρου 1§1 έως 5 του Π.Δ 24/31-5-1985 (άρθρο 162 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), συνάγεται ότι, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αποδεικνύεται: α) ότι το ακίνητο, προ της απαλλοτριώσεως, έχοντας ως προορισμό, έστω και δευτερευόντως, την ανοικοδόμηση, πληρούσε τους, κατά τις διατάξεις αυτές, όρους δομήσεως ήτοι αν μεν αυτό δεν είχε πρόσωπο προς την οδό (διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική, κοινοτική) ότι είχε ελάχιστο εμβαδόν 4.000 m2 ή αν είχε πρόσωπο στην οδό ότι πληρούσε τους όρους της, κατά παρέκκλιση αρτιότητας, που προσδιορίζεται από το εμβαδόν, ανάλογα με τον χρόνο της δημιουργίας του γηπέδου, και το ελάχιστο πρόσωπο και βάθος του.
β) ότι το εναπομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα του ακινήτου δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, δηλαδή, για μεν τα ακίνητα εντός ζώνης πόλεως ή οικισμού, δεν έχει πλέον ελάχιστο εμβαδόν 2000 τ.μ., για δε τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο προς την οδό, αν μεν υφίστανται κατά την 2-11-1962, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 750 τ.μ.
πρόσωπο 10 μ. και βάθος 15 μ., αν υφίστανται κατά την 12-4-1964 δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 1200 τ.μ., βάθος 35μ. και πρόσωπο 20 μ., αν υφίστανται κατά την 17-10-1978, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο βάθος 40μ. και ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και αν δημιουργήθηκαν μετά την 17-10-1978, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 4000 τ.μ.
και ότι αν ακόμη είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, λόγω του νέου σχήματος του ακινήτου δεν είναι πλέον δυνατή η τήρηση των αποστάσεων από τα όρια του γηπέδου. Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του δικαστηρίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπάρκειας της αιτιολογίας της, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, με συγκεκριμένη εξειδίκευση, η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, δηλαδή να προσδιορίζονται τα στοιχεία που λείπουν και είναι αναγκαία για την επάρκειά της.
Στην παρούσα περίπτωση, εν σχέσει προς την αίτηση των, εκ των αναιρεσειόντων, ιδιοκτητών των υπ' αριθμ. Κ.Π 113, 149, 157, 173, 202, 210, 213, 123 απαλλοτριωθέντων ακινήτων, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των, εκτός απαλλοτριώσεως απομεινάντων, τμημάτων των ιδιοκτησιών των, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Ειδικότερα δεν πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα κάτωθι ακίνητα.
1/ Για τα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών με α.κ.π. 113 και 202 διότι: αφενός αυτά δεν καθίστανται άχρηστα για γεωργική εκμετάλλευση, που ήτο ο κύριος προορισμός τους και αφετέρου σύμφωνα με τις εκτός σχεδίου πολεοδομικές διατάξεις, τα αρχικά γήπεδα ήταν κατά κανόνα άρτια και οικοδομήσιμα και τα απομένοντα τμήματα τους παραμένουν κατά κανόνα άρτια και οικοδομήσιμα τηρουμένων των νομίμων αποστάσεων από τους άξονες της κύριας και παράπλευρης Ε.Ο. καθώς και από τα όρια των γηπέδων. Το υπ' αριθμ. 113 ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 19.450,06 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση παραμένει εμβαδού 8.418,64 τ.μ., το οποίο δεν καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται η χρήση του για γεωργική εκμετάλλευση που είναι ο κύριος προορισμός του, ούτε καθίσταται μη οικοδομήσιμο αφού παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο. Επίσης το υπ' αριθμ. 202 ακίνητο είχε εμβαδόν 5213,31 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση παραμένει έκταση 4.568,01 τ.μ. χωρίς να υφίσταται μείωση της αξίας του για τη χρήση που προορίζετο και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο.
2/ Για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας με α.κ.π. 149 επειδή σύμφωνα με τις εκτός σχεδίου πολεοδομικές διατάξεις το αρχικό γήπεδο λόγω μικρής επιφανείας ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και το απομένον παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Η ιδιοκτησία αυτή είχε εμβαδόν 1535,37 τ.μ., απαλλοτριώνεται ένα τμήμα 652,76 τ.μ. και παραμένει έκταση εμβαδού 883,11 τ.μ. ήτοι ήτο μη οικοδομήσιμο ως έχον έκταση μικρότερα των 2000 τ.μ. και παραμένει ως τέτοιο μετά την απαλλοτρίωση του ως άνω τμήματος του, δεν καθίσταται δε άχρηστο ούτε μειώνεται η αξία αυτού που παραμένει.
