Legislator Case Law & Legislation
1227/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company's refusal of lost income compensation due to procedural error.

Case Number 1227/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed appeals filed by an insurance company and a claimant against a final lower court decision denying lost income compensation. The court found a procedural error regarding the calculation of the additional disability allowance but rejected arguments that this benefit should offset the claimant's lost income due to his inability to work. Consequently, the appealed judgment was annulled only on the specific grounds identified, and the case was remitted for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573, 580, 495, 176, 178, 191 of the Code of Civil Procedure: A procedural error in calculating the additional disability allowance constitutes grounds for appeal, but the statutory allowance for such disability does not offset a separate claim for lost income when the claimant is unable to work.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal procedure disability allowance lost income compensation remittal for retrial procedural error insurance liability

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 560/2013
Case 123/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1227 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1227/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη του υιού του Σ. - Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πουλόπουλο, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σεβαστή Ντογιάκου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη του υιού του Σ. - Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πουλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2016 αγωγή του Α. Κ. του Β., ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του υιού του Σ. - Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-5-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 763/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4829/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 3-5-2022 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 12-7-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2023, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 3/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τις υπό κρίση: Α) από 3-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3993/420/2022) και Β) από 12-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6663/671/2023), αιτήσεις αναίρεσης, διώκεται η αναίρεση της με αριθ. 4829/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ).

Οι αιτήσεις πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συνεκδικασθούν, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 602/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. 5826/29-8-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών, Δ. Μ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες στην ως άνω υπό στοιχείο (Α), από 3-5-2022, αίτηση αναίρεσης, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 3-5-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 4829/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-1-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων της εν λόγω αίτησης αναίρεσης Ε.

Κ.. Η τελευταία όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης (συνεκδικαζόμενης) αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 του ΚΠολΔ, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του περί αυτής δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), διαφορετικά είναι απαράδεκτη έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο που συζητείται η αναίρεση (ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 1087/2020).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 327/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 602/2021).

Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι καθενός ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 602/2021, ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην της δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης στην από 7-9-2020 έφεση (της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.Α." και του Α. Κ.) - πρώτης και δεύτερης εναγόμενης στην από 2-3-2016 αγωγή του ενάγοντος Α.

Κ. και ήδη δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητης στην υπό στοιχείο (Α), από 3-5-2022, των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης Ε. Κ. και Μ. Κ. και δημοσιεύθηκε στις 24-11-2021. Όμως οι αναιρεσείοντες στην ως άνω, από 3-5-2022, αναίρεση (ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.Α." και Α. Κ.), δεν επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αυτής εφετειακής απόφασης στις ως άνω ερημοδικασθείσες (δεύτερη και τρίτη των ως άνω εφεσίβλητων και ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητη Ε.

Κ. και Μ. Κ.), ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι έχει κοινοποιηθεί σε αυτές η εν λόγω εφετειακή-αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι` αυτές, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης από 3-5-2022 υπό στοιχείο (Α) αίτησης αναίρεσης, δεν άρχισε να τρέχει για τις εν λόγω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, είναι απορριπτέα (η υπό στοιχείο Α αίτηση αναίρεσης), ως απαράδεκτη, καθόσον ως προς αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτές τελεσίδικη, σε αντίθεση με τους λοιπούς των αναιρεσίβλητων στην εν λόγω αίτηση αναίρεσης (1.

Α. Κ. και 4. ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ."), που συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, ως προς τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Αν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, υπάρχει αοριστία, που καθιστά την αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη και συνεπεία τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, αν δε στρέφεται κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει τέτοιο λόγο.

Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού ούτε η επανάληψη του κειμένου της διάταξης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναίρεσης.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρ. 577 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 1510/2017).

Σε ακολουθία των παραπάνω, η υπό στοιχείο (Α), από 3-5-2022, αίτηση αναίρεσης και ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ." είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη εκ του λόγου ότι από την επισκόπηση του σχετικού αναιρετηρίου προκύπτει ότι δεν περιέχεται κάποια αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που να αφορά τις σχέσεις των αναιρεσειόντων της εν λόγω αίτησης και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (έστω και απαράδεκτος ή αόριστος λόγος που να αρμόζει στο πρόσωπό της) και δυνάμενη να οδηγήσει σε αναίρεση της απόφασης αυτής.

