Legislator Case Law & Legislation
1227/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against monastery's forest ownership claim, rejecting abuse of right argument.

Case Number 1227/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Kalambaka's appeal against the Monastery of Agia Triada's ownership claim over a forest. The court found no evidence of long-term inactivity by the Monastery that would imply it recognized the City as the primary owner, and rejected the City's argument that the lawsuit was an abuse of right. Consequently, the lower court's decision upholding the Monastery's title was confirmed, and the City was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 58(1)(a) and 72(1)(g) and 2 of Law 3852/2010; The exercise of legal action by the true owner does not constitute an abuse of right merely because it harms the possessor, and lack of long-term inactivity by the claimant precludes a finding that the defendant was recognized as the primary owner.

Keywords

AI generated
abuse of right doctrine forest ownership dispute monastery legal standing primary owner recognition legal costs allocation procedural appeal dismissal public administration liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 58(1)(a) and 72(1)(g) and 2 of Law 3852/2010
Article 281 of the Civil Code
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 182(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1227 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1227/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-προσεπικαλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καλαμπάκας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Αγγελόπουλο . Της αναιρεσίβλητης-προς την οποία κοινοποιείται η ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση - καθης η πρόσθετη παρέμβαση: Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Μετεώρων, που εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Καθηγούμενο αυτής, κάτοικο της Ιεράς μονής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του καθου η ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 184/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2017 αίτησή του. Ο αιτών - αναιρεσείων με την από 30-7-2018 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ζητά όσα αναφέρονται σε αυτή . Το Ελληνικό Δημόσιο με την από 1-11-2018 πρόσθετη παρέμβασή του ζητά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τα άρθρα 58 παρ.1 εδ.α' και 72 παρ.1 εδ.γ' και 2 του Ν. 3852/417.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης", "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή - άρθρο 58 παρ.1 εδ.α' -" "Η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του Δήμου.

Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες ... , ιγ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων - άρθρο 72 παρ.1 εδ.γ'". "Για τις περιπτώσεις ιγ) της προηγουμένης παραγράφου η απόφαση λαμβάνεται, ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης - άρθρο 72 παρ.2-".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι για το τυπικά παραδεκτό, εκτός άλλων, και του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της αδείας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης, ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 842/2013).

Εξάλλου κατά την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 58 του Ν. 3852/2010 "όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψης απόφασης, ο δήμαρχος μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικονομικής επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφασή του κατά την επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναφερόμενη ως άνω απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής για το παραδεκτό της ασκουμένης από το Δήμο αίτησης αναίρεσης, νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της αίτησης μέχρι τη συζήτηση αυτής, εγκρινομένης με αυτή της ήδη ασκηθείσας αίτησης, πρέπει δε να προσκομίζεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 842/2013, ΑΠ 1733/2012).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Καλαμπάκας προσβάλλεται η 184/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος -εναγομένου -αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμπάκας Τρικάλων παρέμβαση των :α) Κτηνοτροφικού Συλλόγου ...

και β) Β' Δασικού Συνεταιρισμού ... Καλαμπάκας, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 90/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 21-12-2012 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δάσους της εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσίβλητης Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα, καθόσον ο αναιρεσείων Δήμος για το παραδεκτό αυτής προσκομίζει την ...-1-2018 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω Επιτροπή, μετά την άσκηση (στις 27-12-2017) της αίτησης, αφού έλαβε υπόψη τη γνωμοδότηση του δικηγόρου του Δήμου ενέκρινε ομόφωνα την άσκησή της, απορριπτομένου ως αβασίμου σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το π παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 2. Στο άρθρο 82 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του και ότι αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σ' εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ.2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Τούτο δε είναι εύλογο, διότι και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, δοθέντος ότι χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, από τις ίδιες, ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.

Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 447/2017, ΑΠ 436/2016), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 591/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς στο Εφετείο Λάρισας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 184/2017 απόφασή του, ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος-εναγομένου-αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμπάκας Τρικάλων των:

α) Κτηνοτροφικού Συλλόγου ... και β) Β'Δασικού Συνεταιρισμού ... Καλαμπάκας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη επειδή δεν επιδόθηκε εμπρόθεσμα στους κύριους διαδίκους και δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της. Επομένως, δεν είναι αναγκαία για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αναίρεσης η κλήτευση των παραπάνω προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του αναιρεσείοντος Δήμου.

3. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 89 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε το άρθρο 91 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο διάδικος που θέλει να προσεπικαλέσει στη δίκη κάποιον τρίτο, οσάκις επιτρέπεται τούτο από το νόμο (άρθρο. 86, 87 και 88 ΚΠολΔ), ή να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους μπορεί να ασκήσει την προσεπίκληση ή να ανακοινώσει τη δίκη μόνο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και το χρόνο που ορίζεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 89 και 91 Κ.Πολ.Δ. Ενώπιον του Αρείου Πάγου στην αναιρετική δίκη δεν επιτρέπεται άσκηση προσεπικλήσεως, είναι δε απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 13/2000, ΑΠ 724/2017). Επομένως, η από 30-7-2018 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση που άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι απαράδεκτη.

4. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 ίδιου Κώδικα η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στη αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντιθέτου απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1/1996, ΑΠ 1736/2017).

Ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται στην αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων. Εξ ετέρου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.

β ΚΠολΔικ (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 8/1998, Ολ ΑΠ 38/1997). Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, δηλαδή;

κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, δηλαδή jou δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης (Ολ. ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 8/1998).Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα του. (ΑΠ 1643/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο με την από 1.11.2018 παρέμβασή του αρνούμενο την ανακοίνωση δίκης και προσεπίκλησή του σε αναγκαστική παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, καθόσον δεν φέρει την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή (ήτοι ex lege ή από σύμβαση υπόχρεο προς αποζημίωση), κατ' άρθρο 88 ΚΠολΔ, παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμπάκας και ζητεί να αποβεί η δίκη υπέρ αυτού, επικαλούμενο, ως έννομο προς τούτο συμφέρον, την εκ μέρους του παραχώρηση της επίδικης έκτασης στις κοινότητες … και ...

