Legislator Case Law & Legislation
1227/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and unsupported claim regarding debt repayment method.

Case Number 1227/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final settlement order. The appellant argued that the court of first instance incorrectly changed the debt repayment method from salary withholding to direct payment, violating their agreement. The court ruled the appeal inadmissible because it was filed late and based on a false premise regarding the nature of the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed out of time or based on a false premise regarding the judgment's content.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal untimely filing false premise salary withholding debt settlement Code of Civil Procedure automatic dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1227 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1227/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βαγενά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις (την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου τη δήλωσε με την από 20-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ), ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πλαταμώδους.

Εκδόθηκε η 68/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον, η 1η και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.

διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).

Κατά το άρθρο 518 παρ. 1του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη περίπτωση που επιδόθηκε η απόφαση, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της (πρωτόδικης) απόφασης, ενώ στη περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 810/2018).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 987/2022).

Με την υπό κρίση, από 14-5-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 1/17-5-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 68/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της δεύτερης των καθών η αίτηση και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.

του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 3-6-2013(αριθ. έκθ. κατάθ. 63/2013) αίτηση της αιτούσας Σ. Δ.. Εφόσον δε η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 20-4-2018, η διετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη ( 21-4-2018) και έληγε στις 21-4-2020, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες).

Την επομένη άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ όμως έτρεχε η εν λόγω (καταχρηστική) προθεσμία, στις 11-2-2021, επιδόθηκε στο αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, όπως αυτό ισχυρίζεται, χωρίς να αντιλέγουν οι αναιρεσίβλητοι, η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε εφόσον έγινε η επίδοση της απόφασης, μετά την τελεσιδικία, άρχισε η γνήσια πλέον προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία έληγε στις 11-3-2021 χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7-11-2020 έως 6-4-2021 σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021 και δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (τριακονταήμερη προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους στις 17-5-2021. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία της δεύτερης των καθών η αίτηση και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτή και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον, με αριθμ. 1208/21-12-2021 και 1221/21-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Δ.

Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 14-5-2021, αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη τρίτη και την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες(άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, από 3-6-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 63/2013) αίτηση κατά των καθών πιστωτών της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας και λοιπής περιουσίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής της κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή της από αυτά.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη με αριθμ. 68/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, το οποίο δέχθηκε αυτή κατ' ουσία και ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας έναντι των καθών, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και την λοιπή περιουσία της. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη

υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι, φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-6-2013) και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (31-10-2017) για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης οφειλέτριας, ορίζεται ότι "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές [...] το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού "αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου 8 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών".

Εξάλλου το άρθρο 2 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις το ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή, ο οποίος οφείλει και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή, που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020). Εξάλλου, στην έννοια του προστατευόμενου μέλους εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και συνεπώς αυτός επιβαρύνεται εξ αιτίας του λόγου αυτού.

Με τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ. του ΑΚ ρυθμίζεται η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1486 του ΑΚ ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει, εκτός από το ανήλικο και το ενήλικο τέκνο, εφ` όσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσή του.

Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 του ΑΚ, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενηλίκου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόντων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνον η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας.

Διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου πρέπει να αναγνωριστεί και μετά το πέρας των σπουδών του, εφόσον καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση κατάλληλης εργασίας. Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασία (ΑΠ 1486/2018).

Μέσω των ως άνω διατάξεων του οικογενειακού δικαίου (άρθρα 1485 επ. του ΑΚ) διαπιστώνεται ποια πρόσωπα είναι προστατευόμενα, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Η υποχρέωση διατροφής των προσώπων αυτών προβλέπεται εκ του νόμου και υπερισχύει της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη να αποπληρώσει τους πιστωτές του.

Γι' αυτό άλλωστε και ο ν. 3869/2010 αναζητά πρώτα την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και έπειτα τη δυνατότητα αποπληρωμής των πιστωτών του οφειλέτη.

Συνεπώς, στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσία πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Η οικονομική αυτή επιβάρυνση μειώνει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των πιστωτών του. Έτσι, στην έννοια του "προστατευόμενου μέλους" (άρθρ. 1389 επ. και 1486 επ. του ΑΚ) εντάσσεται κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, καθώς και όποιος δεν δύναται να ανεύρει εργασία εξ αιτίας βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας.

Συνεπώς, δεν υπάγονται τα ενήλικα τέκνα που έχουν την δυνατότητα να αυτοδιατραφούν και να εργαστούν, καθώς και τα ενήλικα τέκνα που δεν βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας ή ως προς τα οποία δεν αποδεικνύεται αδυναμία εύρεσης εργασίας. Έτι περαιτέρω, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙ BEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθ. 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις".

Εν προκειμένω υφίστανται δύο συμβάσεις, η της αιτίας (βασική-σύμβαση δανείου) και η της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του Δημοσίου μελλοντικών περιοδικών αποκτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η δια μόνης της εκχώρησης απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το ένδικο στεγαστικό δάνειο οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ` επέκταση και του χρέους αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1050/2021).

Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα - Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) της απαίτησης.

Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1379/2019).

Ειδικότερα, κατά τα προδιαληφθέντα, στόχος της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης δεν είναι η παγιοποίηση του ποσού της οφειλής του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του αιτούντος δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εκχώρηση εκ μέρους του υπερχρεωμένου δανειολήπτη της απαίτησης του να εισπράξει τμήμα των αποδοχών του καταλείπετε ανέπαφη από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, αντίκειται στη φύση των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, διότι θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του σκοπού του νομοθέτη.