Συνεπώς, κατόπιν αυτών η κρινόμενη, από 3-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3993/420/2022), αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο), κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος στην από 3-5-2022 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 3993/420/2022) και αναιρεσίβλητος στην από 12-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6663/671/2023) αίτηση αναίρεσης, υπό δικαστική συμπαράσταση τελών Σ. - Α. Κ., εκπροσωπούμενος από τον διορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη του, με την από 2-3-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 11000/41/1016) κύρια αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι, με την με αριθ. 3062/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του, κρίθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τόπο και χρόνο, από συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αφενός της πρώτης εναγόμενης Ε.

Κ., η οποία οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης Μ. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ." και αφετέρου του τέταρτου εναγόμενου Α.

Κ., ο οποίος οδηγούσε την με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη, για τις προς τρίτους ζημίες, στη πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.Α.", στην οποία επέβαινε ο ενάγων, προκλήθηκε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά την σύγκρουση των ως άνω οχημάτων, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του και την συνεπεία αυτού επελθούσα μόνιμη και εφόρου ζωής αναπηρία του κατά ποσοστό 90%, με δυσμενείς συνέπειες στην επαγγελματική και κοινωνικοοικονομική του εξέλιξη, καθόσον αυτός κατέστη έκτοτε ολικά ανίκανος για εργασία, κατά τα αναφερόμενα λεπτομερώς στην ένδικη αγωγή, καθώς επίσης και ότι μετά την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής του και την έκδοση της ως άνω απόφασης, έχει υποστεί και θα υποστεί και στο μέλλον περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία, ζητούσε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν, ως θετική και αποθετική ζημία και ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επίσης, με την από 16-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 19432/776/2016) παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή), ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων στην ως άνω (κύρια) αγωγή (Α. Κ. και ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.Α."), ισχυριζόμενοι ότι, ασκήθηκε σε βάρος τους, καθώς και σε βάρος των παρεμπιπτόντως εναγομένων η ως άνω αγωγή και ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης, η οποία οδηγούσε το με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", άλλως σε συνυπαιτιότητα αυτής κατά ποσοστό 95%, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στην αγωγή (αναγωγή), ζητούσαν, να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, οφείλουν να τους καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί σε βάρος τους και υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Επί των δικογράφων αυτών (κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής) εκδόθηκε η με αριθ. 763/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η κύρια αγωγή του ενάγοντος και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, ως αποζημίωση (θετική και αποθετική ζημία) και ως παροχή από το άρθρο 931 του ΑΚ, ενώ δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή των παρεμπιπτόντως εναγόντων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγόμενων να καταβάλουν, στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες το 50% οποιουδήποτε ποσού καταβάλουν αυτοί στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι: α) από 19-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3094/244/2021) έφεση του ενάγοντος της, από 2-3-2016, κύριας αγωγής κατά των εναγόμενων, β) από 14-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 65903/5380/2020) έφεση της τρίτης εναγόμενης στη κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ." κατά του ενάγοντος στην ίδια (κύρια) αγωγή Σ.-Α.

Κ. και γ) από 7-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 64541/5259/2020) έφεση της πέμπτης και τέταρτου των εναγόμενων στην κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.Α." και Α. Κ. κατά του ενάγοντος της κύριας αγωγής και, επικουρικά, των παρεμπιπτόντως εναγόμενων της από 16-5-2016 παρεμπίπτουσας αγωγής, με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και ο μεν εκκαλών στη πρώτη των ως άνω εφέσεων την καθ` ολοκληρία παραδοχή της αγωγής του, οι δε εκκαλούντες στη δεύτερη και τρίτη των ως άνω εφέσεων την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου τους.

Επί των εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 4829/2021 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν οι εφέσεις τυπικά και ουσιαστικά δεκτές, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάστηκαν εκ νέου η από 2-3-2016 κύρια αγωγή και η από 16-5-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη η από 2-3-2016 κύρια αγωγή του ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της, και, επίσης, έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 15-6-2016 αγωγή των παρεμπιπτόντως εναγόντων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 164/2021).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β'του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται - με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών - από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις - έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), δηλ.