που ανήκουν πλέον στον αναιρεσείοντα Δήμο για το σκοπό της συμπλήρωσης των ανεπαρκών για την κάλυψη των κτηνοτροφικών αναγκών των κατοίκων μελών των κοινοτήτων αυτών για σκοπό δηλ. δημόσιας ωφέλειας. Περαιτέρω, δε επικαλείται ότι έχει

έννομο συμφέρον στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η επικύρωση της οποίας θα ματαιώσει τον προβλεπόμενο από το Σύνταγμα σκοπό της αποκατάστασης ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη το προσθέτως παρεμβαίνον δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την έκβαση της δίκης υπέρ του αναιρεσείοντος Δήμου, ώστε να μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειες των δυσμενών εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνεπειών της απόφασης, δηλαδή, του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.

Επομένως η πρόσθετη παρέμβαση, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως ερευνόμενη. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω

κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ' αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτών πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015 ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν οι ακόλουθες παραδοχές της: "Από την εποχή της Τουρκοκρατίας και προ του έτους 1840, περιήλθε στην ενάγουσα, Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Μετεώρων, η κατοχή του κτήματος (δασοαγροκτήματος) με την ονομασία "...", συνολικού εμβαδού 27.191,840 στρεμμάτων, το οποίο καθοριζόταν περιμετρικά με τους οικισμούς ...

οι οποίοι αποτελούν πλέον δημοτικά διαμερίσματα του εναγομένου, Δήμου Καλαμπάκας. Από τότε που περιήλθε το ανωτέρω κτήμα (δασοαγρόκτημα) στην κατοχή της ενάγουσας, αυτή ασκούσε επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στον κύριο ενός τέτοιου κτήματος, συνεχώς και αδιάλειπτα μέχρι το έτος 1923, βόσκοντας μέσα σε αυτό τα αιγοπρόβατά της, μισθώνοντας τις γεωργικές εκτάσεις του κτήματος σε γεωργούς της περιοχής, κόπτοντας ξυλεία από τα δασώδη τμήματα του κτήματος για τις ανάγκες της και επιβλέποντας συνεχώς το κτήμα, προκειμένου να εμποδίσει την καταπάτηση του από τρίτα πρόσωπα.

Με τον τρόπο αυτό η έναγουσα κατέστη κυρία του ανωτέρω κτήματος σύμφωνα με τις διατάξεις περί χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, εξαιτίας της υπερτριακονταετούς εξουσίασης αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, η οποία συμπληρώθηκε πριν τις 12.9.1915, διότι η ενάγουσα ασκούσε πράξεις νομής στο ανωτέρω κτήμα, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση πράξεων νομής στο κτήμα αυτό δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητος τρίτου προσώπου επ' αυτού.

Στη συνέχεια, δυνάμει της από 28.3.1923 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, (η οποία δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμόν 26/5.4.1923 ΦΕΚ τεύχος Β), κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του ανωτέρω κτήματος προς αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων. Το εμβαδόν του κτήματος υπολογίσθηκε τότε ως έγγιστα σε 18.951 στρέμματα. Με την υπ' αριθμόν…./3.10.1924 απόφασή της η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων εξαίρεσε από την απαλλοτρίωση, ως διατηρητέα περιουσία της ενάγουσας, ορισμένη έκταση του κτήματος, εμβαδού (κατά την απόφαση της Επιτροπής) 7.842 στρεμμάτων.

Το αντίστοιχο χωρίο της ανωτέρω απόφασης (υπ' αριθμόν …/3.10.1924) της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων έχει το εξής περιεχόμενο: "Επειδή το λειβάδιον ..." της ιδιοκτήτριας Μονής, ως η Επιτροπή επιτοπίως αντελήφθη και καθ' α εβεβαιώθη εκ των εξετασθέντων μαρτύρων, ουδέποτε εβοσκήθη υπό των ζώων των κατοίκων ..., εκμεταλλευόμενον υπ' αυτής ταύτης της Μονής δια βοσκής των ιδίων αυτής ζώων, εξ άλλου δε ως επί τω πολύ είναι έκτασις δασώσης, ανεπίδεκτος οιασδήποτε καλλιεργείας, επομένως, κατά τα συνδυασμένα άρθρ. 2 εδ.

α και 9 εδ. 1 Κ.Α.Ν., δέον να εξαιρεθή της απαλλοτριώσεως, διαχωριζόμενον του απαλλοτριωτέου δια γραμμής, αρχομένης εκ της ενώσεως των συνόρων ...-..., βαινούσης Β.Α...". Μετά από καταμέτρηση η έκταση αυτή (που εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση) διαπιστώθηκε ότι ανερχόταν σε 7.249,125 στρέμματα. Τα τμήματα του κτήματος που εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση, εμφαίνονται στον κτηματολογικό πίνακα διανομής του ανωτέρω κτήματος ως εξής:

ι) Ένα τμήμα εμφαίνεται με τον κτηματολογικό αριθμό 125, έχει εμβαδόν 2.843,50 στρεμμάτων και είναι γνωστό με την ονομασία δάσος "...", ιι) Το δεύτερο τμήμα εμφαίνεται με τον κτηματολογικό αριθμό 118, έχει εμβαδόν 4.405,625 στρεμμάτων και είναι γνωστό ως δάσος ...ς ...", το οποίο ζορίζεται περιμετρικά με δημοτικό δάσος του δημοτικού διαμερίσματος ...