Δηλαδή, μέσω της σύμβασης εκχώρησης κατ' άρθρο 455 του ΑΚ θα μπορούσαν οι δανειστές να απαγορεύσουν στον οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα που του χορηγεί ο ν. 3869/2010 να ρυθμίσει τα χρέη του. Τέτοια συμφωνία όμως, η οποία θα απαγόρευε στον υπερχρεωμένο δανειολήπτη να καταφύγει στις ευμενείς γι' αυτόν διατάξεις του ν. 3869/2010 θα ήταν άκυρη, διότι θα αναιρούσε το χαρακτήρα των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου.

Επομένως, ανεπίτρεπτη είναι και η ερμηνεία της σύμβασης εκχώρησης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνεπάγεται εν τοις πράγμασι απαγόρευση του υπερχρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει την, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 ρύθμιση της οφειλής του, η οποία εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή σύνταξης.

Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζόμενου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική, κατ' άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 2214/1994, δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010 (ΑΠ 658/2022).

Δηλαδή, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 εκ μέρους του δανειολήπτη εκχώρηση από την αρχή, δηλ. από τη σύναψη του δανείου, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσοστού από τον εισπραττόμενο μισθό ή σύνταξη, είναι εκχώρηση μέλλουσας απαίτησης και ενόψει της αιτίας και του σκοπού της εκχώρησης, η τελευταία ως τέτοια και μόνο δεν επιφέρει απόσβεση της εκ του δανείου οφειλής.

Δηλαδή, παρά την εκχώρηση εξακολουθεί να υφίσταται και αποσβέννυται ενόσω το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ικανοποιείται από την εκχωρηθείσα απαίτηση. Έτσι, δικαιολογείται ότι ο δανειολήπτης, παρά τη γενόμενη εκχώρηση έχει λόγο να επιδιώξει τη ρύθμιση της έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων οφειλής του και να την εντάξει στο ν. 3869/2010.

Μάλιστα στη περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λ.π., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Πλαταμώδους, που δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη, τελεσίδικη, απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: '' ...Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ηλικίας σήμερα 51 ετών, είναι κάτοικος ...

και είναι διαζευγμένη, ο δε γάμος της έχει λυθεί με την με αριθμ. ../2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη ενώ έχει εκδοθεί και σχετικό διαζευκτήριο της Μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας. Σημειωτέον ότι, η αιτούσα ήταν σε διάσταση με τον πρώην σύζυγο της τον Αύγουστο του έτους 2008 όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κοινής αίτησής τους για λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, η οποία κατατέθηκε την 22-8-2008 στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.

Από τον γάμο της με τον πρώην σύζυγό της έχει αποκτήσει τέσσερα τέκνα, τον Δ., ηλικίας .. ετών, τον Θ., ηλικίας .. ετών, την Α., ηλικίας . ετών και τον Α., ηλικίας .. ετών. Εκ των τέκνων της αιτούσας, ο Δ. είναι εγκατεστημένος στα … όπου και κατοικεί με τη σύζυγό του, πραγματοποιεί δε ημερομίσθια σε αγροτικές καλλιέργειες τρίτων, δεδομένου ότι αδυνατεί να ανεύρει εργασία συναφή με το αντικείμενό του.

Ο υιός της αιτούσας Θ. έχει ολοκληρώσει με επιτυχία τις σπουδές του στο ΤΕΙ … (Σχολή ...) και κατοικεί μαζί με την αιτούσα στο ακίνητο που αποτελεί την κύρια (και μοναδική) κατοικία της αφού αδυνατούσε να ανεύρει εργασία είτε συναφή είτε μη συναφή με το αντικείμενό του στον τόπο όπου σπούδαζε. Πλέον ασχολείται και αυτός περιστασιακά με αγροτικές εργασίες, καλύπτοντας κατά τον τρόπο αυτό ένα μέρος των προσωπικών του εξόδων ενώ έχει εγγραφεί στο ίδρυμα Νεολαίας και δια βίου Μάθησης που εδρεύει στα … και παρακολούθησε μαθήματα κατάρτισης στο τμήμα …, διάρκειας πέντε εξαμήνων.

Η κόρη της αιτούσας (Α.), έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική φοίτησή της στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου, Σχολή Πλοιάρχων και διατηρούσε κατά την διάρκεια της υποχρεωτικής φοίτησής της μίσθιο διαμέρισμα στην Αθήνα. Πλέον κατοικεί μαζί με την αιτούσα (στο ακίνητο που χρησιμεύει ως κατοικία της) στα …, αδυνατεί να ανεύρει οποιαδήποτε εργασία και μεταβαίνει στη σχολή της κατά τις ημερομηνίες εξέτασης των μαθημάτων που απομένουν προς λήψη του πτυχίου της.

Σημειωτέον ότι, τα προσωπικά έξοδα της θυγατέρας της αιτούσας τα έχει αναλάβει η μητέρα της αιτούσας, πλην της τροφής και της παροχής στέγης. Τέλος, το τέκνο της αιτούσας Α., εισήχθη το έτος 2013 στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Χίου-Σχολή Μηχανικών, η παρακολούθηση δε των μαθημάτων της εν λόγω σχολής είναι υποχρεωτική και η θεωρητική διδασκαλία των μαθημάτων διαρκεί έξι εξάμηνα.

