Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's failure to appear at scheduled hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Thrace's decision of 37/2015. The appellants argued for the annulment of the lower court's ruling, but the defendant company failed to appear at the scheduled hearing on May 23, 2016, despite being legally summoned. The court rejected the appeal because the defendant's absence rendered the proceedings irregular, leading to the dismissal of the request and the collection of appeal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 496, 559 of the Code of Civil Procedure; The failure of a party to appear at a scheduled hearing after proper legal summons constitutes a procedural ground for dismissing an appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1227/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Γ. του Π., 3) Π. Γ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χορτάτο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2008 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 20/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 1/10/2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 121/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 305/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 37/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/6/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 18/5/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 1404/29.1.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Α. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4.6.2015 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της 23.5.2016 και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στην αναιρεσίβλητη.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν παρέστη κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα μετά την αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Επομένως, ενόψει του ότι δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης για να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της ορισθείσας νέας δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για εμφάνισή τους κατ' αυτή (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία αυτής. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 37/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε και κατ' ουσία την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 21.7.2008 αγωγή αυτών και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20.10.2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 526/2006). Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 686 εδ. α' και β' ΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των υποχρεώσεων του εργολάβου, είναι η έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, έτσι ώστε αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί, με δήλωσή του, κατά το άρθρο 390 ΑΚ, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από, το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 297, 298, 383, 387, 389, 686 εδ. β' και 904 ΑΚ συνάγεται ότι η υπαναχώρηση, γίνεται με μονομερή δήλωση βουλήσεως του εργοδότη που απευθύνεται στον εργολάβο, η οποία μόλις περιέλθει σ' αυτόν γίνεται αμετάκλητη και ο εργοδότης δεσμεύεται από τα αποτελέσματά της. Σε κάθε περίπτωση η υπαναχώρηση, νόμιμη ή συμβατική, επιφέρει άμεση διάλυση της συμβάσεως, με αναδρομική ενέργεια και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων για παροχές που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε, λόγω της άσκησης αυτού του διαπλαστικού δικαιώματός του, αυτή λύεται για το μέλλον, και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, οφείλει δε σ' αυτή την περίπτωση να καταβάλλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή.
Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να αρνηθεί αιτιολογημένα την αγωγή και να ισχυρισθεί επιπλέον κατ' ένσταση, ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε από αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο.
Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1393/2012).
Τέλος, προϋποθέσεις, για τη μετατροπή της άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη, ώστε να ισχύσει η τελευταία, είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ : 1) Η ακυρότητα της πρώτης (άκυρης δικαιοπραξίας) και η περί της ακυρότητας αυτής άγνοια των μερών. 2) Η με την άκυρη δικαιοπραξία πλήρωση των όρων της κατά μετατροπήν έγκυρης και 3) υποθετική βούληση των μερών όπως ισχύσει η, κατά μετατροπήν, άλλη δικαιοπραξία, εάν εκείνα (μέρη) γνώριζαν την ακυρότητα. (ΑΠ 1662/2000).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, όταν η δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, που ασκεί ο εργοδότης κατά τη διάταξη του άρθρου 686 παρ. α' ΑΚ, είναι άκυρη, επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται στην εν λόγω διάταξη για τη χορήγηση σ' αυτόν του σχετικού δικαιώματος, είναι δυνατόν η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης να ισχύσει και να επιφέρει τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, εφόσον ο υπαναχωρών εργοδότης αγνοούσε την ακυρότητα της υπαναχώρησης (ως μονομερούς απευθυντέας δικαιοπραξίας) κατά τον χρόνο άσκησής της και εφόσον συνάγεται από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ότι αυτός, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, θα ήθελε η σχετική δήλωσή του να ισχύσει ως δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ.