για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 801/2023, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 334/2019). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα - δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής - ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 801/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει, συναφώς, να εκτίθενται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 870/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1509/2022).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 162/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ.: "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).

Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή, κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Προκύπτει επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και, κατ' ανάγκην, συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 1516/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1364/2013).

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται, για αυτό και ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 999/2021). Ενόψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμη, ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.

Για να επιδικαστεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής, κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 999/2021, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006). Τέλος, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), ως προς το πληττόμενο με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας (διαφυγόν κέρδος) του ενάγοντος, το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, αν δεν τραυματιζόταν κατά το ένδικο ατύχημα, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''...Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, πλην όμως λόγω του ένδικου τραυματισμού του δεν πρόλαβε να ορκιστεί και να λάβει το πτυχίο του (βλ.

με αριθ. πρωτ. ...2012 προσκομιζόμενο πιστοποιητικό της Γραμματείας του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών). Επίσης είχε παρουσιαστεί στο στρατό και κόντευε να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα Α.

Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως καθώς και στη κατάθεση της Λ. Κ. που περιέχεται στη με αριθμ. 38/2018 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Έ. Ξ.. Ο ενάγων είχε ήδη προ του ατυχήματος προβεί σε αναζήτηση εργασιακής απασχόλησης και είχε υποβάλει αίτηση να προσληφθεί ως μηχανολόγος μηχανικός στην εταιρία ΤΕΜΕS του ομίλου COSTA NAVARINO.

Όπως αποδεικνύεται από την από 16-5-2011 επιστολή της ανωτέρω εταιρίας, η τελευταία αποδέχθηκε την αίτηση αυτή αφού αξιολόγησε τα στοιχεία του βιογραφικού του και τη συνέντευξη που είχε δώσει ο ενάγων και τον καλούσε εντός του πρώτου δεκαήμερου του Ιουνίου του έτους 2011 να προσέλθει στα γραφεία της για την υπογραφή συμβάσεως αορίστου χρόνου με έναρξη την 1-7-2011 και με αμοιβή 1.650 ευρώ μηνιαίως επί της οποίας θα επιβάλλονταν οι νόμιμες κρατήσεις.

Ο ισχυρισμός της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας ότι η επιστολή αυτή δόθηκε προς διευκόλυνση και στα πλαίσια της κακώς εννοούμενης αλληλεγγύης δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα καταρρίπτεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Γ. Σ. και Λ. Κ., μητέρας και εξαδέλφης του ενάγοντος, που περιέχονται στις με αριθυ. 37/2018 και 38/2018 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Έ.

Α. Ξ., οι οποίες με σαφήνεια κατέθεσαν ότι πράγματι ο εναγών είχε κάνει αίτηση για εργασία στην ανωτέρω εταιρία η οποία απάντησε θετικά (δεχόμενη την αίτησή του), χωρίς να έχει κανένα λόγο να στείλει αυτή την επιστολή στον ενάγοντα εάν δεν είχε πρόθεση να τον προσλάβει καθώς και ότι πρόκειται για μία εταιρία παγκοσμίου μεγέθους, που απασχολεί πάνω από 1.000 υπαλλήλους.

Επομένως ο ενάγων, με μεγάλη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν είχε συμβεί το επίδικο ατύχημα, θα είχε συνάψει σύμβαση εργασίας με την ανωτέρω εταιρία από 1-7-2011 με μηνιαίο μισθό 1.650 ευρώ μεικτά. Επομένως θα αποκόμιζε με μεγάλη πιθανότητα για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 μέχρι την 30-6-2025 το ποσό των 1.650 ευρώ Χ 168 μήνες= 277.200 ευρώ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσοστό 30% ίσο με το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στον τραυματισμό του και επομένως να του επιδικασθεί το ποσό των 184.040 ευρώ ήτοι 1.155 ευρώ μηνιαίως Χ 168 μήνες ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, είχε απορρίψει το αίτημα αυτό και δίκασε κατ' ουσία την από 2-3-2016 αγωγή του ενάγοντος, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα για διαφυγόντα κέρδη από απώλεια εισοδήματος, ο καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 194.040 ευρώ σε μηνιαίες ισόποσες δόσεως των 1.155 ευρώ κατά μήνα από 1-7-2011 έως 30-6-2025.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 929 του ΑΚ που αναφέρονται στα αναιρετήρια, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του δικονομικού συλλογισμού, δικαιολογούν δε την παραδοχή της αγωγής του ενάγοντος για την αποθετική ζημία του για το χρονικό διάστημα μέχρι την 30-6-2025, αφού το διαφυγόν κέρδος, αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά και για την αποκατάστασή του, αρκεί η πιθανότητα της πραγματοποίησής του, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 1516/2018).