Ο εν λόγω υιός της αιτούσας αδυνατεί να ανεύρει οποιαδήποτε εργασία, δεν έχε λάβει ακόμη πτυχίο, μετά δε τη λήψη του πτυχίου ακολουθεί πρακτική άσκηση δύο εξαμήνων. Κατοικούσε σε μισθωμένο διαμέρισμα, του οποίου το μίσθωμα ανερχόταν αρχικά στα 200€, από το Σεπτέμβριο δε του έτους 2016 κατοικεί σε έτερο διαμέρισμα με μικρότερο μίσθωμα, ήτοι ποσού 140€ μηνιαίως.

Για την δαπάνη φοίτησης του εν λόγω τέκνου της αιτούσας αποδείχτηκε ότι καθοριστική ήταν η συμβολή των αδελφών της αιτούσας, Χ. και Ο.. Η αιτούσα προσλήφθηκε το έτος 1996 ως καθαρίστρια (προσωπικό υποχρεωτικής εκπαίδευσης) στο κέντρο αποθεραπείας φυσικής και κοινωνικής αποκατάστασης … όπου και εργάζεται έως σήμερα, ενώ απασχολούταν επιπλέον μέχρι τη διάσταση με τον πρώην σύζυγο της και (σ.σ.

σε) αγροτικές εργασίες. Μετά την διάσταση με τον πρώην σύζυγό της αναγκάστηκε να προβεί σε επιπλέον δανεισμό από τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να αντεπεξέλθει στις ανάγκες των τέκνων της, τα οποία ευρίσκονταν σε ηλικίες που απαιτούνταν πολλά έξοδα. Κατά το χρόνο της διάστασης (έτος 2008) οι αποδοχές της αιτούσας ανέρχονταν περίπου στα 1.400€ καθαρά μηνιαίως (βλ.

εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2009). Σημειωτέον ότι, η αιτούσα μέχρι το έτος 2012 ελάμβανε κατ' έτος λόγω πολυτεκνίας ως οικογενειακό επίδομα το ποσό των 1.569,01€. Τα καθαρά εισοδήματά της κατά το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010) ανήλθαν στα 17.173,03€ ετησίως ήτοι στα 1.430€ περίπου το μήνα. Ωστόσο η έλευση της οικονομικής κρίσης περί το έτος 2009 είχε σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση της αιτούσας.

Έτσι το οικονομικό έτος 2011 το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν στα 15.429,62€. Κατά το οικονομικό έτος 2012 το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανήλθε στα 15.422,22€. Κατά το οικονομικό έτος 2013 το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν στα 12.448,60€. Κατά το οικονομικό έτος 2014 το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν στα 12.258,42€.

Κατά το φορολογικό έτος 2014 το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν στα 11.947,27€, το φορολογικό έτος 2015 στα 12.058,85€ και το φορολογικό έτος 2016 στα 11.986,37€, ήτοι στα 998,80€ μηνιαίως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές της αιτούσας από την ως άνω εργασία της ανέρχονται στα 902,24€, όπως προκύπτει από την ανάλυση αποδοχών και κρατήσεων μηνός Αυγούστου 2017, το δε εν λόγω εισόδημα προκύπτει από την ως άνω απασχόλησή της ως καθαρίστριας.

Επίσης αποδείχθηκε ότι λαμβάνει κατά μέσο όρο 100€ από την εκμετάλλευση των ελαιοπεριβόλων της (...). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα έλαβε από τις ως άνω πιστώτριές της τα παρακάτω δάνεια, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και τα τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (...), ενώ ο εκτοκισμός των εμπραγμάτως ασφαλισμένων στεγαστικών δανείων συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρθρ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10) και οφείλει τα παρακάτω ποσά:

Από τον πρώτο εκ των καθ' ων (ΟΕΚ, του οποίου ο πρώτος εκ των καθ' ων συνιστά καθολικός διάδοχος κατά τα αναφερόμενα στη σελ. 1 της παρούσας): α) με την υπ' αρ. ../…2010 σύμβαση άτοκου χρεολυτικού δανείου ως οφειλέτρια, χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στα 87.472,50€. Συνολικά επομένως η αιτούσα οφείλει στο πρώτο εκ των καθ' ων το ποσόν των 87.472,50 ευρώ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαιτήσεις του πρώτου εκ των καθ' ων εκ της ως άνω συμβάσεως είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια ήτοι, με προσημείωση υποθήκης ποσού 90.000€ που έχει εγγραφεί την 8-2-2010 στο Υποθηκοφυλακείο Εράνης (τόμος 157/168) δυνάμει της υπ' αρ. 151/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) επί του διαμερίσματος που αποτελεί την μοναδική και κύρια κατοικία της αιτούσας.

Επίσης, η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερου του έτους από την κατάθεση της αίτησης είχε αναλάβει από την δεύτερη εκ των καθ' ων (οι απαιτήσεις της οποίας δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες): α) με την υπ' αρ. …/2009 σύμβαση προσωπικού δανείου ως οφειλέτρια, χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στα 13.100,16€, β) με την υπ' αρ. 1759/2005 σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου ως οφειλέτρια (αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτηση υπό "2) χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στα 2.340,71€.

