Supreme Court dismisses appeal against family trust dispute, citing no grounds for overturning lower court's findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a second-instance decision regarding a family trust dispute. The appellants argued that the appellate court ignored evidence and violated constitutional rights, but the court found these claims baseless given the lower court's comprehensive fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondent and the intervening state authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if no valid grounds for overturning the lower court's decision are found, and the appellant bears the costs of the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1227/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζύγου Κ. Κ. το γένος Χ. και Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. συζύγου Γ. Λ., το γένος Χ. και Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 7-2-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΕΡΡΩΝ ΚΑΙ ΝΙΓΡΙΤΗΣ", που εδρεύει στη δημοτική κοινότητα Σερρών, της δημοτικής ενότητας Σερρών, του Δήμου Σερρών, της Π.Ε. Σερρών, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ: ... της Δ.Ο.Υ. Σερρών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, κάτοικο ... (Α.Φ.Μ. Υπ.Οικ. ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, άσκησε με τις από 6-3-2024, έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε επί της έδρας, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1484/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-11-2022 αίτησή τους. Την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ζητεί το αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνον, με τις από 6-3-2024 προτάσεις του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Παραδεκτή είναι και η "αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση" του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, υπέρ του αναιρεσίβλητου, η οποία ασκήθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας από 06.03.2024 προτάσεις του, κατ' άρθρον 69 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4182/2013 και η οποία πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 573 παρ. 1, 246 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 1484/13.07.2022) υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το ήδη αναιρεσίβλητο (Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης") ήγειρε κατά των ήδη αναιρεσειουσών (Ε., σύζυγος Κ.
Κ., το γένος Χ. και Α. Κ., Δ., σύζυγος Γ. Λ., το γένος Χ. και Α. Κ.) την από 07.02.2020 αγωγή ("Αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης και αναγνωριστική περί κλήρου") απευθυνθέν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Η άνω αγωγή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο της 20.04.2021, ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθυνόταν εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 16/29.07.2021 οριστική απόφασή του, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 22.10.2021 έφεση την οποία απηύθηναν στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσίβλητου. Η έφεση αυτή συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα με τις από 14.01.2022 προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 69 παρ. 1 περίπτ.
Δ' του ν. 4182/2013, πρόσθετη υπέρ του ήδη αναιρεσίβλητου παρέμβαση, κατά τη δικάσιμο της 14.01.2022, ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθυνόταν, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 1484/13.07.2022 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Την απόφαση αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 08.11.2022 αίτησή τους, την οποία απηύθηναν στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, ζήτησαν δε την αναίρεση της άνω τελεσίδικης αποφάσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο αναιρετήριο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 06.03.2024 προτάσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν επί της έδρας, άσκησε "Αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατ' άρθρον 69 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 4182/2013" υπέρ του ήδη αναιρεσίβλητου και ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφορά της κρίσεώς του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Στις ...-2017 απεβίωσε στις Σέρρες, όπου κατοικούσε εν ζωή, η Δ. Κ. του Α. και της Ε., η οποία δεν είχε τέκνα, ενώ ο σύζυγός της Σ.
Τ. του Ι. είχε προαποβιώσει στις ...-2014. Πλησιέστερες εν ζωή συγγενείς, που θα την κληρονομούσαν κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή, η ως άνω αποβιώσασα άφησε, κατά το χρόνο θανάτου της, τις εναγόμενες ανεψιές της, θυγατέρες του προαποβιώσαντος στις ...-2011 ετεροθαλούς αδελφού της Χ. Κ. του Α. Η Δ. Κ., η οποία διέθετε ανώτατη μόρφωση ως φιλόλογος καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης, είχε ιδιαίτερη ενασχόληση με τα κοινά, έχοντας εκλεγεί δημοτική σύμβουλος του Δήμου Σερρών, αλλά και έντονη δραστηριότητα σε κοινωνικό και φιλανθρωπικό επίπεδο, κατέλειπε, κατά χρονολογική σειρά, τις ακόλουθες διαθήκες:
Α) Την από 8-6-2006 μυστική διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2017 πρακτικό δημοσίευσης μυστικής διαθήκης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία κατέλειπε στο σύζυγό της, που ήταν δικηγόρος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε απεβίωσε πριν από αυτή, όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Β) Τη με αριθμό ...-2014 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Φ.