του Δήμου Καλαμπάκας, με το δημοτικό διαμέρισμα …. του Δήμου Καλαμπάκας, με το μοναστηριακό δάσος "…", με το συνιδιόκτητο δάσος "…" και με το μοναστηριακό δάσος "…". Το τμήμα αυτό εμφαίνεται με αριθμό τεμαχίου … στο Κτηματολογικό Διάγραμμα διανομής έτους 1930 του όλου κτήματος ..., το οποίο κατάρτισε η Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, και στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα με χρονολογία Δεκέμβριος 2012 του ήολιτικού μηχανικού Γ.

Λ., κατοίκου ..., με στοιχεία και αριθμούς Α-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19- 20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42- 43-44-45-46-47-48-49-50-51-52-53-54-55-Τ-Α. Δυνάμει του από 28.3.1933 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 146/14.6.1933 Τεύχος Α) "Περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Μετεώρων", το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας, στον τόμο… και με αριθμό μεταγραφής ..., η ανωτέρω έκταση που εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, υπολογίσθηκε σε" 7.000 στρέμματα περίπου και ορίστηκε ως διατηρητέα περιουσία της ενάγουσας Ιεράς Μονής, η οποία παρέμεινε στη χρήση αυτής ως απαραίτητη για τη συντήρησή της και τη διαβίωση των μοναχών της.

Το ανωτέρω Προεδρικό Διάταγμα εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του Ν. 4684/1930 και συνιστά τίτλο κυριότητας εκ του νόμου για τα ακίνητα που μνημονεύονται σε αυτό (το Προεδρικό Διάταγμα), (βλ. (ΑΠ 1338/2010). Στο ανωτέρω, εναπομείναν στην κυριότητά της δάσος με την ονομασία "Δάσος ... ...", εμβαδού 4.405,625 στρεμμάτων, η ενάγουσα Μονή άσκησε από το έτος 1926 έως το έτος 1953 πράξεις διαχείρισης αυτού ως ιδιωτικού και πραγματοποίησε υλοτομία, μετά από νόμιμη έγκριση των σχετικών διαχειριστικών μελετών.

Ειδικότερα: α) Με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../26.6.1926 διαταγή του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η διαχειριστική μελέτη του ανωτέρω δάσους για τα έτη 1926 έως 1928, β) Με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../1928 διαταγή του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η διαχειριστική μελέτη του ανωτέρω δάσους για τα έτη 1929 έως 1930, γ) Με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../1936 διαταγή του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η διαχειριστική μελέτη του ανωτέρω δάσους για τα έτη 1936 έως 1941, δ) Με τις υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../1946 και .../1947 διαταγές του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η απόληψη δασικών προϊόντων του ανωτέρω δάσους υπέρ του ενοικίαση Γ.

Μ. για τα έτη 1946 και 1947 και ε) Με την υπ' αριθμόν 120.909/13.11.1951 εγκριτική διαταγή του Υπουργείου Γεωργίας εγκρίθηκε η διαχειριστική μελέτη του ανωτέρω δάσους για τα έτη 1951 έως 1960. (Τελικά, η ισχύς αυτής της μελέτης αναστάλθηκε στις 07.09.1953). Με την από 18.09.1952 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (στο ΦΕΚ Α' υπ' αριθμόν 289/8.10.1952), το επίδικο δάσος (με την ονομασία "Δάσος ... ...") περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και περιλήφθηκε στον πίνακα Α της Σύμβασης, όπου εμφαίνονται τα κτήματα που παραχωρήθηκαν από την Εκκλησία της Ελλάδος προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Βάσει του άρθρου 36 παρ. 3 του Ν.Δ. 2185/1952 και του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω σύμβασης, το επίδικο δάσος (ως κτήμα) περιήλθε στην κυριότητα και νομή του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς άλλη διαδικασία και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 του Συντάγματος 1952 έπρεπε να διατεθεί για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων.

Ως αρμόδια όργανα για την εφαρμογή της σχετικής Αγροτικής Νομοθεσίας αποκατάστασης γεωργών και κτηνοτρόφων ορίστηκαν οι κατά τόπο Διευθύνσεις Γεωργίας και οι κατά Πρωτοδικείο υφιστάμενες Επιτροπές Απαλλοτριώσεων του Αγροτικού Κώδικα (άρθρο 71). Στο ανωτέρω άρθρο προβλέπονται ρητά και περιοριστικά οι κατηγορίες των εκτάσεων που παραχωρήθηκαν από την Εκκλησία της Ελλάδος προς το Ελληνικό Δημόσιο, (ήτοι καλλιεργούμενες ή καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δασώδεις και κτηνοτροφικές εκτάσεις), αλλά μεταξύ αυτών των εκτάσεων δεν περιλαμβάνονται τα δασοπονικά εκμεταλλευόμενα δάση (κυρίως δάση), όπως είναι το επίδικο δάσος, τα οποία εξαιρέθηκαν από την παραχώρηση (σύμφωνα με το άρθρο 13 της ανωτέρω Σύμβασης) ως μη δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο αποκατάστασης ακτημόνων.

Τούτο, διότι η νομοθετική εξουσιοδότηση που καθόριζε το περιεχόμενο της ανωτέρω Σύμβασης, περιοριζόταν μόνο στα αγροτικά ακίνητα και δεν περιλάμβανε τα δάση. Επίσης, κατά το άρθρο 13 της ανωτέρω Σύμβασης, η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 ν.δ. 2185/1952, εξαίρεσε τα δάση από την εφαρμογή της Σύμβασης.

Επομένως η καταχώρηση ενός μοναστηριακού δάσους στον Πίνακα Α' της Σύμβασης, μεταξύ των ακινήτων που περιέρχονται από την Εκκλησία της Ελλάδος στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, διότι κείται έξω από τα όρια του άρθρου 104 του Συντάγματος 1952 και την προαναφερόμενη νομοθετική εξουσιοδότηση, και δεν επιφέρει αποτελέσματα μεταβίβασης (εκ του νόμου) της κυριότητάς του στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά η κυριότητά του παραμένει στην οικεία μονή.