Συνολικά η αιτούσα οφείλει στη δεύτερη εκ των καθ' ων το ποσόν των 15.440,87 ευρώ. Επιπλέον, η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερου του έτους από την κατάθεση της αίτησης είχε αναλάβει από την τρίτη εκ των καθ' ων (από την πρώην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος), της οποίας η τρίτη εκ των καθ' ων συνιστά ειδική διάδοχος κατά τα αναφερόμενα στη σελ. 2 της παρούσας και δεδομένου ότι η ειδική διαδοχή είχε χωρήσει πριν την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως, η υπό κρίση αίτηση είναι ουσία αβάσιμη κατά το μέρος που είχε ασκηθεί κατ' αυτής (Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος):

α) με την υπ' αρ. ../1995 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ως συνοφειλέτρια (συνοφειλέτης ήταν ο πρώην σύζυγος της), χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής μηδενικό (το ποσό του δανείου εξοφλήθηκε μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης από τον πρώην σύζυγο της αιτούσας, όπως η ίδια συνομολογεί).

Συνεπώς, πρέπει η υπό αίτηση ως προς αυτήν την "οφειλή" να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, β) με την υπ' αρ. …/2007 σύμβαση δανείου για προσωπικές ανάγκες ως οφειλέτρια, χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στα 6.945,32€. Συνολικά η αιτούσα οφείλει στην τρίτη εκ των καθ' ων (οι απαιτήσεις της οποίας δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες) το ποσόν των 6.945,32 ευρώ.

Τέλος, η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερου του έτους από την κατάθεση της αίτησης είχε αναλάβει από το τέταρτο εκ των καθ' ων με την υπ' αρ. 42/2008 σύμβαση επισκευαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου ως οφειλέτρια, χρέος το οποίο παρουσιάζει ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στα 13.181,24 ευρώ (από το εσφαλμένο 11.635,34 ευρώ).

Συνολικά η αιτούσα οφείλει στο τέταρτο εκ των καθ' ων το ποσόν των 13.181,24 ευρώ (από το εσφαλμένο 11.635,34 ευρώ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαιτήσεις του τέταρτου εκ των καθ' ων εκ της ως άνω συμβάσεως δεν είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια. Ειδικότερα, ο δανεισμός της αιτούσας ξεκίνησε το έτος 1995 οπότε και έλαβε ως συνοφειλέτρια από την τρίτη εκ των καθ' ων την αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτησή της υπό "4" σύμβαση παροχής πίστωσης μέχρι του ποσού των 10 εκατομμυρίων δραχμών, δάνειο το οποίο όπως προαναφέρθηκε συνεχίστηκε να εξυπηρετείται (από τον πρώην σύζυγο της) και μετά τη διάστασή της με τον πρώην σύζυγο της και το οποίο πλέον έχει πλήρως εξοφληθεί.

Εν συνεχεία, δέκα έτη αργότερα, ήτοι το έτος 2005, κατήρτισε ως οφειλέτρια με την δεύτερη εκ των καθ' ων την αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτηση υπό "2" σύμβαση προσωπικού δανείου, η οποία εξυπηρετούταν μέχρι τη διάσταση, από τον πρώην σύζυγο της και εν συνεχεία από την ίδια μέχρι την 31-1-2012. Εν συνεχεία η αιτούσα κατέβαλε από το έτος 2014 μέχρι και σήμερα στην δεύτερη εκ των καθ' ων το ποσό των 4,67€ μηνιαίως, ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Το έτος 2007 κατήρτισε με την τρίτη εκ των καθ' ων την αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτηση υπό "5" σύμβαση δανείου, ποσού 10.000€, δεκαετούς διάρκειας, με αρχική δόση ποσού 128€ περίπου, το οποίο (δάνειο) όπως η ίδια η αιτούσα συνομολογεί εξυπηρετούταν έως και την διάσταση της από τον πρώην σύζυγο της και μετέπειτα από την ίδια μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2012.

Από το έτος 2014 η αιτούν καταβάλλει μηνιαίως στην εν λόγω πιστώτρια για τη σύμβαση αυτή, το ποσό των 13,67€. Μετά την διάσταση της με τον πρώην σύζυγο της, η αιτούσα υπέγραψε την 5-3-2009 με τη δεύτερη εκ των καθ' ων νέα δανειακή σύμβαση, ποσού 16.1£3,50€ αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτηση της υπό "3" στηριζόμενη στην αύξηση των εισοδημάτων της και στην οικονομική συμβολή τόσο των γονέων της όσο και των οικείων της.

Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούσε η αιτούσα μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2012. Από το έτος 2014 μέχρι και σήμερα η αιτούσα καταβάλλει για την οφειλή της αυτή προς την δεύτερη εκ των καθ' ων το ποσό των 29,37€ μηνιαίως. Επίσης, η αιτούσα έλαβε από το τέταρτο εκ των καθ' ων το έτος 2008 επισκευαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 20.000€ για την επισκευή της κατοικίας του τότε συζύγου της στα … και οι δόσεις του εν λόγω δανείου εξυπηρετούνταν από την παρακράτηση του αντίστοιχου ποσού της μηνιαίας δόσης από την μισθοδοσία της, παρακράτηση η οποία έπαυσε δια της χορηγηθείσας στην αιτούσα την 3-6-2013 προσωρινής διαταγής.

Από το έτος 2014 έως και σήμερα η αιτούσα καταβάλλει το ποσό των 22,73€ για τη σύμβαση αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2009 προκειμένου η αιτούσα να αντιμετωπίσει τις ανάγκες στέγασης της ιδίας και της οικογενείας της αποφάσισε και με την υποστήριξη των οικείων της αντί να μισθώσει ακίνητο να αποκτήσει μόνιμη κατοικία μέσω δανειοδότησης από τον ΟΕΚ, για το λόγο αυτό αιτήθηκε τη λήψη δανείου ποσού 90.000€, το οποίο και έλαβε, παραχωρώντας προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της.