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι: α) ο ενάγων, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, β) λόγω του ένδικου τραυματισμού του δεν πρόλαβε να ορκιστεί και να λάβει το πτυχίο του, γ) είχε παρουσιαστεί στο στρατό και ολοκλήρωνε τη στρατιωτική του θητεία, δ) είχε ήδη, προ του ατυχήματος, προβεί σε αναζήτηση εργασιακής απασχόλησης και είχε υποβάλει αίτηση να προσληφθεί ως μηχανολόγος μηχανικός στην εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΜΕS" του ομίλου "COSTA NAVARINO", ε) η εταιρία αυτή, αφού αξιολόγησε τα στοιχεία του βιογραφικού του και τη συνέντευξη που αυτός είχε δώσει, αποδέχθηκε, με την από 16-5-2011 επιστολή της, την αίτησή του και τον καλούσε εντός του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Ιουνίου του έτους 2011 να προσέλθει στα γραφεία της για την υπογραφή σύμβασης αορίστου χρόνου με έναρξη την 1-7-2011 και με μεικτές αποδοχές 1.650 ευρώ κατά μήνα και στ) ο ενάγων, με μεγάλη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν είχε συμβεί το επίδικο ατύχημα, θα είχε συνάψει, από 1-7-2011, τη σύμβαση εργασίας με την ως άνω εταιρία και με μηνιαίο μισθό 1.650 ευρώ μεικτά, θα αποκόμιζε δε, με μεγάλη πιθανότητα, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 μέχρι 30-6-2025, το ποσό των 1.650 ευρώ Χ 168 μήνες και συνολικά 277.200 ευρώ, αιτιολογημένα δε απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η ως άνω επιστολή δόθηκε προς διευκόλυνση και στα πλαίσια της κακώς εννοούμενης αλληλεγγύης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ." στην υπό στοιχείο (Β) αίτηση αναίρεσης και οι αναιρεσείοντες στην υπό στοιχείο (Α) αίτηση αναίρεσης με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1εδ.

α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό στοιχείο (Α) αίτηση αναίρεσης, κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, της πιθανότητας δηλαδή ως στοιχείου του διαφυγόντος κέρδους της ζημίας του ενάγοντος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων στην εν λόγω αναίρεση που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά τους αναιρεσείοντες, σε αντίθεση με το ότι η μελλοντική ζημία του (ενάγοντος) ήταν πιθανή, με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων στην ως άνω αναίρεση, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 118/2019).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο των αναιρέσεών τους και υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις παραδοχές της περί επιδίκασης στον ενάγοντα διαφυγόντων εισοδημάτων με μόνο το από 16-5-2011 ιδιωτικό έγγραφο "οδηγήθηκε σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ άνευ αιτιολογίας, άλλως χωρίς να χωρήσει επαρκής αιτιολογία για το ζήτημα της θεμελίωσης του ως άνω κονδυλίου διαφυγόντων εισοδημάτων αφού δεν αιτιολόγησε το συμπέρασμά της με τη συνδυασμένη απόδειξη με το λοιπό αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης που αφορά το κονδύλιο αυτό το οποίο ήταν ανύπαρκτο και άνευ ερείσματος" παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλέον της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται στα αναιρετήρια ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 19/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής (όπως και στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ0, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 576/2018). Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της υπό στοιχείο (Α) αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα επιδίκασης στον ενάγοντα μελλοντικών διαφυγόντων κερδών στηρίχτηκε σε ένα ιδιωτικό έγγραφο με ημερομηνία μετά το τροχαίο ατύχημα και δεν συνδυάστηκε με άλλες αποδείξεις ώστε να οδηγήσει αδιστάκτως σε ασφαλή δικανική πεποίθηση, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτό, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλεται αιτίαση για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4104/1960 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων τινών οργανωτικών και διοικητικών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του β.δ/τος 226/23-2/21-3-1973 και το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή τις υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου που απορρέει από το άρθρο 929 του ΑΚ κατά του υπόχρεου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ (είτε κατέβαλε, είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοοικονομική παροχή προς κάλυψη της ζημίας) από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.