Α. και δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2017 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Σερρών. Στη διαθήκη της αυτή όρισε τα ακόλουθα: "Ανακαλώ εξ ολοκλήρου κάθε προγενέστερη διαθήκη μου, ονομάζω δε και εγκαθιστώ κληρονόμο μου, με την παρούσα διαθήκη μου, την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης (Ν.Π.Δ.Δ.), προς την οποία καταλείπω κατά πλήρη κυριότητα, από την ακίνητη περιουσία μου, που υπάρχει στις Σέρρες, μόνο την ισόγεια νεοκλασική κατοικία μου, όσου εμβαδού και αν είναι, αποτελούμενη από τέσσερα (4) κυρίως δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και άλλους χρειώδεις χώρους, μετά του υπ' αυτήν και πέριξ αυτής οικοπέδου της, εμβαδού τετρακοσίων είκοσι πέντε τετραγωνικών μέτρων (425) ή όσου εμβαδού είναι, κειμένου στις Σέρρες, επί της δημοτικής οδού ..., εντός του 165ου Ο.Τ.
του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Σερρών, του ομωνύμου Δήμου, της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών, η οποία κατοικία και το πέριξ αυτής οικόπεδο θα χρησιμεύσουν αποκλειστικά για την δημιουργία και λειτουργία σ' αυτήν Εκκλησιαστικού Νηπιαγωγείου ή Παιδικού Σταθμού μη κερδοσκοπικού σκοπού για τις ανάγκες της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών.
Απαράβατος όρος και προϋπόθεση για την ισχύ της διάταξης αυτής της διαθήκης μου είναι η διατήρηση για πάντα των εξωτερικών αρχιτεκτονικών στοιχείων και της μορφής που έχει η ανωτέρω κατοικία μου, στην οποία δεν επιτρέπω να πραγματοποιηθούν αλλαγές των αρχιτεκτονικών και δομικών στοιχείων της εξωτερικά, ούτε και σε περίπτωση που καταστεί δυνατό αργότερα να γίνει προσθήκη καθ' ύψος ενός ή περισσοτέρων ορόφων στην υπάρχουσα κατοικία, η οποία προσθήκη θα πραγματοποιηθεί με τα ίδια αρχιτεκτονικά στοιχεία του υπάρχοντος ισογείου.
Φυσικά επιτρέπω οποιαδήποτε εσωτερική διαρρύθμιση στην κληρονόμο, προκειμένου να δημιουργήσει τους χώρους και την διάταξη των χώρων κατά τρόπο που θα ευκολύνει την λειτουργία του Νηπιαγωγείου ή του Παιδικού Σταθμού. Απαγορεύω απόλυτα την απαλλοτρίωση, κατεδάφιση ή και μεταβίβαση με οποιονδήποτε τρόπο της παραπάνω οικίας μου και του οικοπέδου της ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση αυτής, πλην της ανωτέρω προσδιορισθείσας χρήσης.
Σε περίπτωση όμως διαπιστωμένης οριστικής παύσης και αδυναμίας λειτουργίας του Εκκλησιαστικού Νηπιαγωγείου ή του Παιδικού Σταθμού για οποιονδήποτε λόγο, επιθυμώ το ακίνητό μου αυτό να γίνει Πολιτιστικό ή Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης ή οποιοδήποτε άλλο Ίδρυμα εκπαιδευτικού χαρακτήρα.
Εκφράζω την επιθυμία μου να αναρτηθεί μετά τον θάνατό μου σε εμφανές σημείο της ανωτέρω οικίας μου αναθηματική πλάκα με το όνομά μου και αναφορά στην παρούσα προσφορά μου. Με την διαθήκη μου αυτή ονομάζω επίσης και εγκαθιστώ κληροδόχο μου την Β. Κ. του Χ., στην οποία κληροδοτώ όλα τα κινητά πράγματα (ενδεικτικά έπιπλα, σκεύη, κ.λ.π.), τα οποία θα ευρεθούν κατά την ημέρα του θανάτου μου στην ανωτέρω οικία μου, που κατέλειπα στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης κατά τα ανωτέρω, η οποία και θα παραλάβει τα κλειδιά της οικίας μου και στη συνέχεια θα τα παραδώσει στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Τέλος στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Σερρών (Παναγίτσα), εκκλησία της ενορίας μου, στην οποία ανήκω και αγαπώ, κληροδοτώ όλα τα χρήματά μου που τυχόν ευρεθούν σε καταθέσεις κατά το χρόνο του θανάτου μου, τα οποία χρήματα εντέλλομαι στον Ιερό Ναό να τα διαθέσει για τις ανάγκες των εξόδων της κηδείας και των μνημοσύνων μου, περαιτέρω δε όλα τα υπόλοιπα να τα διαθέσει για τις ανάγκες του Ενοριακού Φιλοπτώχου Ταμείου του Ιερού Ναού και την ενίσχυση του συσσιτίου της Εκκλησίας και για την κατά το δυνατό διεύρυνση του αριθμού των σιτιζομένων.
Δηλώνω ότι για την τύχη της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας μου θα συντάξω άλλη διαθήκη, με την οποία θα διαθέσω την υπόλοιπη περιουσία μου, καθώς και ότι στη σύνταξη της παρούσας διαθήκης θα προχωρούσα ακόμα και αν γνώριζα ότι υπάρχουν νόμιμοι μεριδούχοι μου ή κάποια πρόσωπα που είναι δυνατόν να αναγνωριστούν στο μέλλον ως νόμιμοι μεριδούχοι".