Το δάνειο αυτό το εξυπηρέτησε μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2012, από το έτος δε 2014 μέχρι και σήμερα καταβάλλει στο πρώτο εκ των καθ' ων το ποσό των 30€ μηνιαίως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ήταν τέτοιο μέχρι τη διάστασή της με αποτέλεσμα να εξυπηρετούνται ευχερώς τα δάνεια που ελήφθησαν προτού επέλθει η διάσταση και τα οποία δάνεια, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου, χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά από τον πρώην σύζυγο της αιτούσας ο οποίος και προέβαινε, όπως εκθέτει η αιτούσα, μέχρι τη διάστασή τους στην καταβολή των δόσεων.

Επίσης αποδείχθηκε ότι μετά την διάσταση, ο πρώην σύζυγος της αιτούσας δεν κατέβαλε ποσά των ως άνω δανείων, πλην του δανείου στο οποίο ήταν συνοφειλέτης και το οποίο και εξοφλήθηκε ολοσχερώς από τον ίδιο κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Περαιτέρω, αναφορικά τόσο με τα δάνεια που ελήφθησαν από την αιτούσα πριν τη διάσταση με τον πρώην σύζυγό της όσο και μετά τη διάσταση, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατά το χρόνο λήψης αυτών είχε αυξημένα εισοδήματα, τα οποία μάλιστα είχαν αυξητική τάση καθώς και τη σταθερή ανά μήνα οικονομική στήριξη των οικείων της.

Λόγω της παντελώς απρόβλεπτης οικονομικής κρίσης, τα εισοδήματα της αιτούσας αλλά και των οικείων της που την βοηθούσαν συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα, να οδηγηθεί σε μία κατάσταση υπερχρέωσης άνευ δόλου της. Το γεγονός ότι η αιτούσα δεν είχε δόλο (ούτε αρχικό ούτε επιγενόμενο) επιρρωνύεται από την συνέπεια στην τήρηση των δόσεων μέχρι και το έτος 2012, ήτοι αρκετά χρόνια μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με τον πρώην σύζυγό της.

Η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, τούτο δε συνάγεται από την σχέση της ρευστότητάς της προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ποσού 800€, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των τριών εκ των τεσσάρων τέκνων της, η υπολειπόμενη ρευστότητά της (200€) δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της.

Ειδικότερα, μέσω των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου διαπιστώνεται ποια πρόσωπα είναι προστατευόμενα, δηλαδή ποιά πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Η υποχρέωση διατροφής των προσώπων αυτών προβλέπεται εκ του νόμου και υπερισχύει της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη να αποπληρώσει τους πιστωτές του.

Για αυτό άλλωστε ο νόμος 3869/2010 αναζητεί πρώτα την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και έπειτα την δυνατότητα αποπληρωμής των πιστωτών του οφειλέτη.

Συνεπώς, στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσία πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του λόγου ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Η οικονομική αυτή επιβάρυνση μειώνει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των πιστωτών. Αξίωση διατροφής έχει κάθε ανιών προς τους κατιόντες και αντιστρόφως, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 1486 επ.

ΑΚ. Το ενήλικο τέκνο που δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους, ενώ αντίστροφα το ενήλικο τέκνο που είναι σωματικώς υγιές και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας δεν εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους (...). Από τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι τα τέκνα της αιτούσας Θ., Α.

και Α., υπάγονται στην έννοια των προστατευόμενων μελών. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η αιτούσα, που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβαλλόμενης ένστασης των πιστωτριών περί δόλιας περιελεύσεως της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών.

Το προταθέν από την αιτούσα σχέδιο ρύθμισης των οφειλών της δεν έγινε δεκτό από τις πιστώτριες της και κατά συνέπεια συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των καθ' ων ότι η αιτούσα παραβιάζει το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 10 του Νόμου 3869/2010, ισχυρισμό τον οποίο οι πιστώτριες όφειλαν να αποδείξουν αλλά δεν το έπραξαν.

Περαιτέρω, η αιτούσα δυνάμει του υπ' αρ. …/…2010 συμβολαίου πράξης αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Εράνης Διονυσίας Μιχαλακοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου Εράνης, στον τόμο .., με αριθμό .., απέκτησε την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% μίας αυτοτελούς, ανεξάρτητης και διηρημένης οριζόντιας ιδιοκτησίας διαμερίσματος, πολυκατοικίας που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου κειμένου εντός της πόλεως των …, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, τέως του Δήμου Εράνης και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου …, επί της … στο … Ο.Τ.

και επί της διασταυρώσεως των δημοτικών οδών … και …, εκτάσεως κατά μεν τους τίτλους κτήσεως 350 τ.μ. κατά δε μεταγενέστερη καταμέτρηση 326,50 τ.μ. Η αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδοκτησία ήτοι: το υπό στοιχεία Άλφα αριθμός τέσσερα (Α-4) διαμέρισμα του πρώτου (Α') υπέρ το ισόγειο ορόφου της άνω πολυκατοικίας, έχει επιφάνεια 78.00 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 61/1000. Η ως άνω κατοικία αποτελεί την μοναδική κατοικία της αιτούσας και για την οποία υποβάλλει αίτημα εξαίρεσής της από την εκποίηση, ζητώντας την υπαγωγή της στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10 ρύθμιση. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 37.837,80 ευρώ και επομένως μπορεί να εξαιρεθεί από την εκποίηση κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εφόσον η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση του από την εκποίηση.