3/ Για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας με α.κ.π. 157 επειδή σύμφωνα με τις εκτός σχεδίου πολεοδομικές διατάξεις το αρχικό γήπεδο ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο ως εντός περιμετρικής ζώνης και το εναπομένον παραμένει κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, τηρουμένων των νομίμων αποστάσεων από τους άξονες της κύριας και παράπλευρης Ε.Ο και από τα όρια του γηπέδου.
Το αρχικό ακίνητο είχε εμβαδόν 3.409,02 τ.μ. εκ των οποίων απαλλοτριώνεται έκταση 1612,15 τ.μ., απομένει ένα τμήμα 1646,22 τ.μ. και ένα τμήμα 150,65 τ.μ., εκ των οποίων το μεγάλο τμήμα παραμένει κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, γι' αυτό δεν πρέπει να επιδικασθεί ιδιαιτέρα αποζημίωση. Αντιθέτως το μικρό τμήμα των 150,65 τ.μ., σχήματος τριγωνικό, όπως εμφαίνεται με στοιχεία 2695,5-6-2696 στο διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ., υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 80%, διότι δεν προσφέρεται για οικοδομή ούτε για άλλη χρήση ... . Για τα εναπομέναντα τμήματα των ιδιοκτησιών 210, 213 δεν καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση επειδή τα αρχικά γήπεδα σύμφωνα με τις εκτός σχεδίου πολεοδομικές διατάξεις ήταν κατά κανόνα άρτια και οικοδομήσιμα, τα απομένοντα τμήματα παραμένουν κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα και μάλιστα αποκτούν πρόσωπο στην παράπλευρη ΕΟ και οικοπεδικό χαρακτήρα, παρότι ο κύριος προορισμός τους ήταν καθαρά για γεωργική εκμετάλλευση και για την οποία επίσης δεν καθίστανται άχρηστα.
Ειδικότερα η 210 ιδιοκτησία πριν την απαλλοτρίωση είχε συνολικό εμβαδόν 5.248,32 τ.μ. και απομένει μετά την απαλλοτρίώση 1719,26 τ.μ. που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσοψη στην παραπάνω οδό, δεν μειώνεται δε και η κατά προορισμό χρήση του που ήταν καθαρά γεωργική. Το με αριθμό 213 ακίνητο είχε εμβαδόν 8.447,76 τ.μ.
πριν την απαλλοτρίωση και παραμένει μετά την απαλλοτρίωση 2.327,56 τ.μ. που είναι άρτια και οικοδομήσιμη έκταση ως ευρισκόμενη εντός της περιμετρικής ζώνης Καλοχωρίου - Παντειχίου.
6/ Για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας 123 από τα κτηματολογικά στοιχεία η όλη ιδιοκτησία είχε εμβαδόν 13.947,20 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 9599,255 τ.μ. και επομένως παραμένει έκταση 4.341,95 τ.μ. που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Αλλά και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το εναπομένον τμήμα είναι μόνο 936,615 τ.μ. και πάλι παραμένει κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, τηρουμένων των νομίμων αποστάσεων από τους άξονες της Ε.Ο κύριας και παράπλευρης και μάλιστα ωφελείται αφού αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρο ΕΟ, που πριν δεν διέθετε ...
Αντιθέτως πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη αποζημίωση ... για τα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών με Α.Κ.Π 173 ... σε ποσοστό 35% επί της ως άνω προσδιορισθείσας ανά τ.μ. αξίας εδάφους και μόνον για απομένοντα τμήματα € 527,05 τ.μ. ... αφού τα άλλα τμήματά τους € 3.452,03 τ.μ. ... παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση των τηρουμένων υποχρεωτικών αποστάσεων ...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση του, εκ των ανωτέρω αναιρεσειόντων, ιδιοκτήτου του υπ' αριθμ. Κ.Π 173 ακινήτου, για καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, για το απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα αυτού, εμβαδού 3.452 τ.μ. καθώς και την αίτηση των λοιπών, ως άνω, αναιρεσειόντων, για καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των προαναφερομένων ιδιοκτησιών των.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθόν χαρακτηρισμό (και όχι από τον αριθμό 11 του αυτού άρθρου, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, αναφορικώς με το αίτημα περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, για τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ιδιοκτησιών των, ως άνω, αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των υπ' αριθμ. Κ.Π 149 και 202 ιδιοκτησιών των 13ης και 20ού των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο που έγκειται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως, αναφορικώς προς τις ανωτέρω ιδιοκτησίες και δεν εκτίθεται σε αυτό ποιά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται επί πλέον στην απόφαση, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής.