Γ) Τη με αριθμό ...-2015 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Φ. Α. και δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2017 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Σερρών. Με τη διαθήκη αυτή η διαθέτης, αφού περιέλαβε τη δήλωση "Επισημαίνω ότι εξακολουθεί να ισχύει εξ ολοκλήρου, στο ακέραιο και καθ' όλες τις διατάξεις της η με αριθμό ...-2014 δημόσια διαθήκη μου, που συνέταξα ενώπιόν σας, ονομάζω όμως και εγκαθιστώ κληρονόμους μου με την παρούσα διαθήκη μου τα τέκνα του Ν.
Μ. του Σ. υιού του πρωτεξαδέλφου μου Σ. Μ., α) Π. Μ. του Ν. και β) Μ. Μ. του Ν.", κατέλειπε στις ως άνω μικρανεψιές της, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία από την ακίνητη περιουσία της ένα οικόπεδο, έκτασης 136,75 τ.μ., κείμενο στο συνοικισμό "Καλλιθέα" του Δήμου Θεσσαλονίκης, επί της συμβολής των οδών ..., μετά της επ' αυτού κειμένης παλαιάς διώροφης οικίας.
Επίσης στη διαθήκη αυτή περιέλαβε δήλωση, όπως και στην αμέσως προηγούμενη διαθήκη της, ότι για την τύχη της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας της επρόκειτο να συντάξει άλλη διαθήκη. Δ) Τη με αριθμό ...-2015 δημόσια διαθήκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Σερρών Μ. Κ., που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2017 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Σερρών.
Με τη διαθήκη αυτή η διαθέτης δήλωσε ότι τροποποιεί και συμπληρώνει τη διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Φ. Α., όσον αφορά το σπίτι που κληρονόμησε από το σύζυγό της, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού Αρχαιοτήτων αριθ. 18, μαζί με το επ' αυτού οικόπεδο, το οποίο αφήνει στις ανεψιές της, Δ.
και Ε. Κ. (εναγόμενες), κόρες του αδελφού της Χ. Κ. Με την ίδια διαθήκη κατέλειπε στον βαπτιστικό της Σ. Κ. του Δ. ένα διαμέρισμά της, που βρίσκεται στην Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης. Ε) Τη με αριθμό ...-2016 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Σερρών Μ. Κ. και δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2017 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Σερρών.
Με τη διαθήκη αυτή η διαθέτης εγκατέστησε και ονόμασε κληρονόμους ως προς την παρακάτω αναφερόμενη ακίνητη περιουσία της τις εναγόμενες ανεψιές της και την βαφτιστικιά της Ε. Σ. του Α., στις οποίες κατέλειπε α) στη δεύτερη εναγόμενη Δ. Κ. ένα διαμέρισμα, εμβαδού 22 τ.μ., ευρισκόμενο στην κείμενη επί της οδού ...
πολυκατοικία της πόλης των Σερρών και ένα διαμέρισμα 30 τ.μ., ευρισκόμενο στην κείμενη επί της οδού ... πολυκατοικία της πόλης των Σερρών, β) στην Ε. Σ. του Α. την κυριότητα ενός διαμερίσματος 44,85 τ.μ., ευρισκομένου στην κείμενη επί της οδού ... πολυκατοικία της πόλης των Σερρών και γ) στις δύο εναγόμενες, κατ' ισομοιρία, την κυριότητα του οικοπέδου εμβαδού 136,75 τ.μ.
μετά της διώροφης κατοικίας, που είναι κτισμένη σε αυτό από το έτος 1936, που βρίσκεται στο συνοικισμό "Καλλιθέα" του Δήμου Θεσσαλονίκης στη διασταύρωση των οδών ..., που είχε περιέλθει σε αυτή από κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της, επαναλαμβάνοντας στη διαθήκη αυτή τη διάταξη τελευταίας βουλήσεώς της, που διέλαβε και στη με αριθμό ...-2015 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Σερρών Μ.