Επίσης στην αιτούσα ανήκουν: α) κατά πλήρη κυριότητα 100% ένα ελαιοπερίβολο, επιφανείας 4.000 τ.μ (σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, 3,5 σύμφωνα με το Ε9) με 67 ελαιόδεντρα που βρίσκεται στη θέση ... της αγροτικής περιφέρειας του Δήμου Φιλιατρών του πρώην Δήμου Εράνης, το οποίο περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αρ.

…./1991 συμβολαίου, γονικής παροχής αγροτικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου Εράνης Σωτηρίας Παρίσσου-Τσαρμποπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου Εράνης στον τόμο … και αριθμό … . Το εν λόγω αγροτεμάχιο είναι άνυδρο, λόγω της χαμηλής εμπορικής του αξίας (η οποία δεν εκτιμάται πάνω από το ποσό των 5.000) δεν αναμένεται να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), και γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του, β) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% ένα αγρόκτημα, επιφανείας σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 6.000 τ.μ.

περίπου, απαρτιζόμενο από ελαιοπερίβολο εκτάσεως 4 περίπου στρεμμάτων, εμπεριέχον κατά τον τίτλο κτήσεως 100 ελαιόδεντρα και συνεχόμενο αγρό δύο περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση … της αγροτικής περιφέρειας του Δήμου Φιλιατρών του πρώην Δήμου Εράνης, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης, δηλαδή καθαρά αγροτική περιοχή, το οποίο περιήλθε στην αιτούσα κατά το ως άνω ποσοστό δυνάμει της υπ' αρ.

…/…1995 συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας ακινήτου της Συμβολαιογράφου Εράνης Χαραλαμπίας Αδαμοπούλου - Φάμπα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου Εράνης, στον τόμο …, με αριθμό … . Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν είναι πλήρης κυρία αυτού κατά ποσοστό 100% αλλά μόνο κατά 50% εξ αδιαιρέτου και δεν έχει χωρήσει εκούσια ή δικαστική διανομή, δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε ότι θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του, γ) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% ενός ελαιοπεριβόλου, επιφανείας 1.500 τ.μ.

περίπου σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως, με 41 ελαιόδεντρα που βρίσκεται στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φιλιατρών του πρώην Δήμου Εράνης, το οποίο περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αρ. …/…1991 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου της Συμβολαιογράφου Εράνης Χαραλαμπίας Αδαμοπούλου-Φάμπα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου Εράνης, στον τόμο …, με αριθμό ….

Το εν λόγω ελαιοπερίβολο δεν έχει πρόσβαση σε αγροτική οδό, λόγω δε της εκτιμώμενης μικρής εμπορικής του αξίας δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε ότι θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του, δ) το με αριθμό κυκλοφορίας ...

I.X. αυτοκίνητο, μάρκας FUJI HEAVY VIVIO, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999, εμπορικής αξίας 600 ευρώ περίπου, το οποίο λόγω της παλαιότητάς του κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση λόγω της μικρής του αξίας και λαμβανομένων υπόψη των εξόδων που απαιτούνται για τγ σχετική διαδικασία, ε) το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο, λευκού χρώματος, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2011, εμπορικής αξίας 500 ευρώ περίπου, το οποίο κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση λόγω της μικρής του αξία, και λαμβανομένων υπόψη των εξόδων που απαιτούνται για τη σχετική διαδικασία. Περαιτέρω, ενόψει του ότι το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας προς τις ως άνω πιστώτριές της ανέρχεται σε 121.494,03 ευρώ, και δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, εξαιρουμένου του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της και του οποίου ζητείται η εξαίρεση από την εκποίηση και των ως άνω ακινήτων και οχημάτων της, τα οποία δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων εκποίησης και συνεπώς δεν πρέπει να διαταχθεί η κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 ν. 3868/10 εκποίηση τους, πρέπει να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου 3869/2010 και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές από τα πάσης φύσεως εισοδήματά της επί 3ετία έως 5ετία, και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές εκ μέρους της αιτούσας προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της.

Έτσι η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριές της από τα εισοδήματά της επί πενταετία, που θα αρχίζουν αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, αυτό θα διαμορφωθεί με βάση τις βιοτικές της ανάγκες, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των προστατευόμενων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, τέκνων της.

Επομένως, ενόψει όλων των προαναφερομένων το προς διάθεση στις πιστώτριές της ποσό, που πρέπει αυτή να καταβάλει, πρέπει να οριστεί σε 200 ευρώ το μήνα, συμμέτρως κατανεμόμενο μεταξύ τους, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες. Από το ποσό αυτό θα λάβουν: 1) το πρώτο εκ των καθ' ων το ποσό των 143,99 ευρώ μηνιαίως, 2) η δεύτερη εκ των καθ' ων το ποσό των 25,42 ευρώ μηνιαίως, 3) η τρίτη εκ των καθ' ων το ποσό των 11,43 ευρώ μηνιαίως, 4) το τέταρτο εκ των καθ' ων το ποσό των 19,15 ευρώ μηνιαίως.

Η αιτούσα, προέβη εκουσίως από 1-1-2014 και μέχρι το Σεπτέμβριο ταυ 2017 σε προσωρινές καταβολές προς τις ως άνω πιστώτριες, ποσού 100 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή για χρονικό διάστημα 45 μηνών. Ειδικότερα, στον πρώτο εκ των καθ' ων κατέβαλε το ποσό των 30€ μηνιαίως για 45 μήνες, στην δεύτερη εκ των καθ' ων το ποσό των 34,04€ μηνιαίως για 45 μήνες, στην τρίτη εκ των καθ' ων το ποσό των 13,67€ για 45 μήνες και στο τέταρτο εκ των καθ' ων το ποσό των 22,73€ για 45 μήνες.