Με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, που ισχύει από 21-12-2006, οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23-2/21-3-1973, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων, καθώς και στον ΟΓΑ.

Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στους ως άνω ασφαλιστικούς οργανισμούς της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών αυτού προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου.

Τέτοια αντιστοιχία υπάρχει όταν και οι δύο παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τελούν, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Έτσι, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, η σχετική αξίωση του παθόντος μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό του φορέα και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη και των δύο παροχών από τον παθόντα και ισχύει (η σωρευτική απόληψη) για ασφαλιστικούς φορείς ως προς τους οποίους δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη.

Για τη μεταβίβαση αυτή αρκεί το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος δικαιούται ασφαλιστικές παροχές (αδιάφορα αν έχουν καταβληθεί ή όχι), οι οποίες να τελούν σε χρονική και ουσιαστική αντιστοιχία με την αξίωση αποζημίωσης. Ο ασφαλισμένος παθών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει από τον ζημιώσαντα τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σε αυτόν το ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα.

Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι, κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας.

Συνεπώς, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, περιορίζεται αντίστοιχα η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το φορέα ασφάλισής του.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ν. 1140/1981 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 4169/1961 "περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και άλλων τινών διατάξεων", όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του το ν. 4042/1992 "Ασφαλισμένοι φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή, ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας - παραπληγίας με ποσοστό ιατρικής αναπηρίας 67% και άνω δικαιούνται μηνιαίου εξωιδρυματικού επιδόματος.

Του αυτού επιδόματος δικαιούνται και τα μέλη οικογενείας των ησφαλισμένων τα πάσχοντα εκ της αυτής νόσου. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται εκ μιας μόνον πηγής. Το ύψος του ως άνω επιδόματος, αι κατηγορίαι δικαιούχων, αι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως και αναστολής καταβολής τούτου, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται δι` αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ.

εκάστου φορέως κυρίας ασφαλίσεως. Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους Ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50% εφ' όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία)".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι μεταξύ των χρηματικών παροχών που καταβάλουν οι πιο πάνω ασφαλιστικοί φορείς, μεταξύ των οποίων και ο Ο.Π.Α.Δ. (Δημόσιο), ως εντασσόμενος στον ΕΦΚΑ στον παθόντα ασφαλισμένο τους περιλαμβάνεται και το εξωιδρυματικό (παραπληγικό) επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 1140/1981.

Ο ΕΦΚΑ όμως από μόνο το λόγο ότι καταβάλει το ως άνω επίδομα δεν σημαίνει αναγκαίως ότι υποκαθίσταται αυτοδικαίως σε κάθε σχετική ισόποση αξίωση του παθόντος κατά του υπόχρεου. Για την υποκατάσταση αυτή προϋποτίθεται ότι ο παθών ασφαλισμένος έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετική αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου.

Τέτοια δε αξίωση έχει ο παθών, όταν, λόγω της ειδικής κατάστασης στην οποία περιέρχεται, έχει ανάγκη πρόσθετης υποστήριξης από άλλο πρόσωπο και, κατά συνέπεια, υποβάλλεται σε επί πλέον έξοδα, εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, κατ' άρθρο 929 του ΑΚ. Για την κάλυψη αυτής της ανάγκης παρέχεται το ως άνω παραπληγικό επίδομα, το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος (ΑΠ 752/2021, ΑΠ 1573/2017, ΑΠ 676/2017, ΑΠ 560/2013, ΑΠ 163/2012).