Κ., όσον αφορά το ανωτέρω οικόπεδο, εμβαδού 136,75 τ.μ., μετά της παλαιάς διώροφης οικίας, που κατέλειπε στις εναγόμενες. Δήλωσε δε ότι κάθε προηγούμενη διαθήκη της, που αφορά τα ανωτέρω ακίνητα, θεωρείται ανακληθείσα και ανίσχυρη και ισχύει μόνο αυτή και ότι οποιαδήποτε κινητή περιουσία βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου της ή τυχόν άλλη ακίνητη, την οποία δεν έχει διαθέσει με κάποια διαθήκη της, θα περιέλθει κατ' ισομοιρία στις εναγόμενες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 16-2-2018, μετά από αίτηση της πρώτης εναγόμενης, δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως η από ...-2016 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις ...-2017 στις Σέρρες Δ. Κ., ένα χειρόγραφο δυσανάγνωστο κείμενο, γραμμένο σε χαρτί αποσχισμένης από μικρό τετράδιο σελίδας με οριζόντια διαγράμμιση στο κατώτερο ήμισυ αυτής, με τα γράμματα του κειμένου της διαθήκης στο άνω λευκό ήμισυ σημείο της σελίδας, σε δώδεκα επικλινείς γραμμές με επικαλύψεις και κενά, με το εξής περιεχόμενο, κατά γράμμα και ορθογραφία, καθώς και αποτύπωση και στοίχιση: "Σήμερα 12 του 9+5 Φαφρρουυακίου 216 Εγώ ή Δ. Κ. του Α. κ της Ε. κάνα διαθθηκηη ως ε9εεής Το σπνίτι τωνν Σερρών
Στην ... το αφήνομενοτονέκαν στηη εκκη η ι θ ησίσα αυτή την διαθήκη φισο βονερτη τυοηθυιωου αφορά το ητοιηγεμημε τιωα τις φρφρει (μονογραφή) Δ. Κ.".
Στη συνέχεια, με τη με αριθμό κατάθεσης ...-2018 (ΓΑΚ .../2018) αίτηση της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης εναγόμενης Α. Μ., προς το Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην οποία επισυνάφθηκαν 1) ληξιαρχική πράξη θανάτου της Δ. Κ., 2) τα ανωτέρω πρακτικά δημοσίευσης της ιδιόγραφης διαθήκης, 3) γραφολογική (βεβαίωση) ερμηνεία διαθήκης και 4) η με αριθμό 64/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, από την οποία προέκυπτε η συγγενική σχέση της αποβιώσασας με τις εναγόμενες, ζητήθηκε να κηρυχθεί κυρία η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη, που είχε δημοσιευθεί με το προαναφερόμενο πρακτικό.
Με τη με αριθμό 908/31-7-2018 πράξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ανωτέρω αιτήσεως και επί της με αριθμό καταθέσεως ...-2018 (.../2018) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που άσκησαν το ενάγον ν.π.δ.δ. καθώς και το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου", με την οποία ζήτησαν την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και διορίσθηκε πραγματογνώμων η περιλαμβανόμενη στον κατάλογο του ως άνω Δικαστηρίου Ν.
Β., δικαστική γραφολόγος-δικηγόρος, προκειμένου να διερευνηθεί η γνησιότητα της γραφής και υπογραφής της ως άνω διαθέτιδας. Με τη με αριθμό καταθέσεως 26/28-3-2019 έκθεσή της, η ως άνω διορισθείσα γραφολόγος αποφάνθηκε ότι η από ...-2016 υπό έλεγχο ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη φερόμενη διαθέτιδα Δ.
Κ. του Α., καθώς το κείμενο ταυτίζεται γραφολογικά με το σύνολο των πλησιόχρονων αυτής γνησίων- δειγματικών γραφών και υπογραφών της, ιδίως δε, ως προς τη σημαντική εν προκειμένω και εν όψει της πιστοποιημένης σοβαρής γραφοκινητικής παθολογίας της διαθέτιδος (νόσος πάρκινσον, πολλαπλούν μυέλωμα) ποιότητα της χάραξης.
Ακολούθως, με τη με αριθμό ...-2019 πράξη της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κηρύχθηκε κυρία η ως άνω από ...-2016 ιδιόγραφη διαθήκη της Δ. Κ., αλλά δεν αναφέρεται στην ως άνω πράξη το κείμενο της κηρυχθείσας κυρίας διαθήκης αυτής, η ανάγνωση του οποίου δεν επιχειρήθηκε ούτε από την ως άνω διορισθείσα πραγματογνώμονα. Ειδικότερα, στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ν.
Β., μνημονεύθηκε η σοβαρή γραφοκινητική παθολογία της διαθέτιδας, λόγω της νόσου του Πάρκινσον, από την οποία προσεβλήθη, γεγονός που προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες αντίγραφα του βιβλιαρίου ασθενείας της, αλλά η ανάγνωση του κειμένου της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, που είναι δυσχερής, λόγω της δυσκολίας της διαθέτιδας εξαιτίας της ασθένειάς της δεν αναφέρθηκε, παρότι εξετάσθηκε η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της, συγκρινόμενη με άλλες, ευανάγνωστες σημειώσεις της και μάλιστα μεταγενέστερες της γραφής της ως άνω διαθήκης, που βρέθηκαν στο ίδιο πρόχειρο τετράδιο.