Η υποθετική δε βούληση αυτή του εργοδότη θεωρείται ότι υπάρχει σε περιπτώσεις που με την καταγγελία πραγματώνεται ο οικονομικός ή άλλος πρακτικός σκοπός που επιδιώχθηκε με την υπαναχώρηση, ενώ δεν θεωρείται ότι υπάρχει τέτοια βούληση, όταν συνάγεται ότι ο εργοδότης, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, δεν θα προέβαινε σε καμία από τις δύο δικαιοπρακτικές δηλώσεις, δηλαδή ούτε σε δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου (αφού δήλωση υπαναχώρησης από εργοδότη που γνωρίζει την ακυρότητά της δεν εμπεριέχει, ούτε εκδηλώνει αντίστοιχη πραγματική δικαιοπρακτική βούληση ικανή να επιφέρει τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες), ούτε σε καταγγελία αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, η μετατροπή προϋποθέτει αποδεικτική συναγωγή και τεκμηρίωση της εν λόγω υποθετικής βούλησης του εργοδότη (ΑΠ 121/2014). Για να χωρήσει η μετατροπή αυτή απαιτείται να επικαλεσθεί αυτήν ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στην άκυρη δικαιοπραξία και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η επικληθείσα ως άνω νομοθετική θέληση αυτών που συμμετείχαν, να ισχύσει η άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, στην περίπτωση που γνώριζαν την ακυρότητα της πρώτης (ΑΠ 1662/2000, ΑΠ 619/1999), ενόψει του ότι η έλλειψη σχετικής απόδειξης δεν μπορεί να υποκατασταθεί με αντίστοιχη αντικειμενική εκτίμηση του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 121/2014).
Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία δημιουργούν ακριβώς την ανάγκη να καταφύγει στην ερμηνεία της, η διαπίστωση δε αυτή μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφαση ή να προκύπτει εμμέσως από αυτήν.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας τις μεταλλικές κατασκευές.
Η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", ομόρρυθμα μέλη της οποίας τυγχάνουν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, εκ των οποίων ο δεύτερος κατά το καταστατικό της ασκεί τη διαχειριστική εξουσία, έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εκμετάλλευση βιοτεχνίας ξυλουργείου, την εκτέλεση πάσης φύσεως ξυλουργικών εργασιών και την εμπορία ξυλείας και κάθε είδους επίπλων.
Η πρώτη εναγομένη προκειμένου να λάβει οικονομική επιχορήγηση, με την από ΑΠ/21516/20-11-2007 αίτησή της προς την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ζήτησε την υπαγωγή του επενδυτικού της σχεδίου, για την ίδρυση βιοτεχνίας επεξεργασίας ξύλου σε μίσθιο ακίνητο, στις διατάξεις του ν. 3299/2004 και προς τούτο ο δεύτερος εναγόμενος- διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της, ανέθεσε στην αρχιτέκτονα μηχανικό Μ.
Κ.-Σ. τη σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης για την κατασκευή βιοτεχνικού κτιρίου από μεταλλικό φορέα με επικάλυψη της οροφής και των εξωτερικών πλευρών με θερμομονωτικά πανώ (panels). Μετά τη σύνταξη της σχετικής αρχιτεκτονικής μελέτης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/7-3-2008 οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική διεύθυνση … και εν συνεχεία η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, αναζήτησε εργολάβο με κατασκευαστική εμπειρία μεταλλικών κτιρίων.
Έτσι, περί τα μέσα Μαρτίου 2008 ήρθε σε επαφή με τον Κ. Κ., υπάλληλο της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, που στο πρόσφατο παρελθόν είχε αναλάβει την κατασκευή ετέρου μεταλλικού κτιρίου στη …. Μετά από σχετικές συζητήσεις και σύντομες διαπραγματεύσεις, μεταξύ του δευτέρου εναγομένου και του Κ. Κ., ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας Φ.
Φ., αφού έλαβε υπόψη του τα από 13-3-2008 τέσσερα, με στοιχεία ΣΙ, Σ2, Σ3 και Σ4, σχέδια της αρχιτέκτονος - μηχανικού Μ. Κ. - Σ., τα οποία είχε προηγουμένως παραδώσει στον Κ. Κ., ο δεύτερος εναγόμενος, στις 29-4-2008 απέστειλε στη … τον αντιπρόσωπο του Χ. Κ., προκειμένου να υποβάλει στον δεύτερο εναγόμενο - διαχειριστή της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας την από 29-4-2008 έγγραφη προσφορά- πρόταση για τη σύναψη σύμβασης έργου, με αντικείμενο την κατασκευή μεταλλικού βιοτεχνικού κτιρίου με πατάρι.