Το ως άνω όμως εξωιδρυματικό (παραπληγικό) επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 1140/1981, δεν τελεί σε σχέση αντιστοιχίας με την έννοια που προαναφέρθηκε με τα διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος-τραυματισμένου λόγω ανικανότητάς του για εργασία, που νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώνει δικαστικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 929 και 930 παρ. 3 του ΑΚ, ανεξάρτητα από την καταβολή του εξωιδρυματικού (παραπληγικού) επιδόματος σε αυτόν εκ μέρους του ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) (ΑΠ 123/2010).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), ως προς το πληττόμενο με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης κεφάλαιο της αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού του ενάγοντος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα:'' ...

περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με την από 20-11-2014 και με αρ. επιτρ. ... προσκομιζόμενη Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Υποκ/τος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Περ/κο Υποκ/μα απονομής συντάξεων διαπιστώθηκαν, μετά από αξιολόγηση του ενάγοντος από τη Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α., οι παρακάτω παθήσεις κατά βαθμό και βαρύτητα: "Πολυτραυματίας - Βαριά ΚΕΚ (21-3-2011) με απότοκο βαριά σπαστική τετραπάρεση-Διαταραχές κατάποσης αμφοτερόπλευρη παρεγκεφαλική συνδρομή και επιληπτικές κρίσεις - κινητική αναπηρία - παράλυση κάτω άκρων με ποσοστό αναπηρίας 80%", κρίθηκε, δε, αυτός ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 90%, οφειλόμενο στο ένδικο ατύχημα της 21-3-2011, κατά ιατρική πρόβλεψη από 20-11-2014 και εφ' όρου ζωής, ενώ όπως αναφέρεται στην εν λόγω Γνωστοποίηση, κατά ιατρική κρίση, ο ενάγων χρήζει βοήθειας και συμπαραστάσεως ετέρου προσώπου από 20-11-2014 και εφ' όρου ζωής, καθώς και εξωιδρυματικού επιδόματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1140/81, Ν. 3232/04 και Ν. 3518/06 ομοίως από 20-11-2014 και εφ' όρου ζωής.

Επίσης, με την υπ' αρ. 4053/13-2016 Γνωμάτευση-Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Ανώτατης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής του Γενικού Επιτελείου Στρατού, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων βρέθηκε να παρουσιάζει "Σπαστική τετραπάρεση συνεπεία βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης (21-3-2011) με συνοδό αφασία εκπομπής και αντίληψης, επιληπτικές κρίσεις και ορθοκυστικές διαταραχές", κρίθηκε, δε, ότι αυτός είναι πνευματικά και σωματικά ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 90%, ότι το ποσοστό κινητικής του αναπηρίας ανέρχεται σε ποσοστό 80%, καθώς και ότι αυτός χρήζει βοήθειας ετέρου προσώπου, της εν λόγω γνωμάτευσης να έχει ισχύ εφ' όρου ζωής.

Με την υπ' αριθ. 1558/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων τέθηκε σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και διορίστηκε ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του, ήδη, δε, από της τελεσιδικίας της άνω απόφασης ως οριστικός, ο πατέρας του Α. Κ., ο οποίος και τον εκπροσωπεί νομίμως στην παρούσα δίκη.

Περαιτέρω, και όπως προκύπτει από τις παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις, συνεπεία της προαναφερόμενης σοβαρής κατάστασης της υγείας του και της, κατά τα ως άνω, μόνιμης και ισόβιας πλέον αναπηρίας του, της οποίας δεν διαφαίνεται στο μέλλον πιθανότητα ίασης, ο ενάγων αδυνατούσε από την 1-5-2013 και εξακολουθεί να αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί στις βασικές βιοτικές του ανάγκες, λ.χ.

σίτιση, ατομική υγιεινή, ένδυση, μεταφορά για ιατρικές εξετάσεις. Τις αναγκαίες αυτές πρόσθετες υπηρεσίες προσέφερε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.5.2013 μέχρι την 30.5.2018 (χρόνος συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) για δεκατέσσερις ώρες ημερησίως (από 8:00 έως 22:00) η μητέρα του Γ.