Ήδη το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποφάνθηκε με την υπ' αριθμόν 331/1999 γνωμοδότησή του, η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας με την υπ' αριθμόν ...2.577/30.6.1999 διαταγή, ότι η καταγραφή δάσους στους πίνακες Α' που προσαρτήθηκαν στην από 18.9.1952 Σύμβαση, δεν συνεπάγεται κατά νόμο την περιέλευση του δάσους στην κυριότητα και νομή του Ελληνικού Δημοσίου ούτε αποτελεί λόγο διαχείρισής του ως δημοσίου κτήματος.

Το ανωτέρω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζεται το ακίνητο στη Σύμβαση, διότι, για να ερευνηθεί η συνταγματικότητα της μεταβίβασης, έχει σημασία ο ουσιαστικά δόκιμος χαρακτηρισμός του ακινήτου (ως αγροτικού ακινήτου ή ως δάσους) και όχι αυτός που περιλήφθηκε στη Σύμβαση. Παρά ταύτα το Ελληνικό Δημόσιο θεώρησε το επίδικο δάσος ως ιδιοκτησία του και εν συνεχεία προχώρησε σε πράξεις μεταβίβασης αυτού.

Ειδικότερα, καταρχήν επιδίωξε να μεταβιβάσει το επίδικο δάσος σε κατοίκους της περιοχής ... με την υπ' αριθμόν …1958 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων νομού Τρικάλων, αλλά η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 1414/1959 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά παρέλευση ορισμένων ετών η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων νομού Τρικάλων, παραχώρησε με την υπ' αριθμόν (…/1961 απόφασή της στην τότε κοινότητα … (ήδη δημοτικό διαμέρισμα του εναγομένου), έκταση 1.000 στρεμμάτων από το ανατολικό τμήμα του επίδικου δάσους και την υπόλοιπη έκταση (των 3.405,625 στρεμμάτων) την παραχώρησε στην τότε κοινότητα ... (ήδη δημοτικό διαμέρισμα του εναγομένου).

Οι ανωτέρω ενέργειες της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων νομού Τρικάλων και οι εκδοθείσες από το Ελληνικό Δημόσιο πράξεις διάθεσης του επίδικου δάσους και οι ενέργειες των πρώην κοινοτήτων …και ... (ήδη δημοτικών διαμερισμάτων του εναγομένου) επί των τμημάτων του δάσους που παραχωρήθηκαν σε αυτές, είναι παράνομες, διότι παραβίασαν τον όρο που έθετε το άρθρο 104 του Συντάγματος 1952, (όπου ορίζεται: "Προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων επιτρέπεται επί μίαν τριετίαν από την ισχύος του παρόντος αναγκαστική απαλλοτρίωσις των κατωτέρω κατηγοριών αγροτικών κτημάτων κατά παρέκκλισιν του άρθρου 17 του Συντάγματος, ως νόμος ορίζει ..."), το Ν.Δ. 2185/1952 και η ανωτέρω Σύμβαση, ως χρησιμοποίηση των κτημάτων που παραχώρησε η Εκκλησία της στο Ελληνικό Δημόσιο, αποκλειστικά για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και μικρών κτηνοτρόφων και όχι για άλλους σκοπούς, όπως είναι εκμετάλλευση των παραχωρούμενων κτημάτων από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης για προσπορισμό εσόδων.

Μετά την παραχώρηση του επίδικου δάσους προς τις ανωτέρω κοινότητες διενεργήθηκε σχετική καταχώριση στα βιβλία κτηματολογίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης των (πρώην) κοινοτήτων ... και ..., αλλά η ενέργεια αυτή δεν μετέβαλε το νομικό καθεστώς του επίδικου δάσους ούτε αποτελεί νόμιμο τίτλο για την κτήση της κυριότητας αυτού.

Στη συνέχεια οι κοινότητες ... και ... άρχισαν να διενεργούν πράξεις διαχείρισης και εκμετάλλευσης στα παραχωρηθέντα τμήματα του δάσους, αλλά η ενέργεια αυτή δεν συνιστά αποκατάσταση ακτημόνων στα κτήματα που προορίζονταν για το σκοπό αυτό. Έκτοτε, συντάχθηκαν διαχειριστικές μελέτες για το επίδικο δάσος κατά τα έτη 1974, 1982, 1992 και 2003.

Κατά την εφαρμογή της ανωτέρω Σύμβασης ανέκυψαν όμοια ζητήματα και σε άλλα κτήματα, τα οποία παραχώρησε η Εκκλησία της Ελλάδος στο Ελληνικό Δημόσιο, και σε σχετικό ερώτημα των Δασικών Υπηρεσιών το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποφάνθηκε με την υπ' αριθμόν 331/ 1999 γνωμοδότησή του, η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας με την υπ' αριθμόν ...2.577/30.6.1999 διαταγή, ότι η καταγραφή δάσους στους πίνακες Α που προσαρτήθηκαν στην από 18.9.1952 Σύμβαση δεν συνεπάγεται κατά το νόμο την περιέλευση του δάσους στην κυριότητα και νομή του Ελληνικού Δημοσίου ούτε αποτελεί λόγο διαχείρισης αυτού ως δημοσίου κτήματος.

Ενόψει αυτού του γεγονότος η ενάγουσα υπέβαλε την από 29.1.2001 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων και ζήτησε να αναλάβει τη διαχείριση του επίδικου δάσους. Η ανωτέρω Διεύθυνση διαβίβασε την αίτηση της ενάγουσας στη Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Γεωργίας (με το υπ' αριθμόν ...28.2.2001 έγγραφο της) και η Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Γεωργίας απάντησε (με το υπ' αριθμόν …2.4.2001 έγγραφο της) ότι δεν τίθεται θέμα περιέλευσης του επίδικου δάσους στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την από 18.9.1952 σύμβαση μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Ελληνικού Δημοσίου, και ότι πλέον η διαχείριση του επίδικου δάσους πρέπει να γίνεται από την ιδιοκτήτρια Ιερά Μονή.