Η ως άνω διαθήκη, όμως, πέραν της αντικειμενικής αδυναμίας σαφούς αναγνώσεως του περιεχομένου της, είναι εντελώς ασαφής, αόριστη και ακατάληπτη ως προς το περιεχόμενό της και δη τόσο ως προς το πρόσωπο του τιμώμενου όσο και ως προς τα στοιχεία της χρονολογίας της, καθώς και της ύπαρξης ή μη σε αυτή ανακλητικής διάταξης της προηγούμενης δημόσιας διαθήκης της διαθέτιδας, με την οποία κατέλειπε τη νεοκλασική της οικία στις Σέρρες στο ενάγον.
Η ασάφεια και η αοριστία της διαθήκης ως προς τα στοιχεία αυτά είναι πλήρης, με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα της διαθήκης, καθόσον η θέληση της διαθέτιδας, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε με ερμηνεία της διαθήκης. Ως εκ τούτου, η διαθήκη αυτή είναι άκυρη, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1781 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, η οποία καθορίζει τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως όταν προδήλως η λεκτική τους διατύπωση είναι ασαφής κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται αμφιβολία για την δηλωθείσα βούληση, γεγονός, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι επίμαχες λέξεις της διαθήκης, σχετικά με τη βούληση της διαθέτιδας ως προς το τιμώμενο πρόσωπο, ως προς τη χρονολογία της διαθήκης και ως προς την ύπαρξη ή μη ανακλητικής διάταξης σε αυτή προηγούμενης διαθήκης, ερμηνεύτηκαν διαφορετικά από τους τεχνικούς συμβούλους των διαδίκων με όλως αντίθετη ερμηνεία και δη προς το συμφέρον του εντολέως κάθε διάδικης πλευράς.
Ειδικότερα, κατά την από 14-6-2019 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Ν. Κ. και Μ. Π., που συντάχθηκε κατ'εντολή του ενάγοντος, το κείμενο της από ...-2016 ιδιόγραφης διαθήκης της Δ. Κ. διαβάζεται ως εξής: "Σήμερα 12 του 9-15 Φαφρρουυαρίου 2016 Εγώ ή Δ. Κ. του Α. κ της Ε. κάνα διαθθηκηη ως ε9εεής:Το σπίτι τωνν (μη γραμματικός συνδυασμός) Σερρών Στην ... (δυσανάγνωστο) ...
το αφήνομνστονν ιναόνηο στηηΕκκηησίσα αυτή την διαθήκη φησο (δυσανάγνωστο) ιναι οΒ ωρρ τη ποηγομενης που αφορά το ακίνητο Τη εγραψψέχωνταςσωωα τα φρφρενο (Μη γραμματική χάραξη εν είδει υπογραφής) Δ Κ.". Κατά την ερμηνεία των ως άνω τεχνικών συμβούλων του ενάγοντος το νόημα της διαθήκης συνίσταται στο ότι η διαθέτης επιθυμεί να αφήσει το σπίτι των Σερρών, επί της ... ...
στον Ιερό Ναό, στην Εκκλησία. Επομένως, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, όχι στο ενάγον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης", αλλά σε κάποιον Ιερό Ναό, που δεν κατονομάζει ή στην Εκκλησία. Αντιθέτως, κατά την από ...2017 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης του δικαστικού γραφολόγου Π.
Κ., που συντάχθηκε κατ' εντολή των εναγομένων και η οποία προσκομίσθηκε από τις εναγόμενες και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για την κήρυξη κυρίας της ως άνω διαθήκης, το κείμενο της από ...-2016 ιδιόγραφης διαθήκης της Δ. Κ. του Α. διαβάζεται ως εξής: "Σήμερα 12 ΠΜ 9 15 Φαφρουυαίου 016 εγώ η Δ. Κ. του Α. κ της Ε. κανα διαθήκη ως εεξής.
Το σπιίτι των Σερρών Στην ... το αφήνω στο κανέναν στη η εκκησισα (άνωθεν ηιο) αυτή την διαθήκη αναο είναι ανερτηποηγούμενη που αφορά το ακίνητο. Την εγραψψεονταςσωωας τα φρρρενοΥπογραφή (ως μονογραφή)Δ. Κ.". Κατά την ερμηνεία του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων το νόημα της διαθήκης αυτής είναι ότι η διαθέτης το σπίτι των Σερρών το αφήνει στον κανέναν (όχι) στην Εκκλησία και ότι με αυτή τη διαθήκη η διαθέτης ανακαλεί την προηγούμενη που αφορά το ακίνητο αυτό.
Η διαθέτης, όμως, με την προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη της, το σπίτι των Σερρών, επί της ... ..., δεν το άφησε σε εκκλησία (ιερό ναό) ή στην Εκκλησία γενικότερα, όπως αποφαίνεται ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, αλλά στην "Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης", που αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο και συνεπώς και υπό αυτή την υποθετική ερμηνεία, η τυχόν υπάρχουσα δήλωση ανάκλησης προηγούμενης διαθήκης, ως παντελώς ασαφής και αόριστη είναι άκυρη.