Η από 29- 4-2008 έγγραφη προσφορά - πρόταση της ενάγουσας προς την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία βασίσθηκε στα προαναφερόμενα αρχιτεκτονικά σχέδια της αρχιτέκτονος - μηχανικού Μ. Κ.- Σ. και περιελάμβανε: α) το συνολικό κοστολόγιο δαπάνης κατασκευής του έργου, δηλαδή την αμοιβή της εργολάβου ανώνυμης εταιρίας, η οποία προσδιοριζόταν στο ποσό των 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, με την πρόβλεψη, όμως, της δυνατότητας αλλαγής των κατασκευαστικών λύσεων, αλλά και των ποσοτήτων και αντιστοίχως του κοστολογίου, β) συνοπτική και αναλυτική περιγραφή των τεχνικών εργασιών του έργου, που αφορούσε την κατασκευή μεταλλικού κτιρίου, συνολικού εμβαδού κάτοψης 784 τ.μ, και παταριού 220 τμ, με πλαγιοκαλύψεις και επικαλύψεις από θερμομονωτικά πανώ (panels) 50 mm, γ) επισημάνσεις σχετικές κυρίως με την έναρξη των εργασιών του έργου από την εργολάβο εταιρία, η οποία προσδιοριζόταν, εφόσον προηγούνταν η παράδοση των εγκεκριμένων σχεδίων από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, σε 10 ημέρες από την υπογραφή του συμφωνητικού, άλλως από την παράδοση των τελικών εγκεκριμένων σχεδίων σ' αυτή, ενώ αντίθετα δεν υπήρχε ρητή πρόβλεψη για τον χρόνο ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, δ) ειδικούς όρους και ε) τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας.
Την ίδια παραπάνω ημερομηνία (29-4- 2008) οι Χ. και Κ. Κ. παρέδωσαν στο δεύτερο εναγόμενο-νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας την ανωτέρω έγγραφη πρόταση της ενάγουσας και ταυτόχρονα του δήλωσαν προφορικά ότι η συγκεκριμένη προσφορά θα ισχύει έως την αναχώρηση του Χ. Κ. από τη ….. Ο δεύτερος εναγόμενος προφανώς ενημερωμένος για την από 15-4-2008 ομόφωνη γνωμοδότηση, υπέρ της ενίσχυσης του επενδυτικού σχεδίου, από την Περιφερειακή Γνωμοδοτική Επιτροπή της παρ. 15 του άρθρου 7 του Ν. 3299/2004, μελέτησε την προσφορά της ενάγουσας και αφού πρώτα συμφώνησε προφορικά με τους Χ.
και Κ. Κ. ότι η ενάγουσα εργολάβος εταιρία θα όφειλε να ολοκληρώσει την κατασκευή του έργου εντός δύο περίπου μηνών από την έναρξη των εργασιών, στις 30-4-2008 αποδέχθηκε καταρχήν προφορικά την πρόταση της ενάγουσας και εν συνεχεία έθεσε την υπογραφή του στο τέλος του κειμένου της από 29-4-2008 έγγραφης πρότασης- προσφοράς της ενάγουσας, σημειώνοντας ιδιοχείρως στο κεφάλαιο "4.
ΕΓΠΣΗΜΑΝΣΕΙΣ" ότι η ολοκλήρωση του έργου θα γινόταν περίπου στις 10 Ιουλίου 2008. Με την περιέλευση στην ενάγουσα της αποδοχής της πρότασής της από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ομορρύθμου εταιρίας καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση έργου, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα- εργολάβος ανέλαβε να κατασκευάσει με δικά της υλικά στο μισθωμένο γήπεδο της πρώτης εναγομένης -εργοδότριας, κειμένου στη θέση "…." του Δήμου …., ένα βιοτεχνικό μεταλλικό κτίριο, συνολικού εμβαδού του ισογείου ορόφου 784 τ.