Στη συνέχεια η ενάγουσα συνέταξε διαχειριστική μελέτη του επίδικου δάσους, αλλά αυτή επιστράφηκε αθεώρητη το Δασαρχείο Καλαμπάκας (με το υπ' αριθμόν .../22.4.2005 έγγραφο του). Αντίθετα, ο εναγόμενος Δήμος, μολονότι γνώριζε την αλλαγή που επήλθε ως προς την διαχείριση του επίδικου δάσους μετά την έκδοση της ανωτέρω γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προχώρησε στη σύνταξη διαχειριστικής μελέτης του δάσους αυτού για την περίοδο 2007 έως 2011.

Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε και, στη συνέχεια, εγκρίθηκε νέα διαχειριστική έκθεση για τα έτη 2012-2017. Από όσα εκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή δεν επέδειξε αδράνεια ως προς την προστασία και εκμετάλλευση του επίδικου δάσους, διότι από το έτος 1953 το δάσος αυτό περιήλθε στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Γεωργίας Τρικάλων (μετά από εσφαλμένη ερμηνεία της ανωτέρω Σύμβασης), με σκοπό την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων, γεγονός που είχε ως συνέπεια να στερηθεί η ενάγουσα, προσωρινά, το δικαίωμα επίβλεψης και εκμετάλλευσης του δάσους, συμμορφούμενη προς τη διάταξη του άρθρου 2§4 της ανωτέρω Σύμβασης, όπου προβλέπεται ρητά ότι οι Μονές αποξενώνονται οριστικά από τα παραχωρούμενα κτήματά τους μετά τη δημοσίευση της Σύμβασης.

Αντίθετα, η ενάγουσα Ιερά Μονή, μόλις πληροφορήθηκε την έκδοση της ανωτέρω γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έσπευσε να υποβάλει την ανωτέρω αίτησή της και να ζητήσει την απόδοση του επίδικου δάσους. Περαιτέρω, η ενάγουσα Ιερά Μονή δεν περιλαμβάνεται στις Ιερές Μονές που συμβλήθηκαν με το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με το Ν. 1811/1988 και μετά την ισχύ του άρθρου 55 του Ν. 2413/1996 η διαχείριση του επίδικου δάσους τεκμαίρεται ότι αναληφθηκε από την ενάγουσα.

Μολονότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου δάσους και δεν έχασε την κυριότητα αυτού μετά την εφαρμογή της ανωτέρω Σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο εναγόμενος Δήμος αμφισβητεί το ανωτέρω δικαίωμα της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι το επίδικο δάσος περιήλθε νόμιμα στις ανωτέρω κοινότητες (...

και ...) και ότι μετά την ενσωμάτωση των ανωτέρω κοινοτήτων στον Δήμο Καλαμπάκας το επίδικο δάσος ανήκει στην κυριότητα αυτού, ασκεί διαχειριστικές πράξεις στο ανωτέρω δάσος και το εκμεταλλεύεται ως κύριος, με αποτέλεσμα να προκαλείται οικονομική ζημία στην ενάγουσα Μονή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διατύπωσε (κατά πλειοψηφία) την εξής, μεταξύ άλλων, γνώμη ως προς την επίδικη υπόθεση..."Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη δασική έκταση ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 17.11.1836, λαμβανομένου υπόψη ότι για το επίδικο δάσος δεν εκδόθηκε τίτλος κυριότητας υπέρ νομικού ή φυσικού προσώπου και, επομένως, από το έτος 1881 μέχρι το 1912 το Ελληνικό Δημόσιο είχε τη νομή και κατοχή του επιδίκου, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 28.3.1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 26/5.4.1923 ΦΕΚ τεύχος Β', το άνω δασοαγρόκτημα κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο προς αποκατάσταση γεωργοκτηνοτρόφων. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί και την μέχρι τότε αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί της εκτάσεως αυτής από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Η δε έκταση που απαλλοτριώθηκε υπολογίσθηκε ως έγγιστα σε 18.951 στρέμματα. Η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ν. Τρικάλων με την υπ' αριθμ. …3.10.1924 απόφασή της εξαίρεσε της απαλλοτρίωσης εκ των ως άνω 27.191,840 στρεμμάτων, έκταση 7.842 στρεμμάτων και μετά την καταμέτρησή της 7.249,125 στρεμμάτων, τμήμα των οποίων αποτελεί και το ήδη επίδικο, έκτασης 4.405,625 στρεμμάτων.

Ο εναγόμενος συνομολογεί το γεγονός της απαλλοτρίωσης του δασοαγροκτήματος, θεωρεί όμως, αβάσιμα, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ότι το επίδικο δάσος ..." απαλλοτριώθηκε υπέρ του ΣΑΑΚ .... Στη συνέχεια με το από 16.10.1933 π.δ. (ΦΕΚ 132/16.10.1933) περί διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας, στον τόμο … και με αριθμ. ..., η άνω εξαιρεθείσα έκταση των 7.000 περίπου στρεμμάτων, μέρος της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί και το επίδικο, ορίσθηκε ως διατηρητέα περιουσία της ενάγουσας, παραμένουσα στη χρήση της, ως απαραίτητη για τη διαβίωσή της.

Το προεδρικό αυτό διάταγμα που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1930, συνιστά τίτλο κυριότητας από το νόμο υπέρ της ενάγουσας, για τα μνημονευόμενα σε αυτό ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ... Την ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως δάσους, όσο και το ότι μέχρι το έτος 1952 αυτό ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας, συνομολογεί ο εναγόμενος, (βλ.

