Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment due to procedural defects and lack of participation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision of 4960/2015. The appellant argued that the lower court improperly rejected interest claims, but the Court found the appeal inadmissible because the appellant failed to raise this issue during the appeal stage. Furthermore, the respondent municipality did not appear at the hearing, yet the proceedings continued as if they were present, leading to the dismissal of the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The court proceeds as if all parties are present if one fails to appear after proper summons, and appeals based on issues not raised in the appeal stage are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1227/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού – Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πανταζή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με αρχική ονομασία «ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΛΑΜΟΥ», μετέπειτα καλουμένου «ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΟΥ» και ήδη «ΔΗΜΟΣ ΩΡΩΠΟΥ», που εδρεύει στον Ωρωπό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.09.2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5153/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4960/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30.06.2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθ. .../27-2-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Χαρίλαου Μίχα, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
[II] Υπόκειται προς κρίση η από 30.06.2016 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 4960/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και κατ’ ουσίαν η από 01.10.2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 5153/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 12.09.2009 αγωγή του ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν κατά την επικουρική της βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή, δικάστηκε η αγωγή, κατά την παραπάνω βάση της, έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 77.242,88 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[III] Κατά τον αριθ. 9 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο και δημιουργεί εκκρεμοδικία. Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η αίτηση της αγωγής, στην οποία περιλαμβάνεται και η αίτηση καταβολής τόκων, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1299/2011, ΑΠ 1320/2010). Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν η σχετική αίτηση απορρίφθηκε πρωτοδίκως και δεν μεταβιβάσθηκε με λόγο έφεσης στο εφετείο, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, καθόσον το εφετείο δεν είχε την εξουσία να επιληφθεί αυτής (ΑΠ 1059/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του περί επιδίκασης τόκων επί του αιτουμένου κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής.
Από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με την επικουρική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το αιτούμενο κεφάλαιο με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά τον άνω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, απέρριψε το αίτημα περί επιδίκασης τόκων ως μη νόμιμο. Όμως, από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, προκύπτει ότι αυτός δεν έπληξε με λόγο έφεσης και το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, με το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης τόκων.
Επομένως, εφόσον δεν μεταβιβάσθηκε, κατά το αίτημα αυτό η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που αποτελεί προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη και, σε περίπτωση παράλειψης, να ιδρυθεί ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης, ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος.
[IV] Με το δεύτερο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο, για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί, ότι απέρριψε σιγή το προαναφερόμενο περί τοκογονίας αίτημα της αγωγής του ως μη νόμιμο, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340 ΑΚ και 7 παρ. 2 του Ν. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», καθόσον ο νόμος δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει δηλαδή λόγος διαφοροποίησης ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστικά αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης και τέμνει και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Όμως, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος για τον ίδιο παραπάνω λόγο, διότι το κεφάλαιο περί τοκογονίας, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και δεν μεταβιβάσθηκε, με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σημειώνεται δε, ότι στην περίπτωση που το σφάλμα έγινε με την πρωτόδικη απόφαση και δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης, δεν μεταβιβάσθηκε δηλαδή στο εφετείο το σχετικό κεφάλαιο, έπρεπε να ασκηθεί αναίρεση και κατά της πρωτόδικης απόφασης.
[V] Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού ο αναιρεσίβλητος, που νίκησε, δεν παρέστη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.06.2016 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4960/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να
είναι τοποθετημένα στο
Δικαστήριο τούτο λόγω
συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