μ, και του παταριού 220 τμ, με πλαγιοκαλύψεις και επικαλύψεις από θερμομονωτικά πανώ (panels) 50 mm, αντί συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ως άλλωστε συνομολογείται από τους διαδίκους. Χάριν της συμφωνηθείσας αμοιβής ο δεύτερος εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας και παρέδωσε στον υπάλληλο αυτής Χ.
Κ. πέντε μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 90.000 ευρώ, εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας που εκπροσωπούσε, από λογαριασμό που η τελευταία τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και συγκεκριμένα: α) την με αριθμό ...1-2 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15-5-2008, ποσού 50.000 ευρώ, β) την με αριθμό ...2-1 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2008, ποσού 10.000 ευρώ, γ) την με αριθμό ...3-9 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2008, ποσού 10.000 ευρώ, δ) την με αριθμό ...4- 7 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-10- 2008, ποσού 10.000 ευρώ και ε) την με αριθμό ...5-5 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2008, ποσού 10.000 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε επιπλέον προφορικά ότι το υπόλοιπο της αμοιβής που ανερχόταν στο ποσό των 50.000 ευρώ θα ήταν πληρωτέο, κατά την έναρξη των εργασιών, με μεταχρονολογημενες επιταγές ποσού 10.000, 20.000 και 20.000 ευρώ, με ημερομηνίες εκδόσεως 30-12-2008, 30-1- 2009 και 28-2-2009, αντιστοίχως, ο δε αναλογούν ΦΠΑ θα πληρωνόταν είτε μετρητοίς, είτε με μεταχρονολογημενη επιταγή 30 ημερών.
Μετά τη σύναψη της σύμβασης, η ενάγουσα δια των Κ. και Χ. Κ., ενημέρωσε τον δεύτερο εναγόμενο ότι, κατά την εκτίμηση της, η στατική μελέτη και τα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχε εκπονήσει η αρχιτέκτονας-μηχανικός Μ. Κ.-Σ. παρουσίαζαν ελλείψεις, που επηρέαζαν το κόστος κατασκευής και ότι προτίθετο η ενάγουσα-εργολάβος με δικές της δαπάνες να εκπονήσει νέα αρχιτεκτονική και στατική μελέτη με μηχανικό της επιλογής της.
Ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, ως εκατέρωθεν συνομολογείται, αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση της ενάγουσας και συνακόλουθα σιωπηρά αποδέχθηκε τη μετάθεση του χρόνου έναρξης των εργασιών, ως και του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι θα απαιτείτο εύλογος χρόνος για τη σύνταξη της νέας στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης και τη συνακόλουθη αναθεώρηση της εκδοθείσας οικοδομικής αδείας.
Ακολούθως, περί τις αρχές Μαίου του έτους 2008, η ενάγουσα ανέθεσε σε συνεργάτη της στη ….. τη σύνταξη των ως άνω μελετών, ενώ δια του Χ. Κ. υποσχέθηκε στον δεύτερο εναγόμενο ότι έως τις 12-5-2008 θα του αποστείλει τη νέα αρχιτεκτονική και στατική μελέτη, καθώς και μια έγγραφη σύμβαση, στην οποία θα αποτυπωνόταν το ακριβές περιεχόμενο της καταρτισθείσας σύμβασης έργου, προκειμένου να κατατεθεί αυτή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., για να λάβει η πρώτη εναγομένη την οικονομική επιχορήγηση για το επενδυτικό πρόγραμμα, που ήταν στο στάδιο της εγκρίσεως από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Εν συνεχεία, στις 12-5-2008, η εργολάβος εταιρεία απέστειλε με εταιρία ταχυμεταφορών στον δεύτερο εναγόμενο ένα έγγραφο που έφερε τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης εργολαβίας". Ο τελευταίος, εντόπισε πράγματι ορισμένες ανακρίβειες, ελλείψεις και λάθη, τα οποία υπέδειξε με σχετικές χειρόγραφες σημειώσεις του δίπλα στο μηχανογραφημένο κείμενο και την επόμενη ημέρα (13-5-2008) το απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ), στον Κ.