τις προτάσεις του εναγομένου). Στη συνέχεια δε, με το άρθρο 104 Συντάγματος 1952, προβλέφθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή εκμίσθωση των αγροτικής φύσεως κτημάτων των ευαγών ιδρυμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία θα ρυθμίζονταν με πολιτειακή πράξη κοινού νομοθετικού περιεχομένου. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής εκδόθηκε το ν.δ. 2185/1952 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών" και μέσα στις προθεσμίες, που αυτό προέβλεψε συνομολογήθηκε μεταξύ Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος η από 18.9.1952 Σύμβαση, κυρωθείσα με το από 26.9/8.10.1952 Β.Δ.

και παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο η ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία που αναφέρεται στον Πίνακα Α' παραχωρουμένων εκτάσεων, συνημμένο στη Σύμβαση. Στο άρθρο 13 παρ. α' της Σύμβασης, αναφέρεται όμως ρητά ότι εξαιρούνταν της παραχώρησης (στο Ελληνικό Δημόσιο) τα κυρίως δάση. Ωστόσο, εκ παραδρομής το επίδικο ακίνητο, παρά την αναμφισβήτητη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ιδιότητά του ως "δάσος", περιελήφθη εσφαλμένα στον πίνακα Α' της Σύμβασης, ως ακίνητο παραχωρηθέν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αυτή η αναγραφή του επιδίκου ακινήτου στον προαναφερόμενο πίνακα Α' της Σύμβασης, δεν κατέστησε κύριο του επιδίκου το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά κυρία αυτού παρέμεινε η ενάγουσα Ιερά Μονή, διότι το από 26.9/8.10.1952 Β.Δ., που κύρωσε τη Σύμβαση, υπερέβη τα όρια της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 36 του ν.δ. 2185/1952, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ως άνω συνταγματικής επιταγής, ως και τα όρια της τελευταίας, με συνέπεια η σχετική διάταξη να είναι ανίσχυρη και κατ' επέκταση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης κατέστη κύριος του επιδίκου το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο στη συνέχεια του το παραχώρησε και έκτοτε έως και σήμερα το διαχειρίζεται και το εκμεταλλεύεται αυτός, κατόπιν της απόδειξης του επιδίκου ως δάσους και ως τέτοιου μη δυναμένου να εφαρμοστεί το από 26.9/8.10.1952 Β.Δ., που κύρωσε τη Σύμβαση, κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του...

Προαναφέρθηκε όμως ότι ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο της επίδικης έκτασης και κατ' επέκταση ουδέποτε οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, κοινότητες ... και ..., απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα εκ μέρους του εναγομένου κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο εναγόμενος και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, επί του επιδίκου ακινήτου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. ...".

Ήδη ο εναγόμενος δήμος ιστορεί στην ένδικη έφεσή του τα εξής (μετάξι άλλων) ουσιώδη: ι) ... το δάσος ..." διαχειριζόταν παλιά ως διακατεχόμενο από την ενάγουσα, Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Μετεώρων, ιι) Με την από 28.03.1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας το δάσος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Μετεώρων κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο και απαλλοτριώθηκε από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων με την υπ' αριθμ.

…/3.10.1924 απόφασή του υπέρ του Σ.Α.Α.Κ. ..., ιιι) Η Επιτροπή εξαίρεσε υπέρ της ενάγουσας μόνο τα δάση, τα οποία δεν απαλλοτριούνται, ιν) Το δάσος ...", το οποίο ανήκε στην ενάγουσα, βάσει της από 18.9.1952 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, παραχωρήθηκε με αντάλλαγμα στο Δημόσιο προς περαιτέρω αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων, ν) Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το επίδικο δάσος ..." ανήκει στην αγορασθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο έκταση βάσει της από 18.9.1952 συνομολογηθείσας σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, νι) ...

η με αριθμό 331/1999 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία εκδόθηκε για το δάσος "...", δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στην επίδικη περίπτωση. Περαιτέρω, ο εναγόμενος δήμος παραπονείται, ως εκκαλών, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διότι: ι) Η υπό κρίση αγωγή, όπως είναι διατυπωμένη, τυγχάνει αόριστη, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτή ο τρόπος, κατά τον οποίο η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής, ιι) Αποδείχθηκε ότι η αντίδικος του δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα το οποίο απέκτησε το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με την καταρτισθείσα σύμβαση της 2ας Ιουλίου 1881 που επικυρώθηκε με τον Ν.

πλΖ του 1882, ιιι) Άλλως, η επίδικη δασική έκταση ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε σύμφωνα με τις διατάξεις του Β.Δ. της 17ης Νοεμβρίου 1836, ιν) Το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και μεταβιβάστηκε στις κοινότητες ... και ... (...) Καλαμπάκας, ενώ η αντίδικος Ιερά Μονή δεν απέκτησε καθ' οποιονδήποτε τρόπο ουδέποτε την κυριότητα αυτού.

Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι: ι) Με την απαλλοτρίωση του δασοαγροκτήματος "...", η οποία διενεργήθηκε με την από 03.1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β'26/5.4.1923), το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώρισε έμμεσα την κυριότητα της ενάγουσας Ιεράς Μονής στο ανωτέρω δασοαγρόκτημα.