Κ. με εντατικοποίηση των προσωπικών της δυνάμεων χωρίς αμοιβή. Οι υπηρεσίες αυτές, που αναγκάστηκε να παρέχει η μητέρα του υπερβαίνουν σαφώς τις συνήθεις από νομική και ηθική υποχρέωση επιβεβλημένες υπηρεσίες που προσφέρουν οι συγγενείς.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει από τους εναγομένους το ποσό που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, για να τον φροντίζει και να τον περιποιείται, ανεξαρτήτως της αναπληρώσεως των εν λόγω υπηρεσιών από την ανωτέρω συγγενή του χωρίς αμοιβή. Έτσι, αν είχε προσλάβει προς τούτο ο ενάγων τρίτο πρόσωπο, θα κατέβαλε για τις ανωτέρω υπηρεσίες, με βάση τις συνήθεις τιμές που είχαν διαμορφωθεί σύμφωνα και με τις κρατούσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες στο χρόνο παροχής τους για απασχόληση δεκατεσσάρων ωρών ημερησίως (8:00 έως 22:00) το ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως ήτοι συνολικά για 60 μήνες το ποσό των 54.000 ευρώ (900 ευρώ Χ 60 μήνες) συνολικά.

Το ποσό αυτό δεν κρίνεται υπερβολικό, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του τετάρτου και πέμπτης των εναγομένων, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος και της μόνιμης αναπηρίας του καθώς ο ενάγων όπως αναφέρθηκε ανωτέρω κατέστη πνευματικά και σωματικά ανίκανος με παράλυση των κάτω άκρων, με αποτέλεσμα να αδυνατεί πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί ακόμη και για τις πιο απλές του ανάγκες (πχ ένδυση, υπόδηση) και να χρήζει της βοήθειας τρίτου προσώπου και υπολείπεται του ποσού που θα κατέβαλε ο ενάγων αν είχε προσλάβει εκπαιδευμένο άτομο για να τον φροντίζει επί δεκατέσσερις ώρες ημερησίως (η αμοιβή εξειδικευμένου ατόμου θα ανήρχετο περί τα 1200 ευρώ μηνιαίως).

Ωστόσο το ποσό αυτό πρέπει να του επιδικασθεί μειωμένο κατά 30% κατά το οποίο αυτός κρίθηκε συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του και έτσι το ποσό που πρέπει να του επιδικασθεί ανέρχεται σε 37.800 ευρώ (54.000-16.200). Το ποσό αυτό αναγκαστικά θα δαπανούσε ο ενάγων για την πρόσληψη τρίτου προσώπου με αμοιβή, αν δεν κάλυπτε τις σχετικές υπηρεσίες η μητέρα του, της καταβολής του οποίου (ποσού) δεν απαλλάσσονται οι υπόχρεοι προς αποζημίωση εναγόμενοι κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, αφού η οικειοθελής εκ μέρους των συγγενών του ενάγοντος προσφορά των υπηρεσιών αυτών δεν αποβαίνει, σύμφωνα με την αμέσως προαναφερθείσα διάταξη, προς όφελος των υπόχρεων σε αποζημίωση και στην αποφυγή εκ μέρους των τελευταίων της σχετικής αποζημιώσεως.

Εξάλλου φορέας της σχετικής αξίωσης είναι ο ίδιος ο παθών και όχι ο παρασχών σ' αυτόν τις υπηρεσίες συγγενής (..). Επομένως ο ίδιος νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει την καταβολή του σχετικού κονδυλίου απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων ως μη νομίμων καθώς και των σχετικών λόγων που αναφέρονται στις επίδικες εφέσεις τους.

Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. ...2006 έγγραφο του ΙΚΑ αποδεικνύεται ότι ο εναγών έχοντας ποσοστό αναπηρίας 80% εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 για τη χορήγηση εφ' όρου ζωής παραπληγικού επιδόματος. Τέτοιο όμως επίδομα δεν αποδεικνύεται ότι δόθηκε από τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό στον ενάγοντα ο οποίος εξάλλου είναι ασφαλισμένος στον ΟΠΑΔ (Δημόσιο) ως έμμεσο μέλος (βλ.

