Legislator Case Law & Legislation
1228/2012 AI generated

1228/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1228/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1228/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας, δεν συνεπάγεται την κατάργηση ή μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση απαραίτητη για την εκάστοτε καταβολή αυτής.

Keywords

AI generated
contribution period prohibition on accepting foreign pensions vested benefits institution exemption from contributions holding period deduction hospital stay co-payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ - ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Κ., 2) Α. Α. του Γ., 3) Β. Λ. του Ι., 4) Ε. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 694/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/3/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 20/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως και την παραδοχή των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες νομίμως από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ, 684 β/ 29-11-2011, 686 β/ 29-11-2011, 688 β/ 30-11-2011 και 691 β/ 30-11-2011 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ, 2 ΚΠολΔ.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 201/1975 ορίζει: "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενο προσωπικόν των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώραν ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τας διατάξεις του εδ. γ" της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4538/1966 και από 1-1-1977 δια δύο ώρας ημερησίως".

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση. Η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νόμιμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νομίμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης.

Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας, δεν συνεπάγεται την κατάργηση ή μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση απαραίτητη για την εκάστοτε καταβολή αυτής.

Επομένως, της πρόσθετης αυτής αμοιβής δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης της ισχύος του ν. 201/1975 είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης. Η αμοιβή αυτή, λόγω της φύσεως, της ως μέρους των νομίμων αποδοχών των ανωτέρω κατηγοριών εργαζομένων, δεν αποτελεί επίδομα και για το λόγο αυτό δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, το οποίο αφορά τα ρητώς κατονομαζόμενα επιδόματα, μεταξύ των οποίων και το ειδικό νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 201/1975 (ΑΕΔ 10/2005, Ολ.ΑΠ 15/2009, Ολ.ΑΠ 24/2008).

Εξάλλου, με το άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του ν. 247011997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 33 αυτού, άρχισαν να ισχύουν από 1.1.1997, ορίσθηκε ότι: "1. Διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, πέρα από τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο άρθρο και τα εξής επιδόματα και παροχές...

4. Πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλευσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Ακολούθως, με το άρθρο 8 του ν. 3205/2003 που άρχισε να ισχύει από 1.1.2004 ορίσθηκαν τα χορηγούμενα κατά μήνα επιδόματα των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων προβλέφθηκε (περ. 5) και το επίδομα "Νοσοκομειακό και τροφής" για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας", οριζόμενο σε διαφορετικά ποσά ανά κατηγορία προσωπικού, ενώ με την παράγραφο 3 του άρθρου 8 του ιδίου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι : "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 2860/2000, της παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 2819/2000, της παρ. 1 του άρθ. 21 του ν. 2965/2001 και της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 2606/1998".

Συνεπώς, η πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, δεν καταργήθηκε ούτε με το νόμο 2470/1997, ούτε με το νόμο 3205/2003 και τούτο διότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή δεν συνιστά επίδομα ή ειδική πρόσθετη παροχή αλλά μέρος των νομίμων αποδοχών που λαμβάνει υπάλληλος νοσηλευτικού ιδρύματος για την απασχόληση του (ΑΠ 1859/2008).

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 πρόσθετη αμοιβή καταργήθηκε ρητά μεταγενέστερα με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3670/2008. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αόριστης διάρκειας την 1-10-1984 ο πρώτος με την ειδικότητα ΥΕ υγειονομικού προσωπικού, την 1-10-1984 η δεύτερη με την ειδικότητα ΥΕ προσωπικού καθαριότητας, την 1-3-1986 η τρίτη με την ειδικότητα ΥΕ βοηθητικού υγειονομικού προσωπικού και την 1-10-1984 η τέταρτη με την ειδικότητα ΥΕ υγειονομικού προσωπικού.

Σκοπός του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) είναι η περίθαλψη χρονίως πασχόντων ατόμων από κινητικές ή διανοητικές αναπηρίες και η αποκατάσταση τόσο των περιθαλπομένων, όσο και άλλων ατόμων που πάσχουν από τις ίδιες ασθένειες και κατοικούν στην περιοχή των Ιωαννίνων (αρθρ. 2 ΠΔ 378/1990, ΦΕΚ Α 149/1990, και ν.δ. 162/1973, ΦΕΚ Α 227/1973).

Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι (τότε ενάγοντες) δικαιούνται την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 201/1975, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-12-2006, η οποία δεν καταργήθηκε με τις ως άνω διατάξεις των ν. 2470/1997 και 3205/2003, και απέρριψε κατά το μέτρο αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα την ως άνω εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 και, επομένως, οι από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως εξεταζόμενοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν. Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ,Δ, είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 49 του ίδιου Ν. Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1974, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.

Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 1 Σ).

Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 31/2007, 29/2006). Επίσης, η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται βραχύτερη παραγραφή, για τις ως άνω απαιτήσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν μεν τον νομοθέτη να καταργεί, μεταξύ άλλων, ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες "τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους, προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων" και, επομένως, δεν εμποδίζεται ένα κράτος να θεσπίζει κανόνες, οι οποίοι θα καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής, αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1145/2009).

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ. τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974, σε συνδ. με αρθρ. 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του Συν/τος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον δέχθηκε ότι ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων είναι πέντε ετών, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι είναι δύο ετών και ως εκ τούτου οι αγωγικές αξιώσεις έχουν κατά ένα μέρος παραγραφεί, είναι βάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4 -11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν,Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, στων οποίων την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με την καταβολή φόρων.

Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ", ανάλογη με το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6 /10.7.1944), με την οποία ορίζεται, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα, στα ν.π.δ.δ να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%), μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ των νομικών αυτών προσώπων εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας ως άνω σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή (πρβ.

ΑΠ 804/2002). Και τούτο διότι, η προστασία της περιουσίας του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς του σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον (Ολ.ΑΠ 3/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η πιο πάνω διάταξη του αρθρ. 7 παρ. 2 του ν.δ 496/1974, ανάλογη με το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6 / 10.7.1944), αντιβαίνει στα άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω της άνισης προνομιακής μεταχείρισης την οποία θεσπίζει για τα ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους τους, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος και για το λόγο αυτό, δεν εφήρμοσε την πιο πάνω διάταξη, την οποία έκρινε αντισυνταγματική. Ακολούθως απέρριψε κατά το μέτρο αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, με την πιο πάνω κρίση του, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 (αρθρ. 21 Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου), την οποία δεν εφήρμοσε ως αντισυνταγματική.

Συνεπώς, οι άνω τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 296/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