Συνεπώς, είναι περιττή η λεπτομερής αναφορά του τρόπου, με τον οποίο περιήλθε το επίδικο δάσος ... ...", (το οποίο εμπίπτει στα όρια του ανωτέρω δασοαγροκτήματος), στην κυριότητα της ενάγουσας Ιεράς Μονής μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (Άλλωστε, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκτέθηκε ανωτέρω, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς το ανωτέρω ζήτημα).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε, επειδή παρέλειψε να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη, και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου έφεσης, (ο οποίος σημειώνεται ανωτέρω με στοιχείο -ι-), ως ουσιαστικά αβάσιμου". Το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώρισε (έμμεσα) την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας της (ήδη) ενάγουσας στο ανωτέρω δασοαγρόκτημα "..." (και, επίσης, στο επίδικο δάσος ... ...", το οποίο περιλαμβάνεται στο δασοαγρόκτημα "..."), αποτελεί έμμεση ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου ότι η κυριότητα αυτών των ακινήτων δεν ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1923.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του εναγόμενου δήμου ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν έσφαλε, και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη των αντίστοιχων λόγων έφεσης, (οι οποίοι σημειώνονται ανωτέρω με στοιχεία -ιι- και -ιιι-), ως ουσιαστικά αβάσιμων.

Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η από 18.09.1952 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος έπρεπε να έχει ως αντικείμενο, βάσει του άρθρου 36 παρ. 3 του Ν.Δ. 2185/1952 και του άρθρου 104 του Συντάγματος 1952, ακίνητα, κατάλληλα για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων, όχι όμως και δάση, όπως είναι το επίδικο δάσος, τα οποία εξαιρέθηκαν από την παραχώρηση (σύμφωνα με το άρθρο 13 της ανωτέρω Σύμβασης) ως μη δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο αποκατάστασης ακτημόνων, και μόνη η καταχώρηση του επίδικου μοναστηριακού δάσους στον Πίνακα Α' της Σύμβασης, μεταξύ των ακινήτων που περιήλθαν από την Εκκλησία της Ελλάδος στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανίσχυρη ως άντισυνταγματική και δεν επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας του στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά η κυριότητά του παραμένει στην ενάγουσα Μονή.

Επομένως, το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο θεώρησε το επίδικο δάσος ως ιδιοκτησία του και εν συνεχεία παραχώρησε στην τότε κοινότητα ... (...) έκταση 1.000 στρεμμάτων από το ανατολικό τμήμα του επίδικου δάσους και την υπόλοιπη έκταση (των 3,405,625 στρεμμάτων) στην τότε κοινότητα ... και το γεγονός ότι οι πρώην κοινότητες ... (...) και ...

έκαναν πράξεις διαχείρισης επί των τμημάτων του δάσους που παραχωρήθηκαν σε αυτές, δεν έχει έννομες συνέπειες ως προς την κυριότητα του επίδικου δάσους, η οποία συνεχίζει να ανήκει στην ενάγουσα Ιερά Μονή, αφού δεν επήλθε μεταβίβασή της με νόμιμο τρόπο προς τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το ανωτέρω ζήτημα, δεν έσφαλε και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου λόγου έφεσης, (ο οποίος σημειώνεται ανωτέρω με στοιχείο -ιν-), ως ουσιαστικά αβάσιμου".

Στην περίπτωση με το δεύτεροι εκ των αριθμό. 1 και του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παραβίασε :α) τις διατάξεις του νόμου της 11-3-1882 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας συμβάσεως της από 10-6/2-7-1881 αφορώσης εις τα νέα όρια μεταξύ των δυο κρατών, το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος της από 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" β) τις περί καλής πίστεως γενικές αρχές σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου γ) τις διατάξεις του άρθρου 117 ν.4173/1929,όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν.129/1946και επαναλήφθηκαν στο άρθρο του ν.δ.86/1969 και καταλήγει: "Ενόψει αυτών, εφόσον παραβιάσθηκαν οι ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά και των γενικών αρχών, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, οι οποίοι παραβιάσθηκαν, αφού δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν δεν εφαρμόσθηκαν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική, από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό η αναιρεσειβαλλόμενη πρέπει να αναιρεθεί.

Εξετέρου και κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της ανωτέρω αποφάσεως, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών γεγονότων, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκη".

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται πώς συντελέσθηκαν οι, κατά τον αναιρεσείοντα, διαζευκτικές αιτιάσεις παραβίασης των νόμων (με μη εφαρμογή ή με εσφαλμένη εφαρμογή), ποια έννοια διαφορετική προσέδωσε το Εφετείο στις φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις και αν συντελέσθηκε με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή, ούτε εκθέτει συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του_ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττει ουσιαστικά με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 6.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 96/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ.

β' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω αποδείξεις, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές (ΑΠ188/2017).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζεται "στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα με επίκληση ...και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδείχθηκαν", σε συνδυασμό με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο προκύπτει ότι αυτή προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραδεκτά (άρθρο 529 ΚΠολΔ) και νόμιμα με τις προτάσεις της, μεταξύ άλλων και τα εξής έγγραφα:1) το υπ αριθμ. .../5-3- α

1929 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών 2) την 306/1911 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας και 3) το υπ'αριθμ..../7-2-1912 έγγραφο της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, γιατί τα ανωτέρω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μολονότι δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι απορριπτέος, προεχόντως (ως απαράδεκτος, γιατί αφορά πλημμέλεια της πρωτόδικης και όχι της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και παντελώς αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές από το Εφετείο.

7. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου καθόταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, πρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια.

Στην δε περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 298/2012).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. (ΟλΑΠ 2/2019). Αδράνεια του ενάγοντος αποτελεί η διαμόρφωση μιας συμπεριφοράς εν γνώσει του δικαιώματός του που δεν συντρέχει όταν ο ενάγων αγνοεί την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος του (ΑΠ 732/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 207/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που πρόβαλε ο αναιρεσείων προς απόκρουση της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας της αναιρεσίβλητης: "Στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης ο εναγόμενος δήμος υπέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος, με την αιτιολογία ότι:

Το επίδικο δάσος διακατείχε η ενάγουσα Ιερά Μονή από το έτος 1913 μέχρι το 1952 και, στη συνέχεια, αυτό παραχωρήθηκε με αντάλλαγμα στο Ελληνικό Δημόσιο, βάσει της από 18.9.1952 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς περαιτέρω αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, ότι σε εφαρμογή της ανωτέρω σύμβασης η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων του Νομού Τρικάλων διένειμε το επίδικο δάσος και το παραχώρησε στις τότε κοινότητες ... (...) και ...

