Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, allowing only procedural error regarding incidental unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the Third Instance Court's decision and remanding the case for further proceedings. The appellants argued the claim was time-barred due to the expiration of the limitation period for ingratitude gifts, while the respondents contended the claim remained valid. The court rejected the substantive limitation defense as it required factual findings not yet made, but upheld the dismissal of the incidental unjust enrichment claim because the main claim's validity depended on its success.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 562, 570, 577, 579, 581 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may not examine substantive claims regarding the expiration of limitation periods, but may annul a decision if it failed to consider an incidental claim for unjust enrichment when the main claim's validity depends on it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1227/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ.-Α. του Δ. και της Ε., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Δ. Τ., το γένος Λ. Λ., 2) Π. Τ. του Δ. και της Σ., κατοίκων ….., 3) Β. Τ. του Δ. και της Σ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Δεβελάσκα που ανακάλεσε την από 4-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16435/2015 μη οριστική, 7375/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2715/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, δεν είναι παραδεκτή στην αναιρετική δίκη η έρευνα καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμών (ενστάσεων), καθόσον κατ' αυτήν ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων με τους λόγους αναιρέσεως νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η έρευνα των ισχυρισμών αυτών (ενστάσεων) δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά απ' αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 1127/2020, ΑΠ 1059/2011, ΑΠ 1950/2009). Επομένως ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσιβλήτους, με τις κατατεθείσες, προ 20 ημερών, προτάσεις τους (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), ισχυρισμός τους περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προς υποβολή της παρούσας αίτησης αναίρεσης, γιατί το αγωγικό της δικαίωμα αποσβέστηκε, λόγω συμπληρώσεως, στην προκείμενη περίπτωση, της ισχύουσας στην αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς, κατ' άρθρο 1836ΑΚ, διετούς, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, παραγραφής, αφού η προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 2715/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ανωτέρω ένδικη, περί μέμψεως αστόργου δωρεάς, αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη, δημοσιεύθηκε στις 26/11/2018, χωρίς η τελευταία να ασκήσει νέα αγωγή εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 263παρ.2ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον συνιστά καταλυτικό του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμό (ΑΠ 710/2001).
Κατόπιν τούτου η από 15/07/2020 αίτηση για αναίρεση της άνω υπ' αριθμ. 2715/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831, 1833, 1835 και 1895 του Α.Κ., προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας πρέπει να γίνει αποτίμηση, των μεν στοιχείων της κληρονομίας με βάση την αξία τους κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, της δε καταλογιστέας παροχής (δωρεάς, κ.λ.π.) κατά την αξία που είχε η παροχή αυτή κατά το χρόνο που έγινε.
Η έννοια της φράσεως του άρθρου 1831 εδ.2 Α.Κ. "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παροχές, δεν έχει την έννοια ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομία, αλλά ότι η αξία αυτών, υπολογιζόμενη κατά το χρόνο της παροχής, θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας.
Όταν η πραγματική ομάδα της κληρονομίας, που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, που υπολογίζεται κατ' άρθρο 1831 Α.Κ. στην κληρονομία, υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη), κατά τους όρους του άρθρου 1835 του Α.Κ.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιορισθεί από την αξία που είχε η άστοργη δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και όχι κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην παραπάνω αξία, δηλαδή στην αξία που είχε η παραπάνω δωρεά κατά το χρόνο που έγινε.
Επομένως και στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας και ενάγει ο νόμιμος μεριδούχος με αίτημα να ανατραπεί η άστοργη δωρεά, απαιτείται να προσδιορίζεται στην αγωγή η αξία που είχε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, που δώρισε ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτού, ώστε, επί της αξίας αυτής, να υπολογισθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και η σ' αυτό (ποσοστό νόμιμης μοίρας) αντιστοιχούσα αξία του δωρηθέντος.
Μάλιστα, το άρθρο 1836 Α.Κ. παρέχει την ευχέρεια στον εναγόμενο δωρεοδόχο να καταβάλει την παραπάνω αξία του ποσοστού της νόμιμης μοίρας και να αποφύγει την ανατροπή της άστοργης δωρεάς.