Επομένως, ούτε από τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, που οδηγούν σε διαμετρικά αντίθετο συμπέρασμα, αν και διενεργήθηκαν από επιστήμονες που διαθέτουν ειδικές προς τούτο γνώσεις, αίρεται η αοριστία του περιεχομένου της διαθήκης, που είναι πλήρης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συναχθεί η αληθινή βούληση της διαθέτιδας για την τύχη του ανωτέρω περιουσιακού της στοιχείου.
Ενόψει δε, του κατά τα ανωτέρω όλως ασαφούς περιεχομένου της διαθήκης, που δεν επιδέχεται βέβαιης ερμηνείας, δεν καταλείπεται έδαφος και για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εκκαλουσών-εναγομένων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, με την ίδια ως άνω, κατά βάση, αιτιολογία, που συμπληρώνεται και με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (534 ΚΠολΔ), έκρινε ότι είναι άκυρη ως εντελώς ασαφής και αόριστη η από ...-2016 ιδιόγραφη διαθήκη της Δ. Κ. του Α., που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών και έκανε δεκτή τη σωρευόμενη στο ως άνω δικόγραφο αγωγή του εφεσιβλήτου περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω διαθήκης ως νόμιμη και βάσιμη από ουσιαστική άποψη και ακολούθως αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα ενάγοντος ως εκ διαθήκης κληρονόμου της Δ.
Κ. του Α. στην πλήρη κυριότητα του ακινήτου που του κατέλειπε με αυτή, ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1781 και 173 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις, που τέθηκαν υπόψη του, εκτίμησε και ουδόλως έσφαλε, ως προς τα θέματα αυτά, όπως αβασίμως αιτιώνται οι εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής τους, που ως εκ τούτου κρίνονται απορριπτέοι.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, περιέλαβε πλεοναστικώς στην εκκαλούμενη απόφασή του, την επάλληλη, προς την ανωτέρω κρίση του, παραδοχή ότι "προκειμένου να διερευνηθεί έτι περισσότερο η αληθινή βούληση της διαθέτιδας με στόχο την υποκειμενική της άποψη, αδιαφόρως του νοήματος που της αποδίδεται από τους τρίτους, ενόψει της υπεροχής του γενικού ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, τυγχάνουν ερευνητέες και οι περιστάσεις, που συνοδεύουν τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, προς εξεύρεση της εικαζομένης, έστω, βουλήσεως της διαθέτιδος".
Βάσει δε της παραδοχής αυτή, αφού ερμήνευσε τις περιστάσεις, υπό τις οποίες συντάχθηκε η επίδικη διαθήκη, κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα "Κατά τον χρόνο που η κληρονομουμένη συνέταξε το επίδικο έγγραφο, δεν είχε animus testandi, δηλαδή τη βούληση να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη με σκοπό να ανακαλέσει την προγενέστερη υπ' αριθ. ...-2014 δημόσια διαθήκη της, προκειμένου να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ των εναγομένων.
Συνεπώς, η φερόμενη από ...-2016 ως ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ...-2018 πρακτικό δημοσιεύσεως ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών είναι - και βάσει του επάλληλου αυτού συλλογισμού - άκυρη". Πρόκειται για πλεοναστική παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον η ετέρα παραδοχή του, ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη ως εντελώς ασαφής και αόριστη, στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η ανωτέρω επάλληλη παραδοχή του, αφού αυτή προϋποθέτει ότι η βούληση της διαθέτιδας στο περιεχόμενο της διαθήκης εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας κάποιο κενό, οπότε για την ανεύρεση αυτής ήταν αναγκαία η ερμηνεία της με χρήση στοιχείων κειμένων εκτός αυτής, ενώ η επίδικη διαθήκη κρίθηκε άκυρη για το λόγο που προεκτέθηκε, ήτοι ως εντελώς ασαφής και αόριστη και μη επιδεχόμενη ερμηνείας.
Επομένως, εφόσον από την εκκαλούμενη απόφαση προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, από τα οποία μπορεί να ελεγχθεί ότι εφάρμοσε κυρίως τη διάταξη του άρθρου 1781 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 173 του ίδιου Κώδικα, τα στοιχεία των οποίων συνέτρεχαν, δεν υφίσταται αντιφατικότητα των αιτιολογιών από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του ούτε καταλείπονται αμφιβολίες από τις ως άνω παραδοχές της, ως προς το αποδεικτικό πόρισμα, με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για την παραδοχή της αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης.
Κατόπιν αυτών, εφόσον τα περιστατικά, που ανάγονται στην ερμηνεία της διαθήκης διατυπώθηκαν επαλλήλως εκ περισσού ως παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβλήθηκε με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττονται ως αντιφατικές οι αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (κύρια και επάλληλη) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. ... .".
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του Α.Κ. προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις (Α.Π. 627/2005).
Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής απόψεως του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη (Α.Π. 233/2020, Α.Π. 569/2013).
Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη προκύπτει, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της διαθήκης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την εύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (Α.Π. 105/2013). Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για τη μη ύπαρξη ή την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά την τελευταία αυτή διαπίστωση, για την αληθινή βούληση του διαθέτη, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα, συνεπώς, με τα παραπάνω, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, που θεσπίζουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του Α.Κ., όταν, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και, ως εκ τούτου, την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία αυτή, στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δήλωση αυτή βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 604/2011).
Οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά την ερμηνεία, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την αληθινή βούληση του διαθέτη (Α.Π. 229/2004).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1781 του Α.Κ., η οποία ορίζει ότι είναι άκυρη η διάταξη διαθήκης υπέρ προσώπου τόσο αορίστου ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 173 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται επί διαθήκης και καθορίζει τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως όταν προδήλως η λεκτική τους διατύπωση είναι ασαφής σε τρόπον ώστε να δημιουργείται αμφιβολία για τη δηλωθείσα βούληση, προκύπτει η γενική αρχή ότι και οι διατάξεις σε διαθήκη (ως και οι τέτοιες στις εν ζωή δικαιοπραξίες) είναι άκυρες όταν είναι τόσο ασαφείς ώστε να μη μπορεί με την ερμηνεία τους να συναχθεί η θέληση του διαθέτη.
Ασαφής δε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι η διάταξη της διαθήκης είτε διότι είναι ακατάληπτη είτε διότι είναι παντελώς αόριστη ώστε να δημιουργείται σύγχυση για τους κληρονόμους των οποίων θέλησε να εγκαταστήσει ο διαθέτης και τα κληρονομιαία στοιχεία στα οποία εγκατέστησε αυτούς, η ασάφεια δε αυτή δεν μπορεί να αρθεί με ερμηνεία των δηλώσεων που υπάρχουν στη διαθήκη (Α.Π. 1820/2014, Α.Π. 783/2001, Α.Π. 164/1988, Α.Π. 33/1962).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά τον νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναιρέσεως, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κτλ και τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της αποφάσεως ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναιρέσεως στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι (Α.Π. 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (Ολ.Α.Π. 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.Α.Π. 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 196/2022, Α.Π. 1388/2018, Α.Π. 1014/2010).
Eκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των παραπάνω άρθρων υπάρχει, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., όταν, παρότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας, κενό, δηλαδή, ή ασάφεια της δηλώσεως βουλήσεως που περιέχεται στη διαθήκη, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόστηκαν κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξευρέσεως της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη (Α.Π. 105/2013).
Για την πληρότητα, τέλος, του λόγου αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, προσέφυγε, παρά ταύτα, στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 1210/2008). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, που αναφέρονται σε ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του Α.Κ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων, κατά περιεκτική, αλλά πλήρη, απόδοση των διαλαμβανομένων στο δικόγραφο του αναιρετήριου σχοινοτενών ισχυρισμών και επιχειρημάτων στο ότι αφενός μεν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αν και είχε υπηρεσιακή υποχρέωση να αναζητήσει την αληθινή βούληση της κληρονομούμενης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και δέχτηκε ότι η επίδικη διαθήκη είναι δυνατό να αναγνωστεί έτσι ώστε να προκύψει με ερμηνεία η βούληση της κληρονομούμενης εν τούτοις δέχτηκε περαιτέρω ότι το κείμενο της διαθήκης είναι ασαφές και ακατάληπτο, χωρίς να επιχειρήσει ερμηνεία αυτής με στοιχεία εκτός της διαθήκης ή επιχειρήματα, αφετέρου δε, καίτοι δέχτηκε ότι το περιεχόμενο της διαθήκης είναι ασαφές και ακατάληπτο αναφέρεται σε παρατηρήσεις της γραφολόγου Ν.
Β., στις οποίες γίνεται αναφορά σε δυσχέρεια αναγνώσεως της διαθήκης και σε μεταγενέστερα της συντάξεως της διαθήκης γραπτά κείμενα της κληρονομούμενης, τα οποία είναι αναγνώσιμα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη "...
είναι εντελώς ασαφής, αόριστη και ακατάληπτη ως προς το περιεχόμενό της και δη τόσο ως προς το πρόσωπο του τιμωμένου όσο και ως προς τα στοιχεία της χρονολογίας της, καθώς και της ύπαρξης ή μη σε αυτή ανακλητικής διάταξης της προηγούμενης δημόσιας διαθήκης της διαθέτιδος, με την οποία κατέλειπε τη νεοκλασική της οικία στις Σέρρες στο ενάγον.
