Legislator Case Law & Legislation
1228/2011 AI generated

1228/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1228/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2482/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1509/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1228/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
road safety concerns driving whilst disqualified traffic accident statutory accident insurance right-of-way violation excessive speed
AI generated
720/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
632/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26/9/2005 και 31/7/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/3/2009 αίτησή του.
1623/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5029/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5558/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/7/2009 αίτησή του.
1200/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1496/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε.ς Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το 10-5-2012 δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, Α. χήρα Α. Α. το γένος Ν., και την συνέχιση της δίκης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Επίσης δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 10ε,12) Ε. Α. του Δ., ενηλικιώθηκε και διορθώνει το παραπάνω λανθασμένο όνομα Ε., στο ορθό Δ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σφέτσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Β., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσίβλητης Μ. συζύγου Β. Π., το γένος Α. Π. και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσίβλητου Β. Π. του Δ., 2) Β. Π. του Α., 3) Μ. χήρας Γ. Ξ., το γένος Χ. Δ., 4) Κ. Ξ. του Γ., 5) Γ. Π. του Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσίβλητης Μ. συζύγου Β. Π., το γένος Α. Π. και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσίβλητου Β. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Θαλασσινό και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2482/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1509/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 15/12/2007 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299,300, 330 εδ. β', 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιωδούς συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για το ότι περιέχει ασαφείς ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς 1) την απόρριψη του ισχυρισμού της περί συνυπαιτιότητας του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2) την απόσταση από την οποία ήταν ορατό το αυτοκίνητο του ως άνω πρώτου των αναιρεσιβλήτων λόγω της αριστερής στροφής της οδού, 3) την παράλειψη λειτουργίας των φώτων έκτακτης ανάγκης και το αν αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ένδικο ατύχημα και 4) την απόσταση των αυτοκινήτων, όταν το αυτοκίνητο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων πέδησε.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 25-7-2002 και περί ώρα 16.35, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ'αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε στην κατά 50% συνιδιοκτησία αυτού και της δεύτερης εναγομένης και ήταν ασφαλισμένο, για τις απ' αυτό ζημίες προς τρίτους, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της νέας Εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου, με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Αθήνα, στο προορισμένο για την κατεύθυνση αυτή μέρος του οδοστρώματος, το οποίο χωρίζεται από το προορισμένο για την αντίθετη κατεύθυνση με υπερυψωμένο τσιμέντινο στηθαίο.

Όταν έφτασε στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου, αμέσως μετά από αριστερή, σε σχέση με την κατεύθυνσή του, στροφή της οδού, που του απέκλειε προηγουμένως την ορατότητα, όπου το προορισμένο για την κατεύθυνσή του μέρος του ασφάλτινου οδοστρώματος, συνολικού πλάτους 11, 40 μ., αποτελούμενο από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και εκατέρωθεν αυτών από ασφάλτινα ερείσματα, ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης, επέπεσε, ενώ εκινείτο, με ταχύτητα που εκτιμάται, ενόψει και των παρακάτω αποτελεσμάτων, σε 100 περίπου χιλιόμετρα την ώρα, στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου αυτού, επί του οπισθίου αριστερού μέρους του υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τη στιγμή που ο οδηγός και ιδιοκτήτης του πρώτος ενάγων, κινούμενος προηγουμένως επί της ίδιας οδού, με την ίδια κατεύθυνση, στο ίδιο μέρος του οδοστρώματος και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, το ακινητοποιούσε, μετά από προηγούμενη μείωση της ανερχόμενης σε 60 περίπου χιλιόμετρα την ώρα ταχύτητάς του, στην λωρίδα κυκλοφορίας αυτή, αναγκαστικά, λόγω ακινητοποιημένων προ αυτού άλλων αυτοκινήτων και ευρισκόμενων επί του οδοστρώματος πεζών από προηγηθείσα σύγκρουση, που του απέκλειαν τη δυνατότητα συνεχίσεως της πορείας του.

Εξαιτίας της κατά τα άνω πτώσεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος επί του αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος περιεστράφη αυτό τρεις φορές περί τον άξονα του, στη συνέχεια προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο μέρος του, επί των σιδερένιων προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στο δεξιό άκρο της οδού και μετά την πρόσκρουση αυτή ακινητοποιήθηκε κάθετα προς τον άξονα του οδοστρώματος επί της μεσαίας και της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να έλθει σε επαφή με τα προηγουμένως ακινητοποιημένα αυτοκίνητα.

Το ατύχημα αυτό, κατά το οποίο κατεστράφη ολοσχερώς το αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος και τραυματίστηκαν ελαφρά μεν ο ίδιος, ο από αυτόν εκπροσωπούμενος στην παρούσα δίκη ανήλικος γυιός του Β., ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και η δεύτερη ενάγουσα, η οποία καθόταν στα πίσω καθίσματα, πίσω από τη θέση του συνοδηγού, θανάσιμα δε η επιβαίνουσα στο αυτοκίνητο αυτό, στα πίσω καθίσματα, πίσω από τη θέση του οδηγού, Α.

Ξ., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα του παρ' αυτού εκπροσωπουμένου ανηλίκου παραπάνω τέκνου του, κόρη της δεύτερης ενάγουσας, αδελφή του τρίτου και νύφη των τετάρτου και πέμπτης εναγόντων (σύζυγος του γυιού τους πρώτου-ενάγοντος), οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου. Η υπαιτιότητα αυτού συνίσταται στο ότι, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ . 1 και 19 παρ.

παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή της συγκρούσεως του με άλλο όχημα, το οποίο, κινούμενο πριν από αυτόν επί της ιδίας οδού και με την ίδια κατεύθυνση, επί του προορισμένου για την κατεύθυνση αυτή μέρους του οδοστρώματος, ήταν ενδεχόμενο να έχει ακινητοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, επ' αυτού.

Ειδικότερα, καίτοι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης και πλησίαζε προς την προαναφερόμενη κλειστή αριστερή, σε σχέση με την κατεύθυνσή του, στροφή, η οποία του εμπόδιζε την ορατότητα μετά απ' αυτήν, δεν ρύθμισε κατάλληλα και συγκεκριμένα δεν μείωσε την υπερβολική, ενόψει των επικρατουσών καιρικών συνθηκών (βροχόπτωση), της κατάστασης του οδοστρώματος (ολισθηρότητα) και των χαρακτηριστικών της οδού (αριστερή κλειστή στροφή και αποκλεισμός της ορατότητας μετά απ' αυτήν), ταχύτητα του των 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, τόσο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο και συγκεκριμένα πριν από άλλο όχημα, το οποίο, κινούμενο πριν από αυτόν επί της ίδιας οδού και με την ίδια κατεύθυνση, επί του προορισμένου για την κατεύθυνση αυτή μέρους του οδοστρώματος, θα μπορούσε να είχε ακινητοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, επ' αυτού, μετά τη στροφή, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει, λόγω της παραλείψεως του αυτής, να διακόψει την πορεία του όταν, αμέσως μετά την προαναφερόμενη στροφή, βρέθηκε προ του ακινητοποιημένου, για τον παραπάνω λόγο, αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος και να επέλθει η με αυτό σύγκρουση, με τις κατά τα άνω συνέπειες.

Αντίθετα, τον πρώτο ενάγοντα δεν βαρύνει υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος αυτού, αφού στην ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του προέβη αναγκαστικά λόγω του αποκλεισμού της πορείας του από τα αυτοκίνητα που είχαν εμπλακεί προηγουμένως σε άλλο ατύχημα, δεδομένου δε του ότι η επί του αυτοκινήτου του πτώση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος επήλθε λίγο πριν την ακινητοποίηση του (αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος) δεν είχε τα χρονικά περιθώρια ούτε να τοποθετήσει πίσω από αυτό (ακινητοποιημένο αυτοκίνητό του) το προβλεπόμενο τρίγωνο ή ειδική συσκευή, ούτε να το οδηγήσει μετά την ακινητοποίησή του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, δυνατότητα την οποία δεν είχε και για το λόγο ότι ήταν κατειλημμένο από άλλα, από προηγούμενα ατυχήματα ακινητοποιημένα, αυτοκίνητα και πεζούς (βλ.

ειδικότερα τις προανακριτικές καταθέσεις του Κ. Μ. και της Σ. Μ.), ενώ η θέση σε λειτουργία των φώτων έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) δεν επρόκειτο, ενόψει και της κλειστής αριστερής στροφής, που εμπόδιζε την ορατότητα, να αποτρέψει το ένδικο ατύχημα (βλ. και προανακριτική κατάθεση Χ. Κ.), η σχετική δε παράλειψη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό.

Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέβαλε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες τόσο περί των συνθηκών του ατυχήματος όσον και περί της υπαιτιότητας (αποκλειστικής) του πρώτου εναγομένου οδηγού, αλλά και του περιορισμού της ορατότητας λόγω της αριστερής κλειστής στροφής, σε συνδυασμό όμως με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες και την ταχύτητα αυτού των 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και της μη αιτιωδούς συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως χρήσεως των φώτων εκτάκτου ανάγκης και της επιπτώσεως του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου επί του ήδη σταθμευμένου προ της πορείας του αυτοκινήτου του ενάγοντος.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε πρόσωπα μη ανήκοντα στην "οικογένεια" όπως είναι ο πεθερός και η πεθερά. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, οφείλεται στις οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις στοχεύει δε αυτή στην εξισορρόπηση των δυσμενών καταστάσεων, που δημιουργούνται συνεπεία μιας αδικοπραξίας και στην παροχή της απαιτούμενης οικονομικής ευχέρειας για την υπερπήδηση ή τη μείωση της επελθούσης μη περιουσιακής βλάβης. Ειδικά σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη μπορεί κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος. Στην τελευταία διάταξη δεν προσδιορίζεται η έννοια της "οικογένειας" του θύματος στην οποία περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς με αυτό συνδεόμενοι συγγενείς του (Ολ.ΑΠ 762/1992), όπως είναι ο πεθερός και η πεθερά, οι οποίοι δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως για την εξισορρόπηση των δημιουργούμενων από την απώλεια του θύματος δυσμενών καταστάσεων και συνεπειών (Ολ.ΑΠ 217/2000, ΑΠ 723/2002).

Επομένως, το Εφετείο, που με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και στον πεθερό και την πεθερά του θύματος κατά την ημέρα του ατυχήματος, στο οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η Α. Ξ. σύζυγος του υιού τους πρώτου των εναγόντων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε στη συνέχεια τον σχετικό λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις και γιαυτό ο αντίθετος δεύτερος αναιρετικός λόγος που απορρέει από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επομένως, εφ' όσον και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1509/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