Συνεπώς, αποτελεί στοιχείο της βάσεως της παραπάνω αγωγής η αναφορά της αξίας που είχε το αντικείμενο που δωρήθηκε κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτή, έστω και αν δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία του δωρητή κληρονομουμένου (ΑΠ1624/2011, ΑΠ1769/2006). Β1. Από το συνδυασμό των άρθρων 216 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν κατά νόμο αυτή, ούτως ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να αμυνθεί και στο Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Καθιερώνεται έτσι ως ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η ιστορική βάση αυτής, ήτοι η ευκρινής έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία κατά νόμο για τη γέννηση του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος, καθώς επίσης και ορισμένο αίτημα(άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η παράλειψη της αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων ή η ελλιπής ή ασαφής αναφορά σ` αυτά, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, ως απαραδέκτου, λόγω αοριστίας αυτής.
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε διά των προτάσεων, ούτε διά παραπομπής σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων. Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται, όχι μόνον κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο, αλλά και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, διότι αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην τήρηση προδικασίας (άρθρ. 111 ΚΠολΔ), που αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 505/2020, ΑΠ960/201, ΑΠ558/2008). 2.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, και η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ340/2022, ΑΠ 886/2018, ΑΠ23/2015, ΑΠ1452/2008). 3.Από τη διάταξη του άρθρου 219 παρ.1ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, << αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί, όμως, ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση>>, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η επικουρική άσκηση, με το ίδιο δικόγραφο, αγωγής, υπό την (δικονομική) αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης ή αίτησης.
Τούτο σημαίνει ότι εφόσον η αγωγή έχει και επικουρική βάση ή αίτημα και το δικαστήριο απορρίψει για οποιοδήποτε λόγο την κύρια βάση ή το κύριο αίτημα της αγωγής, είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην εξέταση της αγωγής ως προς την επικουρική βάση ή το επικουρικό αίτημα, διότι εν προκειμένω δεν επιδιώκεται η έκδοση περισσοτέρων αποφάσεων, αλλά μόνο μιας για τις σωρευόμενες βάσεις ή αιτήματα(ΑΠ191/2017, ΑΠ1493/2013, ΑΠ 27/1995).4.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ44/1990, ΑΠ799/2020, ΑΠ225/2015, ΑΠ39/2010, ΑΠ1077/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 08/07/2014 (υπ' αριθ. έκθ. κατάθ. δικογρ.15208/2014) αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Α. Τ., ισχυρίσθηκε ότι στις 13/07/2012 απεβίωσε στη ….. ο Δ. Τ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι κατέλειπε, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ίδια, γνήσιο τέκνο του, που απέκτησε από την εκτός γάμου σχέση του με την Ε.
Α. και τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους (η πρώτη, Σ. Τ., νόμιμη σύζυγος, ο δεύτερος Π. Τ., και ο τρίτος Β. Τ., γνήσια τέκνα του από το γάμο του με την πρώτη εναγομένη). Ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο άνω κληρονομούμενος δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία, διότι, όσο ζούσε, είχε μεταβιβάσει το σύνολο της περιουσίας του στους εναγομένους.
Περαιτέρω, εξέθετε ότι ο κληρονομούμενος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος, με αριθμό ... δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Ρ., είχε μεταβιβάσει στην πρώτη εναγομένη, α) κατά πλήρη κυριότητα, το 50% εξ αδιαιρέτου, του κειμένου στον 6ο όροφο της πολυόροφης οικοδομής, διαμερίσματος, που βρίσκεται επί της οδού ...
αριθμ. 135 στη ….., β) την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, του 50% εξ αδιαιρέτου, 1) του κειμένου στην ..., θέση << ...>>, αγροτεμαχίου 7.518 τ.μ. και 2) τμήματος 484 τ.μ. αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην ..., θέση <<...>>. Ότι, κατά το χρόνο σύστασης της ανωτέρω δωρεάς, η αξία της πλήρους κυριότητας του ποσοστού 50% του ανωτέρω διαμερίσματος ανερχόταν στο ποσό των 130.000, 00 ευρώ, η αξία της ψιλής κυριότητας ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερομένου αγροτεμαχίου και η αξία της ψιλής κυριότητας του ετέρου αγροτεμαχίου, ανερχόταν στα ποσά των 58.640, 40 ευρώ και 16.560, 00 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 75.200, 40 ευρώ.