προσκομιζόμενο αντίγραφο του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του από το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι ασφαλισμένος στο Δημόσιο καθώς και την από 3.8.2015 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι ασφαλισμένος στο Δημόσιο). Αυτό αποδεικνύεται και από την με αριθ. πρωτ. .../2021 από 9/4/2021 βεβαίωση του ΕΦΚΑ όπου αναφέρεται ότι ο Κ.

Α. του Β. δεν λαμβάνει επίδομα υπηρεσιών ετέρου προσώπου για το ανίκανο τέκνο του Κ. Σ.-Α. με ποσοστό αναπηρίας 90% βάσει της γνωμάτευσης της ΑΣΥΕ. Βέβαια δυνάμει της από 3.8.2015 απόφασης του Δημάρχου Αθηναίων χορηγήθηκε οικονομική ενίσχυση στον ενάγοντα εφόρου ζωής του, όμως το ποσό αυτό δεν εμπίπτει στις διατάξεις του αρθρ. 42 του ν. 1140/1981 και επομένως δεν υποκαθίσταται ο Δήμος στη σχετική αξίωση του παθόντος αλλά η χορήγηση του σχετικού επιδόματος αποβαίνει σε όφελος του ενάγοντας.

Έτσι η σχετική ένσταση των εναγομένων περί συμψηφισμού ζημίας-κέρδους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, ο καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 37.800 ευρώ ως πλασματική δαπάνη για αποκλειστική νοσοκόμα για το χρονικό διάστημα έως 30-5-2018 και το ποσό των 52.920 ευρώ σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις των 630,00 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-6-2018 έως 30-5-2025 για την ίδια αιτία.

Κρίνοντας όμως το Εφετείο, όσον αφορά στο κονδύλιο αυτό περί αποζημίωσης του ενάγοντος για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών τρίτου προσώπου, ότι ο τελευταίος δικαιούται το ως άνω ποσό, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα, μεταξύ των δύο παροχών υπάρχει αντιστοιχία κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και η σχετική αξίωση του ενάγοντος προς αποζημίωση μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως, από τη γένεσή της στον Ο.Π.Α.Δ. (ήδη ΕΦΚΑ), αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "από το προσκομιζόμενο με αριθ.

πρωτ. ...2006 έγγραφο του ΙΚΑ αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχοντας ποσοστό αναπηρίας 80% εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 για τη χορήγηση εφ' όρου ζωής παραπληγικού επιδόματος", ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση για την αιτία αυτή, η δε αξίωση του ενάγοντος εξακολουθεί να υφίσταται, για την αιτία αυτή, για το επιπλέον του εξωιδρυματικού (παραπληγικού) επιδόματος ποσού (ΑΠ 560/2013).

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ορθώς μόνο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8), είναι βάσιμος. Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να αναφερθεί ότι το παραπάνω ποσό επιδόματος που δικαιούται να λάβει ο ενάγων δεν τελεί, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, σε σχέση ποιοτικής αντιστοιχίας με τα διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος-ενάγοντος, λόγω ανικανότητάς του για εργασία και, επομένως, το παραπάνω επίδομα που δικαιούται από τον ασφαλιστικό του φορέα δεν συμψηφίζεται με την αξίωσή του (ενάγοντος) για την επιδίκαση των διαφυγόντων εισοδημάτων (ΑΠ 123/2010), όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στην υπό στοιχείο (Β) αίτηση αναίρεσης ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ." με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και οι αναιρεσείοντες στην υπό στοιχείο (Α) αίτηση αναίρεσης με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, απορριπτομένων των λόγων αυτών των αναιρέσεων ως προς το ως άνω σκέλος τους, ως αβάσιμων.

Επομένως, μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 191 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις: Α) από 3-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3993/420/2022) και Β) από 12-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6663/671/2023), αιτήσεις αναίρεσης, κατά της με αριθ. 4829/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 3-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3993/420/2022) αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τους δεύτερη (Ε. Κ., τρίτη (Μ. Κ.) και τέταρτη (Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α.Ζ.) των αναιρεσίβλητων.

Δέχεται τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Αναιρεί την με αριθ. 4829/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το ως άνω κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.

Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