Εφόσον η αιτούσα προχώρησε σε εκούσιες καταβολές, η διάρκεια και το ποσό τους θα συνυπολογιστούν αυτές της οριστικής ρύθμισης της 8 παρ. 2. Έτσι μετά το συνυπολογισμό του χρόνου των 45 μηνών που διήρκησαν οι προσωρινές αυτές καταβολές, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 15 μήνες (60-45). (.....) Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, εφόσον με τις καταβολές της ως άνω ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών της αιτούσας και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο.

Έτσι πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, για την οποία πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 30.270,24 ευρώ Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Θα ξεκινήσει 27 μήνες (15+12) μετά την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην αιτούσα, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 240 μήνες, με μηνιαίες καταβολές ποσού 126,12 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν (εν μέρει) προνομιακά οι απαιτήσεις του πρώτου εκ των καθ' ων, καθόσον είναι, όπως προαναφέρθηκε, εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αιτούσας.

Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας σύμφωνα με το διατακτικό ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2.

Κρίνοντας έτσι, το ως άνω δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη της δανειακής της υποχρέωσης προς το ΤΠΔ, αλλά και ως προς τους λοιπούς πιστωτές της, δεν επιδίωξε την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και 1486 επ.

του ΑΚ, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Εξ άλλου, το δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης της χρηματικής της οφειλής, αλλά και η ανυπαρξία του δόλου της.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) την ηλικία της (51 ετών), καθώς και ότι από το έτος 2008 βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγό της, με τον οποίο ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμ. 23/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, 2) το ύψος της δανειακής σύμβασης της αιτούσας με το αναιρεσείον ΤΠΔ που ανέρχεται στο ποσό των 13.181,24 ευρώ, προερχόμενο από επισκευαστικό δάνειο, ύψους 20.000 ευρώ, το οποίο έλαβε το έτος 2008, με την 42/2008 σύμβαση, καθώς και των λοιπών δανειακών συμβάσεων της αιτούσας με το δεύτερο (ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΟΑΕΔ), τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων-πιστωτών που έλαβε κατά τα έτη 2010, 2005 και 2007 αντίστοιχα, εμφανίζοντας ως χρεωστικά υπόλοιπα τα ποσά των 87.472,50, 15.440,87 και 6.945,32 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ αναφέρει χρονικά και την χρεωστική εξέλιξη κάθε μίας των ως άνω δανειακών συμβάσεων, καθώς και ότι ο δανεισμός της ξεκίνησε μεν το έτος 1995 όταν και έλαβε ως συνοφειλέτρια από την τρίτη των καθ' ων η αίτηση το ποσό των 10 εκατομμυρίων δραχμών, πλην όμως το δάνειο αυτό συνεχίστηκε να εξυπηρετείται από τον πρώην σύζυγό της και μετά τη διάστασή της, έχει δε πλέον πλήρως εξοφληθεί, 3) το, κατά μήνα, καθαρό εισόδημα αυτής, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (31-10-2017), από την εργασία της ως καθαρίστρια στο κέντρο αποθεραπείας φυσικής και κοινωνικής αποκατάστασης …, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 902,24 ευρώ, ενώ αναφέρεται και το εισόδημα αυτής κατά τα προηγούμενα έτη (2008-2016), καθώς και ότι μέχρι το έτος 2012 ελάμβανε κατά έτος, λόγω πολυτεκνίας, ως οικογενειακό επίδομα το ποσό των 1.569,01 ευρώ, 4)ότι από το γάμο της απέκτησε τέσσερα τέκνα, εκ των οποίων α) ο γιός της Θ. (..

ετών) έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στο ΤΕΙ Πειραιά (Σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών - Αυτοματισμού) και κατοικεί μαζί της στο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία της, καθόσον αδυνατεί να ανεύρει εργασία είτε συναφή είτε μη συναφή με το αντικείμενό του, ενώ περιστασιακά ασχολείται με αγροτικές εργασίες, έχει δε εγγραφεί στο ίδρυμα Νεολαίας και δια βίου Μάθησης που εδρεύει στα και παρακολεί μαθήματα κατάρτισης στο τμήμα μαγειρικής τέχνης, διάρκειας πέντε εξαμήνων, β) η κόρη της Α. (..

ετών), η οποία έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική φοίτησή της στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου, Σχολή Πλοιάρχων και κατοικεί με την αιτούσα, αδυνατεί όμως να ανεύρει οποιαδήποτε εργασία και μεταβαίνει στη σχολή της κατά τις ημερομηνίες εξέτασης των μαθημάτων που απομένουν προς λήψη του πτυχίου της και γ) ο γιός της Α. (..

ετών), φοιτά στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Χίου-Σχολή Μηχανικών, η παρακολούθηση δε των μαθημάτων της εν λόγω σχολής είναι υποχρεωτική και η θεωρητική διδασκαλία των μαθημάτων διαρκεί έξι εξάμηνα και, επομένως, αυτοί (ενήλικοι), αδυνατώντας να διαθρέψουν τον εαυτό τους από την περιουσία τους, καθώς και από εργασία κατάλληλη για την ηλικία τους, ενόψει και των σπουδών τους, στερούμενοι τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης, αποτελούν προστατευόμενα μέλη (τέκνα) της αιτούσας, κατά την έννοια του όρθρου 8 του ν. 3869/2010, 5) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της ως άνω οικογενείας της το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 800,00 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας της, δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών της, το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι η αιτούσα-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης (προς το ΤΠΔ το έτος 2008), που τότε της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά της, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει την οφειλή της και 7) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός της σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.

Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος, περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, αφού ούτε γνώριζε, κατά την ανάληψη του χρέους της προς το αναιρεσείον (και των λοιπών πιστωτών), ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, καθώς είχε αυξημένα εισοδήματα, τα οποία μάλιστα είχαν αυξητική τάση καθώς και τη σταθερή ανά μήνα οικονομική στήριξη των οικείων της.

Το γεγονός δε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε δόλο (ούτε αρχικό ούτε επιγενόμενο) επιρρωνύεται και από τη συνέπεια στη τήρηση των δόσεων μέχρι και το έτος 2012. Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας - αιτούσας δολιότητα κατά τη σύναψη της δανειακής της υποχρέωσης.

Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις, περί ανεπαρκούς αιτιολογίας καθόσον δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αν ο υιός της Θ. και η θυγατέρα της Α., έχουν περιέλθει σε καθεστώς μακροχρόνιας ανεργίας, αν είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ ή αν αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας που τους καθιστούν ανίκανους για εργασία, β) αν ο πρώην σύζυγός της συνεισφέρει στις οικογενειακές τους δαπάνες, γ) τα καθαρά ατομικά της εισοδήματα κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, δ) το ύψος της οικονομικής συνδρομής των οικείων της κατά το έτος ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, ε) η κατά μήνα δόση την οποία όφειλε να καταβάλει στο αναιρεσείον και τους λοιπούς πιστωτές της, στ) η εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης και ζ) η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη ρευστότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής, περί της δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής της, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου, το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Ο δε αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας με το να εξαιρέσει από την εκποίηση την κύρια (μοναδική) κατοικία της πρώτης αναιρεσίβλητης και τα τρία ανωτέρω αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην αγροτική περιφέρεια του Δήμου Φιλιατρών, διότι:

α) δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα από τα οποία έκρινε ότι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 37.837,80 ευρώ και β) δήθεν εξαιτίας της χαμηλής εμπορικής αξίας των τριών αγροτεμαχίων δεν θα προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον, και διότι, (δήθεν), δεν θα επιτευχθεί αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη, (δήθεν), των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, χωρίς όμως συγχρόνως το δικαστήριο να εξειδικεύσει την εμπορική αξία των ακινήτων αυτών, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία σε κρίσιμο ζήτημα που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα, αναφορικά με το ρευστοποιήσιμο ή όχι της κύριας κατοικίας και της λοιπής ακίνητης περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας και την επάρκεια ή όχι αυτής να ικανοποιήσει την οφειλή της προς το αναιρεσείον και τους πιστωτές της.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη περιγράφει την κύρια κατοικία της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά θέση και επιφάνεια και προσδιορίζεται η αντικειμενική αξία της (όπως άλλωστε απαιτεί η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4161/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης), η οποία ανέρχεται, ανελέγκτως αναιρετικά, στο ποσό των 37.837,80 ευρώ, ενώ τα λοιπά τρία ακίνητα περιγράφονται επίσης κατά θέση, έκταση και κατά είδος (ελαιοπερίβολα) με συγκεκριμένο αριθμό δένδρων, εκ των οποίων το πρώτο είναι άνυδρο και το τρίτο δεν έχει πρόσβαση σε οδό, το δε δεύτερο ανήκει σε αυτήν κατά κυριότητα 50% και όλα έχουν μικρή εμπορική αξία η οποία δεν εκτιμάται πάνω από 5.000 ευρώ, χωρίς αγοραστικό ενδιαφέρον.

Με την επαρκή ως άνω αιτιολογία το δικαστήριο εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία και τα τρία αγροτεμάχια (ΑΠ 834/2021). Τέλος, το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.

του ΑΚ, 62 του ν. 2214/1994, 4 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, θα γίνεται με μηνιαίες καταβολές και δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης.

Το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετά τις προεκτεθείσες παραδοχές του διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 την ακόλουθη διάταξη: "Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας, με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριές της, επί μια πενταετία, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης και μετά την αφαίρεση του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στο σκεπτικό για χρονικό διάστημα 15 μηνών, συνολικού μηνιαίου ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, επιμεριζόμενο συμμέτρως στις πιστώτριες ως εξής: 1) ..., 2) ..., 3)..., 4) στο τέταρτο εκ των καθών το ποσό των 19,15 ευρώ μηνιαίως".

Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το άνω δικαστήριο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και στη προαναφερόμενη διάταξη του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα τη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσιβλήτου υφιστάμενη σύμβαση εκχώρησης αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων [η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών της πρώης αναιρεσιβλήτου-οφειλέτη], αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους της πρώτης αναιρεσίβλητης-δανειολήπτη κατά το ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε (κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτη), το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει η τελευταία προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, χωρίς όμως να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από το μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης-οφειλέτη και όχι, όπως προαναφέρεται, τον με παρακράτηση από το μισθό της, τρόπο καταβολής του.

Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το δικαστήριο της ουσίας διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές της, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σε ακολουθία των παραπάνω οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης, δεν ορίζεται και διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 14-5-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 1/17-5-2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 68/2018 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