και από αυτές περιήλθε στην κυριότητα και χρήση αυτού, και ότι η ενάγουσα επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα ετών παρακολουθούσε, χωρίς διαμαρτυρία και όχληση, τις εμφανείς και συνεχείς πράξεις νομής του εναγόμενου δήμου και των δικαιοπαρόχων του (κοινοτήτων ... και ...) στο επίδικο δάσος, ήτοι την ανέγερση ποιμνιοστασίων και κτηνοτροφικών μονάδων, τη βόσκηση ζώων των κατοίκων της περιοχής, την κοπή ξύλων, την υλοτόμηση του επιδίκου σε τακτά χρονικά διαστήματα και τη σύνταξη διαχειριστικών μελετών ως προς την υλοτόμησή του, ότι με τον τρόπο αυτό αναγνώριζε την καλόπιστη άσκηση αυτών των πράξεων νομής που επιχειρούσαν ο εναγόμενος δήμος και οι δικαιοπάροχοι του στο επίδικο δάσος, και δημιούργησε στον εναγόμενο δήμο την πεποίθηση ότι δεν θα εγείρει αξιώσεις ως προς την κυριότητα του δάσους αυτού, μάλιστα, στη διάρκεια του έτους 2008 η ενάγουσα Ιερά Μονή άσκησε άλλη αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ως προς το επίδικο δάσος, αλλά, τελικά, παραιτήθηκε από την αγωγή εκείνη με ρητή δήλωση του τότε ηγουμένου της, Αρχιμανδρίτη Χ.

Τ., ότι το επίδικο δάσος ανήκει στον δήμο Καλαμπάκας και ότι η Ιερά Μονή δεν πρόκειται να εγείρει στο μέλλον αξιώσεις ως προς αυτό, και ότι, αν αναστραφεί η πραγματική κατάσταση που υφίσταται τώρα ως προς το επίδικο δάσος, θα προκληθεί μεγάλη βλάβη στον εναγόμενο δήμο και στους δημότες του που το χρησιμοποιούν, και θα επέλθει υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του επίδικου δικαιώματος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση (καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος) με την αιτιολογία ότι είναι μη νόμιμη και ένεκα τούτου απορριπτέα, διότι τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν παρίστανται ικανά να στηρίξουν την ανωτέρω ένσταση, καθόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του κυρίου, δεν καθιστά τη διεκδίκηση του ακινήτου καταχρηστική.

Ήδη ο εναγόμενος δήμος παραπονείται με λόγο της ένδικης έφεσης (υπό στοιχείο III) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διότι απέρριψε την ανωτέρω ένταση χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία. Από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποδείχθηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος δήμος, για να θεμελιώσει την ανωτέρω ένστασή του, αλλά, περαιτέρω, αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή δεν γνώριζε (μέχρι το έτος 1999) ότι η αφαίρεση του επίδικου δάσους από την κατοχή της ήταν αυθαίρετη και παράνομη και ότι αυτή είχε τη δυνατότητα να αξιώσει την απόδοσή του σε αυτή.

Όταν πληροφορήθηκε το ανωτέρω γεγονός, προχώρησε σε άσκηση άλλης αγωγής, προγενέστερης και όμοιας με την επίδικη, αλλά προκλήθηκαν ταραχές μεταξύ των κατοίκων της περιοχής, ιδίως Η μεταξύ των κτηνοτρόφων και των δασεργατών της περιοχής ..., και κάτων από την αφόρητη πίεση των ταραχών ο προηγούμενος ηγούμενος της Ιεράς Μονής αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την προγενέστερη (όμοια) αγωγή της Ιεράς Μονής, ώστε να επέλθει ηρεμία μεταξύ των κατοίκων της περιοχής και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις τους με την Ιερά Μονή.

Ενόψει αυτών των περιστατικών δεν αποδεικνύεται μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας Ιεράς Μονής ως προς την προβολή του επίδικου δικαιώματος της ή συμπεριφορά αυτής, από την οποία μπορούσε να συναχθεί, εύλογα, ότι η Ιερά Μονή αναγνώριζε τον εναγόμενο δήμο ως κύριο του επίδικου δάσους. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η παραδοχή της ένδικης αγωγής θα βλάψει τα συμφέροντα του εναγόμενου δήμου και ορισμένων δημοτών του, κυρίως κτηνοτρόφων και υλοτόμων, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής είναι καταχρηστική, διότι πάντοτε η δικαστική διεκδίκηση ενός πράγματος από τον αληθή κύριό του, αποβαίνει βλαπτική για όποιον το κατέχει παράνομα και το χρησιμοποιεί προς όφελός του.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένταση με την ανωτέρω αιτιολογία, δεν έσφαλε και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του ανωτέρω λόγου έφεσης". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρότεινε ο εναγόμενος - αναιρεσείων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επομένως δεν παραβίασε ευθέως, ενώ διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την απόρριψη της ως άνω ένστασης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ.

Επειδή, κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ,191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", καθώς και το προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο στη, μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δικαστική, δαπάνη της καθής Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Μετεώρων, η οποία κατέθεσε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 182 παρ.1 ΚΠολΔ, 281 Ν.3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση του Δήμου Καλαμπάκας Τρικάλων, για αναίρεση της 184/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, β) την από 30-7-2019 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση του αναιρεσείοντος και γ) την από 1-11-2018 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Καλαμπάκας στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Μετεώρων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Καταδικάζει το προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της καθής Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Μετεώρων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