Ωσαύτως, η αιτίαση, που περιέχεται στον αυτό λόγο αναιρέσεως και αφορά στο, εκ των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως, τμήμα της υπ' αριθμ. Κ.Π 173 ιδιοκτησίας, για το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση, καθορίσθηκε μείωση της αξίας του σε ποσοστό 35% (επί της προσδιορισθείσας ανά τ.μ. αξίας εδάφους), ενώ, κατά την εκδοχή των ιδιοκτητών αναιρεσειόντων αυτό έχει καταστεί εντελώς άχρηστο, κρίνεται απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, αναφορικά προς τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των λοιπών, ως άνω ακινήτων και δη: των υπ' αριθμ. Κ.Π. 113, 157, 210, 213, 173 και 123 ιδιοκτησιών το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και η απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη: την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και δικαιολογούντα την μη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, ενώ δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων.
Επομένως, ο αντίθετος έκτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
7. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως. Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού επί της αιτήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθόν χαρακτηρισμό από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι τον αριθμό 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση των, εκ των αναιρεσειόντων, ιδιοκτητών της υπ' αριθμ.
Κ.Π 157 ιδιοκτησίας και δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα επικείμενα της ιδιοκτησίας των αυτής, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για την δαπάνη "ξηλώματος, εξαγωγής, μετεγκατάστασης και μεταφοράς της γερανογέφυρας", που υπήρχε στην ιδιοκτησία των. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική αποζημίωση, για τα επικείμενα των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών, διέλαβε σ' αυτή τα κατωτέρω: "...
Πρέπει να σημειωθεί ότι για την υπ' αριθμ. 157 ιδιοκτησία στην οποία λειτουργεί μάνδρα οικοδομών και παρασκευής και πωλήσεως σιδήρου, ζητείται ιδιαίτερη τιμή μονάδος για τα επικείμενα όπως αυτά προσδιορίζονται στην κρινόμενη αίτηση και αναφέρονται στην προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του Ι. Κ.. Πρέπει να λεχθεί όμως ότι για τα επικείμενα, που αναφέρονται αυτά εμπίπτουν στις ως άνω περιπτώσεις και επομένως δεν καθορίζεται ιδιαίτερη τιμή γι' αυτά, στην οποία τιμή περιλαμβάνονται εκτός της αξίας του πράγματος και το κόστος κατασκευής των, στο οποίο περιλαμβάνεται και η δαπάνη για οικοδομική άδεια, πληρωμή ΙΚΑ κ.λ.π.
Έχει δε κατά τα ανωτέρω προσδιορισθεί η δαπάνη μετεγκαταστάσεως της γερανογέφυρας, πρέπει όμως να επιδικασθεί η δαπάνη για την μεταφορά των εμπορευμάτων και μηχανημάτων στο ποσό των 1.000 ευρώ, ποσό που ζητείται με την σχετική αίτηση ...". Επομένως, το Εφετείο, με τις αιτιολογίες του αυτές, που επέχουν θέση διατακτικού, απεφάνθη επί της ανωτέρω αιτήσεως και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο "άφησε αδίκαστη" την αίτηση των, εκ των αναιρεσειόντων, ιδιοκτητών των υπ' αριθμ. Κ.Π 96 (κατά ορθή αρίθμηση και όχι 90) και 157 ακινήτων, επί των οποίων αυτοί λειτουργούσαν επιχείρηση λιανικής και χονδρικής πωλήσεως οπωροκηπευτικών και διαθέσεως υλικών οικοδομών και επεξεργασίας - διαθέσεως σιδήρου, αντιστοίχως, περί οριστικού καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως των ακινήτων των στο ποσό των 100 ευρώ ανά τ.μ..
Ο λόγος αυτός, αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμ.8 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο απεφάνθη επί της ένδικης αιτήσεως και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για την απαλλοτρίωση των ανωτέρω ακινήτων στο ποσό των 3,50 και 2 ευρώ αντίστοιχα, ανά τ.μ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-10-2008 αιτήσεως των Ν. Τ. του Κ. κλπ. περί αναιρέσεως της 194/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας), ως προς τους αναιρεσείοντες: 1) Σ. Γ. του Α., 2) Ξ. Κ. του Χ., 3) Ζ. χήρα Χ. Κ., 4) Ε. συζ. Κ. Β. και 5) Ι. συζ. Ι. Γ..
Διατάσσει τον χωρισμό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 20-10-2008 αίτηση των Ν. Τ. του Κ. κ.λπ., για αναίρεση της 194/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους νομίμως παραστάντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