Η ασάφεια και η αοριστία της διαθήκης ως προς τα στοιχεία αυτά είναι πλήρης, με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα της διαθήκης, καθόσον η θέληση της διαθέτιδας, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε με ερμηνεία της διαθήκης. Ως εκ τούτου, η διαθήκη είναι άκυρη ... .". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με παραδοχές σαφείς και άνευ αντιφάσεων δέχτηκε ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, μη επιδεχόμενη ερμηνείας για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως της διαθέτιδας.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019) και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 1079/2019).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 εδάφ.
γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1208/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 793/2015, 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τα εδάφια α' και γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών αυτών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε και συναξιολόγησε μετά των λοιπών τρεις ένορκες βεβαιώσεις δοθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, στις 30.09.2020 και ώρα 10:00, χωρίς να γίνεται αναφορά στη σχετική κλήση η διαφορετική ώρα, στην οποία θα διδόταν καθεμία, καθώς και ότι η σχετική έλλειψη καθιστά αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) παράνομο αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως και τούτο διότι, πλην του ανωτέρω ισχυρισμού, οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτόν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως επιτάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ενόψει του ότι η παρούσα περίπτωση δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις της αυτής παραγράφου του αυτού άρθρου.
Σε κάθε όμως περίπτωση η σχετική, από 18.09.2020, κλήση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 422 του Κ.Πολ.Δ. η δε ταυτότητα ώρας για την παροχή των ένορκων βεβαιώσεων δεν συνιστά ελάττωμα αυτής.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, που και αυτός διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από το εδάφ. γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα με το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως τη νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα " από 04.12.2017 βεβαίωση ερμηνείας διαθήκης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου καθ.
Π. Κ." ενώ με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου οι αυτές διάδικοι διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα, νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα, εξήντα ένα (61) έγγραφα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, παραδεκτά προβάλλεται, αλλ'είναι αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και από όλα τα έγγραφα " ..., από όλα τα επικαλούμενα και νομοτύπως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ειδικώς μνημονευόμενα κατωτέρω ή μη, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ...
εκτιμώμενα αυτοτελής ως έγγραφα αποδεικτικά μέσα ή ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία ... " σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφο αυτά.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π 25/2003, Ολ.Α.Π 3/1997).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.Α.Π 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση αποδείξεως του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του.
Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολ.Α.Π 3/1997, Α.Π. 107/2020). Επιπλέον, δεν αποτελούν δε "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και δεν ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως επουσιώδεις ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης και αυτοπρόσωπης εμφανίσεως και καταθέσεως των διαδίκων (Α.Π. 838/2008, Α.Π. 1084/1993, Α.Π. 412/1976).
Λόγος αναιρέσεως δημιουργείται κατ' άρθρον 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. μεταξύ άλλων και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης (Ολ.Α.Π. 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ανακοπής τρίτου, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ένδικου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επιμέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 467/2021, Α.Π. 54/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 355 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 του Κ.Πο.λΔ. (Α.Π. 902/2009, Α.Π. 1189/2008).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του λόγου διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αγνόησε και δεν έκρινε τους πέντε λόγους της εφέσεώς τους κατά της αποφάσεως του πρωτόδικου Δικαστηρίου ενώ αγνόησε και το αίτημά τους για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης.
Ο λόγος αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι απαράδεκτος όσον αφορά στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, αυτός δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη λόγων εφέσεως. Ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, όπως εκτιμάται, αναφέρεται στην επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, ενόψει της, κατά τα προαναφερόμενα πλήρους διαγνώσεως από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και της διασφάλισης των δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών (Α.Π. 983/2021, Α.Π. 1142/2020), Α.Π. 983/2021).
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου προκύπτει ότι οι λόγοι τους οποίους φέρεται ότι αγνόησε και άφησε αδίκαστους το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αφορούν σε πράγματα ήτοι σε παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός των εκκαλουσών ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου τους (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 602/2022, Α.Π. 385/2021), αλλά αφορούν σε αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής ενώ ως προς το αίτημα των αναιρεσειουσών για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης το απορρίψαν αυτό δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε ότι για το εριζόμενο ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Αναφορικά τώρα με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου, που επιχειρείται να στηριχθεί στην πρόβλεψη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται ότι απαραδέκτως προβάλλεται και τούτο διότι η φερόμενη ως εκ πλαγίου παράβαση αφορά διατάξεις του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικών αιτημάτων του αναιρεσίβλητου και του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος, οι αναιρεσείουσες, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητου και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος), τα οποία, για το αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνον) θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.11.2022 αίτηση των Ε., συζύγου Κ. Κ., το γένος Χ. και Α. Κ., και Δ., συζύγου Γ. Λ., το γένος Χ. και Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. 1484/13.07.2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχον καταθέσει οι αναιρεσείουσες.
Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος τα οποία ορίζει στα ποσά των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€) και τριακοσίων ευρώ (300,00€) αντιστοίχως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία με το βαθμό της Αντιπροέδρου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