Ότι, κατά τα ρητώς αναφερόμενα στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς, η δωρεά ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος, δεν συνυπολογίζεται στην κληρονομική μερίδα της πρώτης εναγομένης, στην περίπτωση θανάτου του συζύγου της. Ότι, ακολούθως, ο ως άνω κληρονομούμενος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. 6481/17-3-2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε.
Ρ. παραιτήθηκε από το δικαίωμα της επικαρπίας επί των ως άνω ακινήτων, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη να καταστεί αποκλειστική κυρία αυτών. Ότι η αξία της επικαρπίας των ανωτέρω αγροτεμαχίων, κατά το χρόνο παραίτησης του επικαρπωτή από το σχετικό δικαίωμα, ανερχόταν στο ποσό των 16.915, 50 ευρώ και 2.178, 00 ευρώ, αντίστοιχα.
Ότι ο ανωτέρω κληρονομούμενος, το έτος 2006, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. 3891/2006 συμβολαίου γονικής παροχής, της ίδιας και πάλι συμβολαιογράφου, είχε μεταβιβάσει στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία στον καθένα, ποσοστό 50% του περιγραφομένου στην αγωγή οικοπέδου, εμβαδού 193, 20 τ.μ., που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., αξίας, κατά το χρόνο σύστασης της γονικής παροχής, 800.000,00 ευρώ.
Ότι, τέλος, ο ανωτέρω κληρονομούμενος, ο οποίος ήταν ιδρυτής και κύριος μέτοχος της ανώνυμης κατασκευαστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... ….., από τις 5.250 μετοχές, που κατείχε, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στις 11-10-2005, στην πρώτη εναγόμενη, σύζυγό του, 4.500 μετοχές, ενώ τις υπόλοιπες 750 μετοχές μεταβίβασε, προ του θανάτου του, στους εναγόμενους.
Ότι η αξία καθεμιάς των 5.250 ονομαστικών μετοχών, με βάση την αναλογία τους στο μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω εταιρίας, ανερχόταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους στους εναγόμενους, στο ποσό των 30, 00 ευρώ και συνολικά, στο ποσό των 157.500, 00 ευρώ, πλην όμως, δεν γνωρίζει εάν το παραπάνω ποσό συμπίπτει με την πραγματική αξία αυτών, κατά τον ίδιο χρόνο, διότι απαιτούνται προς τούτο ειδικές γνώσεις.
Έτι περαιτέρω, εξέθετε ότι οι ανωτέρω γονικές παροχές προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, κατά το χρόνο σύστασής τους, δεν πραγματοποιήθηκαν για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας των εναγομένων ή για την έναρξη ή εξακολούθηση επαγγέλματος, καθόσον, αφενός οι ως άνω εναγόμενοι, που γεννήθηκαν το έτος 1970 και 1972, αντίστοιχα, μαζί με τη μητέρα τους (πρώτη εναγόμενη) και τον αποβιώσαντα πατέρα τους, ήταν οι αποκλειστικοί μέτοχοι της ανωτέρω, επικερδούς, ανώνυμης εταιρίας, με αποτέλεσμα να είναι πλήρως εξασφαλισμένοι επαγγελματικά και να αποκομίζουν ικανοποιητικό εισόδημα, και αφετέρου, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κατά το χρόνο σύστασης των προαναφερομένων γονικών παροχών, διέθεταν, ήδη, αξιόλογη περιουσία και επομένως, οι εν λόγω γονικές παροχές αποτελούν δωρεές, που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις και ως εκ τούτου, υπόκεινται σε ανατροπή, ως άστοργες, όπως και η δωρεά των αγροτεμαχίων προς την πρώτη εναγόμενη, καθόσον ο κληρονομούμενος δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία, κατά το χρόνο του θανάτου του, ώστε να καλυφθεί από αυτήν η αξία της νόμιμης μοίρας της (της ενάγουσας), που ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας αυτής, δηλαδή, σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου της αξίας της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 1.051.973, 90 ευρώ, εφόσον ληφθεί ως αξία κάθε μεταβιβασθείσας μετοχής το ποσό των 30, 00 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα να αναγνωριστεί νόμιμη μεριδούχος στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου και να ανατραπούν, ως άστοργες, συμμέτρως, κατά ποσοστό 12, 5% η καθεμία, οι προαναφερόμενες παροχές του κληρονομουμένου προς τους εναγόμενους και συγκεκριμένα:
α) η χαριστική μεταβίβαση προς την πρώτη εναγόμενη, που συντελέστηκε με το ανωτέρω, υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς, κατά το μέρος που αφορά στα προαναφερόμενα αγροτεμάχια που βρίσκονται στην Επανομή Ν. Θεσσαλονίκης, β) η χαριστική μεταβίβαση προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, που συντελέστηκε με το ανωτέρω, υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο αφορά στο ως άνω οικόπεδο επί της οδού ... και γ)η δωρεά των 4.500 ονομαστικών μετοχών της εταιρίας προς την πρώτη εναγόμενη και η δωρεά των 750 ονομαστικών μετοχών της εταιρίας προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, συνολικής αξίας 157.500, 00 ευρώ (135.000,00 + 22.500,00) ή όσης αξίας προκύψει μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, να διαταχθεί δε η διεξαγωγή, της τελευταίας, προκειμένου να αποτιμηθεί η πραγματική αξία των ως άνω μετοχών, κατά το χρόνο της παροχής.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της μεταβιβάσουν ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω ακινήτων και ονομαστικών μετοχών και σε περίπτωση που τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία δεν υπάρχουν αυτούσια, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλουν το αντικατάλλαγμα των ανωτέρω δωρεών, που καλύπτει τη νόμιμη μοίρα αυτής, δηλαδή, το ποσό των 131.474,30 ευρώ., με το νόμιμο τόκο.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, αυτεπαγγέλτως, έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 7375/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, κρίνοντας ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και ακολούθως βάσιμη κατ' ουσίαν, ακολούθως δε (το Εφετείο) την απέρριψε, ως απαράδεκτη, για τον ως άνω λόγο, με την αιτιολογία ότι: <<α) Η αξία των 750 μετοχών που δωρήθηκαν από τον κληρονομούμενο στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, προσδιορίζεται στο δικόγραφο διαζευκτικά, ήτοι, στο ποσό των 22.500,00 ευρώ ή σ' εκείνο που θα προκύψει από την αιτούμενη πραγματογνωμοσύνη, προσδιορισμός που ενέχει πλήρη αοριστία ως προς την αξία της εν λόγω παροχής, της οποίας ζητείται η ανατροπή, αφού η δεύτερη από τις επικαλούμενες αξίες - πέραν του ότι εξαρτάται, απαραδέκτως, από την αίρεση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εισάγοντας έτσι το στοιχείο της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας στη δίκη - μόνο επικουρικά μπορούσε να προταθεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, β) Ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι η ενάγουσα προσδιορίζει την αξία των εν λόγω μετοχών, κυρίως, στο ποσό των 22.500, 00 ευρώ, δεν προσδιορίζεται στην αγωγή, ο χρόνος μεταβίβασης αυτών, από τον κληρονομούμενο προς τους ως άνω εναγόμενους, ώστε, αφενός μεν να έχει τη δυνατότητα το Δικαστήριο να ερευνήσει την αξία τους και οι εναγόμενοι να αμυνθούν, αφετέρου δε να καθοριστεί χρονικά η θέση της εν λόγω παροχής, σε σχέση με τις υπόλοιπες παροχές εν ζωή του κληρονομουμένου, δηλαδή, να ελεγχθεί αν πρόκειται για προγενέστερη ή μεταγενέστερη παροχή, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση διαδοχικών παροχών, οι προηγούμενες παροχές ανατρέπονται, μόνον εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης, για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος μεριδούχου.
Το γεγονός δε αυτό επηρεάζει, αναλόγως, και τα πρόσωπα των εναγομένων που, στην προκειμένη περίπτωση, νομιμοποιούνται παθητικά, δεδομένου ότι η νομιμοποίησή τους εξαρτάται από το χρόνο πραγματοποίησης των ως άνω παροχών, αφού, για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, δεν είναι αναγκαία η ανατροπή όλων των παροχών του κληρονομούμενου προς τους εναγόμενους, αλλά μόνο των μεταγενεστέρων, των οποίων η αξία επαρκεί για την κάλυψή της και μάλιστα, ανεξάρτητα αν αυτές έγιναν ή όχι με τον όρο του μη καταλογισμού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Σημειωτέον δε ότι, με το αίτημα της αγωγής διώκεται η ανατροπή όλων των παροχών εν ζωή του κληρονομουμένου, συμμέτρως, με συνέπεια, λόγω των περιορισμών του συστήματος συζητήσεως και διαθέσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), η τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής να οδηγήσει στην ανατροπή των μεταγενεστέρων δωρεών, των οποίων η αξία επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, μόνο κατά το αιτούμενο ποσοστό (12, 5%)>>.
Από τα εκτιθέμενα όμως στο αγωγικό δικόγραφο, που φέρει το χαρακτήρα αγωγής μέμψεως αστόργου δωρεάς προς τους μεριδούχους (άρθρο 1835ΑΚ), με την οποία προσβάλλεται από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως άστοργη, κατά το ποσοστό που θίγει τη νόμιμη μοίρα της, κατά την έννοια του άρθρου 1831ΑΚ, η δωρεά εν ζωή, μεταξύ των άλλων (δωρεών), του κληρονομουμένου πατέρα Δ.
Τ., προς τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, αδελφούς της, των 750 ονομαστικών μετοχών, αξίας, κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά, 30 ευρώ η καθεμία και συνολικής αξίας 22.500 ευρώ, προκύπτει ότι αυτή (αγωγή) είναι, ως προς την κύρια βάση της μέμψεως αστόργου δωρεάς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, παραδεκτή.
Τούτο δε καθόσον το άνω σχετικό, με τη μέμψη -ανατροπή, ως άστοργης, της δωρεάς των 750 ονομαστικών μετοχών, αίτημά της τίθεται, παραδεκτά, επικουρικά και δεν τίθεται υπό αίρεση ή διαζευκτικά, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το Εφετείο. Επίσης, η ένδικη αγωγή, ως προς το κεφάλαιό της αυτό, που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία, για την πληρότητά της στοιχεία, καθόσον δεν απαιτείται να αναφέρεται και ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο έγινε η δωρεά των επίμαχων ως άνω μετοχών, διότι το στοιχείο αυτό αποτελεί γεγονός το οποίο προκύπτει από τις αποδείξεις, αφού, μόνον, η αναφορά της αξίας που είχε το αντικείμενο που δωρήθηκε, εν προκειμένω οι παραπάνω μετοχές, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της βάσεως της ένδικης αγωγής κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτή.
Επομένως, το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 και όχι 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι η πληττόμενη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, προϋποθέτει παραδοχές επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν θεμελιώνεται όταν απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Γ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 9 περ.
γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση δηλ. που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο.
Δεν αποτελούν "αιτήσεις", υπό την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κ.λπ. και γενικά τα "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ1264/2017, ΑΠ145/2014, ΑΠ 2129/2007, ΑΠ28/2005). Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της, δηλαδή, και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενόψει του ότι η ουσιαστική έρευνα της τελευταίας προϋποθέτει την ευδοκίμηση της κύριας βάσης της αγωγής, που αναφέρεται στον υπολογισμό του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και την ανατροπή των άστοργων δωρεών, στην περίπτωση δε που οι άστοργες δωρεές δεν σώζωνται ο δωρεοδόχος ευθύνεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ995/1983).
Επομένως, κατά παραδοχή του άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2715/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει)και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2715/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων(3.000)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