Κ. προς διόρθωση, ενώ ταυτόχρονα την ίδια ημέρα (13-5-2008), επειδή ανησύχησε για την καθυστέρηση αποστολής της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης από την ενάγουσα εργολάβο εταιρία, προέβη με υπεύθυνη δήλωσή του προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος σε δέσμευση του ποσού των 90.000 ευρώ και σε ανάκληση των υπ' αριθμ. ...1-2, ...2-1, ...3-9, ...4-7 και ...5-5 επιταγών, γεγονός που γνωστοποίησε αμέσως τηλεφωνικά στον Κ.
Κ.. Εν τω μεταξύ δε την ίδια ημερομηνία (13-5- 2008) εγκρίθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου η επιχορήγηση σε ποσοστό 42% του επενδυτικού σχεδίου της εργοδότριας ομόρρυθμης εταιρείας, ύψους 655.553 ευρώ. Δύο ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 15-5- 2008, ο Κ. Κ. απέστειλε στην αρχιτέκτονα μηχανικό της εργοδότριας εταιρείας Μ.
Κ.-Σ., μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και της ηλεκτρονικής θυρίδας του υιού της και συνεργάτη της πολιτικού μηχανικού Ν. Σ., το με στοιχεία ΣΤ1 σχέδιο στατικής μελέτης της θεμελίωσης του μεταλλικού κτιρίου. Το πρωί της επόμενης ημέρας ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας, μέσω τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ), ανάμεσα στην εργοδότρια και στην εργολάβο εταιρεία.
Ειδικότερα, με τις από 16-5-2008 δύο επιστολές του ο δεύτερος εναγόμενος, γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι αναμένει την αποστολή της μελέτης και τον πλήρη φάκελο των σχεδίων το συντομότερο δυνατό, ενώ παράλληλα εξέφρασε τη διάθεσή του για τη συνέχιση της συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα μελέτη και τα σχέδια θα τύχουν της εγκρίσεως της επιβλέπουσας μηχανικού Μ.
Κ.- Σ. και θα είναι σύμφωνα με τον ισχύοντα Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό και τον Γ.Ο.Κ. Στις επιστολές αυτές ανταπάντησε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας Φ. Φ. με τις υπ' αριθμ. πρωτ. …..6-8 και ….7-8/16-5-2008 επιστολές του και γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη ότι η εταιρία του ήδη προβαίνει στη σύνταξη της μελέτης και του πλήρους φακέλου των σχεδίων για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, διευκρινίζοντας ότι η όποια καθυστέρηση οφείλεται στην κατ' επανάληψη τροποποίηση των σχεδίων από τον δεύτερο εναγόμενο, ενώ ταυτόχρονα δήλωσε ρητά ότι εφόσον η τελευταία επιθυμεί να προχωρήσει η κατασκευή του έργου με βάση την αρχική μελέτη της αρχιτέκτονος-μηχανικού Μ.
Κ.-Σ., η εταιρία του δεν έχει καμία αντίρρηση. Τις απογευματινές ώρες της 16-5- 2008, ο Κ. Κ. απέστειλε και πάλι, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και της ηλεκτρονικής θυρίδας του Ν. Σ., στην άνω αρχιτέκτονα - μηχανικό της εργοδότριας εταιρίας Μ. Κ.-Σ. τα με στοιχεία ΣΤ2, ΣΤ3, ΣΤ4 και ΣΤ7 σχέδια που αφορούσαν την στατική μελέτη του μεταλλικού βιοτεχνικού κτιρίου και του παταριού.
Ήδη δε, με βάση την παραπάνω στατική μελέτη, η ενάγουσα είχε παραγγείλει λίγες μέρες πριν στην εταιρία "..." μέρος της απαιτούμενης πρώτης ύλης για την κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου και ακολούθως προμηθεύτηκε από την τελευταία 14.600 κιλά μεταλλικών δοκών ΗΕΑ 320 MM και 7.090 κιλά μεταλλικών κοιλιοδοκών διαστάσεων 180 Χ 180 Χ 6, συνολικής αξίας 25.516,06 ευρώ, εκδοθέντων προς τούτο των υπ'αριθμ. ...2/19-5- 2008 και ...3/19-5- 2008 τιμολογίων πωλήσεως της ως άνω εταιρείας, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα.
Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι στις 19-5-2008 μεσολάβησε επικοινωνία, τηλεφωνική και μέσω FAX, του Κ. Κ. με την αρχιτέκτονα μηχανικό Μ. Κ.-Σ. αναφορικά με το περιεχόμενο της εκπονηθείσας από την ενάγουσα στατικής μελέτης του έργου και ακολούθως την επόμενη ημέρα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας δεύτερος εναγόμενος απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, την από 20-5-2008 επιστολή του στην εργολάβο εταιρεία, με την οποία, αφού εξέφραζε τις αντιρρήσεις του για την εκπονηθείσα ανωτέρω στατική μελέτη, διότι:
α) η θεμελίωση ήταν κεντρική και όχι έκκεντρη προς τα μέσα, β) τα εξωτερικά panels δεν εφάπτονταν των υποστυλωμάτων, γ) το πατάρι στηριζόταν σε δύο σειρές υποστυλωμάτων αντί της μίας, δ) η απόσταση των "Ζ" στήριξης των panels της οροφής ήταν μεγαλύτερη από 1,10 μ. και ε) το πατάρι δεν φαινόταν πετσωμένο με λαμαρίνα, καλούσε δε την εργολάβο εταιρία να του αποστείλει εντός διημέρου νέα σχέδια και μελέτη, που να καλύπτει τις παραπάνω αντιρρήσεις του.
Στην επιστολή αυτή η ενάγουσα απάντησε με την υπ1 αριθμ. πρωτ. ….9-8/20- 5-2008 επιστολή της, την οποία απέστειλε στην εργοδότρια εταιρεία, μέσω τηλεομοιοτυπίας, στις 22-5-2008. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η ενάγουσα δεν αρνήθηκε τη σύνταξη νέας μελέτης, με βάση τις τροποποιήσεις που ζητούσε ο δεύτερος εναγόμενος, πλην όμως γνωστοποιούσε στην εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία ότι για την εκπόνηση της νέας μελέτης θα απαιτείτο χρονικό διάστημα 15 ημερών και επιπρόσθετη αμοιβή 2.500 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να τακτοποιηθεί και η πληρωμή της προκαταβολής των 50.000 ευρώ της ανακληθείσας με αριθ. ...1-2 τραπεζικής επιταγής.
Κατόπιν τούτου, η πρώτη εναγομένη με την από 26-5-2008 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στην ενάγουσα με δικαστικό επιμελητή στις 4-6-2008, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την μεταξύ τους καταρτισθείσα ένδικη σύμβαση έργου, ισχυριζόμενη ότι άνευ δικής της υπαιτιότητας, η εργολάβος εταιρία, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, επιβραδύνει την εκτέλεση του έργου με τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η έγκαιρη περάτωση αυτού και ταυτόχρονα κάλεσε την τελευταία να της επιστρέψει εντός πενθημέρου, τα σώματα των ως άνω υπ.
αριθ. ...1-2, ...2-1, ...3-9,...4-7 και ...5-5 τραπεζικών επιταγών, τις οποίες είχε λάβει ως προκαταβολή. Με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την υπ' αριθμ.305/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, (καθόσον το σχετικό κεφάλαιο της ως άνω απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμης, καθό μέρος δι' αυτής επλήττετο η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης για την κατ' ουσίαν απόρριψη της από 21-7-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Τ.Π. 85/21-7-2008 αγωγής, παρέμεινε άθικτο με την παραδοχή της αναίρεσης), ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενοι από την πρώτη εναγομένη-εργοδότρια εταιρία, εκ του άρθρου 686 εδ.
α ΑΚ, λόγοι υπαναχωρήσεώς της από την ένδικη σύμβαση έργου, αφού κατά τις παραδοχές της δεν υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά, ούτε επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου, με υπαιτιότητα της εργολάβου εταιρίας. Τούτο δε, διότι η τελευταία, με ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων πλευρών, ανέλαβε και πραγματοποίησε με δικές της δαπάνες, εντός εύλογου χρόνου 15 ημερών περίπου, νέα στατική και αρχιτεκτονική μελέτη για την κατασκευή του έργου, την οποία (μελέτη) απέστειλε με ασήμαντη καθυστέρηση τεσσάρων ημερών περίπου (αντί στις 12-5-2008, στις 15 και 16-5-2008) στην εργοδότρια εταιρία.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, μάλιστα, γνώριζε ότι η αποδοχή εκ μέρους του της πρότασης της εργολάβου εταιρίας για σύνταξη νέας στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης συνεπαγόταν ταυτόχρονα τόσο την αναβολή της έναρξης των εργασιών, όσο και την καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου, ενόψει και της επιβεβλημένης στην περίπτωση αυτή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας.
Η όποια, λοιπόν, καθυστέρηση, αν θεωρηθεί ότι υπήρξε τέτοια, παρουσιάστηκε μετά την σύνταξη και την αποστολή της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης και οφείλεται στις αντιρρήσεις του δευτέρου εναγομένου και στις τροποποιήσεις των σχεδίων που εκ των υστέρων ζήτησε, οι οποίες (τροποποιήσεις) από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι αφορούσαν σε καίρια τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Ακόμη και, έτσι όπως είχε η κατάσταση, αφού η εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρία είτε συναινούσε στη σύνταξη νέας στατικής μελέτης, με βάση τις τροποποιήσεις που πρότεινε ο νόμιμος εκπρόσωπος της, είτε εκδήλωνε την πρόθεση της για κατασκευή του έργου, με βάση τα αρχικά σχέδια της αρχιτέκτονος-μηχανικού Μ.Κ. - Σ., η κατασκευή του έργου μετά βεβαιότητας θα ολοκληρωνόταν πράγματι στον ταχύτερο δυνατό χρόνο, αν όχι στις 1θ Ιουλίου 2008, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, πάντως με απόλυτη βεβαιότητα έως τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 2008, δεδομένου ότι η εργολάβος εταιρία είχε ήδη προμηθευτεί, ως ανεφέρθη ότι αποδείχθηκε, σημαντικό μέρος της απαιτούμενης πρώτης ύλης.
Το ως άνω δε δεδικασμένο που απορρέει από την απόρριψη της από 21-7-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Τ.Π. 85/21-7-2008 αγωγής, δια της οποίας το εκ του άρθρου 686 εδ.α ΑΚ δικαίωμα προβλήθηκε με τη θετική του μορφή, καλύπτει και την αρνητική μορφή του ιδίου δικαιώματος, κατά την αυτή ιστορική και νομική του αιτία, που προβλήθηκε υπό τη μορφή ενστάσεως, προς απόκρουση της από 20-10- 2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Τ.Π. 142/30-10- 2008 αγωγής...
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εξ' αφορμής της εκπόνησης της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης οι συναλλακτικές σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν. Η πρώτη εναγομένη, καίτοι γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε ήδη προβεί στην αγορά μέρους της απαιτουμένης πρώτης ύλης για την κατασκευή του έργου, προκειμένου, μετά από υπόδειξη του δευτέρου εναγομένου, να μην γίνει η προμήθεια της πρώτης ύλης με ανατιμημένες τις τιμές του σιδήρου, εν τούτοις, αν και προσκλήθηκε, ως προεκτέθηκε από την ενάγουσα την 22-5-2008, να τακτοποιήσει την καταβολή τμήματος της συμφωνηθείσας αμοιβής της ποσού 50.000 ευρώ, ισοπόσου με την ανακληθείσα με αριθμό ...1-2 τραπεζική επιταγή, δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι της συμφωνηθείσας τμηματικής προκαταβλητέας αμοιβής, για τον λόγο ότι αυτή, πλέον, δεν ενδιαφερόταν στην εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου από την ενάγουσα.
Από το περιεχόμενο της από 26-5-2008 εξώδικης δήλωσης της πρώτης εναγομένης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα με δικαστικό επιμελητή στις 4-6-2008, προκύπτει αμφιβολία ως προς την αληθή έννοια της εμπεριεχόμενης σ' αυτήν δηλώσεως βουλήσεώς της, σχετικά με το αν ήθελε αυτή, σε περίπτωση που η δήλωση υπαναχώρησής της ήταν άκυρη, να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης που την συνέδεε με την ενάγουσα και ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη ερμηνείας της δικαιοπραξίας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Εν προκειμένω δε η πρώτη εναγομένη, καίτοι γνώριζε από την απαντητική επιστολή της ενάγουσας, που παρέλαβε μέσω τηλεομοιοτυπίας την 22-5-2008, ότι η αυτή δεν αρνήθηκε τη σύνταξη νέας μελέτης, με βάση τις νέες τροποποιήσεις που ζητούσε ο δεύτερος εναγόμενος, εν τούτοις δεν απέκρουσε, ως αντιτιθέμενη στα συμφέροντά της, την πρόταση αυτή, επιπλέον δε η πρώτη εναγομένη, αν και, όπως αποδείχθηκε, γνώριζε ότι η καθυστέρηση στην περάτωση της τελικής αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης οφειλόταν στις αντιρρήσεις και παρεμβάσεις του νομίμου εκπροσώπου της και ότι η ενάγουσα ήδη είχε προμηθευτεί και επεξεργασθεί την πρώτη ύλη, ώστε να ολοκληρώσει το έργο πράγματι στον ταχύτερο δυνατό χρόνο, κατά μικρή χρονική παρέκκλιση από την 10η-7-2008, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, εν τούτοις δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συναλλακτικής της σχέσης με την ενάγουσα.
Άλλωστε, σε συνάντηση του υπαλλήλου της ενάγουσας Κ. Κ. και του νομίμου εκπροσώπου αυτής Φ. Φ. με τον δεύτερο εναγόμενο-νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης, που επισυνέβη την 3-6-2008, οι οποίοι μετέβησαν στη … προκειμένου να διευθετήσουν το θέμα της προκαταβολής της εργολαβικής αμοιβής, δεδομένου ότι ακόμη δεν είχε επιδοθεί στην ενάγουσα η από 26-5-2008 εξώδικη δήλωση της πρώτης εναγομένης, ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε ρητά ότι δεν επιθυμεί πλέον την εκτέλεση του έργου, επικαλούμενος οικονομική δυσπραγία και προσφέρθηκε να καταβάλει τις δαπάνες για την αγορά της πρώτης ύλης, στις οποίες είχε προβεί ήδη η ενάγουσα...
Την βούληση της εργοδότριας εταιρίας να μην εκτελέσει σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα το ανατεθέν σ' αυτήν έργο, επιβεβαιώνει και η μάρτυρας ανταπόδειξης Φ. Λ., σύζυγος και μητέρα του δευτέρου και τρίτου εναγομένου αντίστοιχα, αναφέροντας στην κατάθεσή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί λέξει ότι "χάθηκε η εμπιστοσύνη που δείξαμε στο πρόσωπο τους"...Πέραν τούτων, έτερο γεγονός που καταδεικνύει την αληθή βούληση της πρώτης εναγομένης να διαρρήξει σε κάθε περίπτωση τη συμβατική της σχέση με την ενάγουσα είναι το ότι στο αμέσως επακολουθήσαν των αρχών Ιουνίου έτους 2008 χρονικό διάστημα, η πρώτη εναγομένη-εργοδότρια εταιρία άρχισε να διαπραγματεύεται και εν τέλει ανέθεσε την κατασκευή του ιδίου έργου, έναντι μικρότερης αμοιβής, σε ρουμανική εταιρία, η οποία ξεκίνησε την εκτέλεση του έργου τον Αύγουστο του 2008 και βρισκόταν στο στάδιο αποπεράτωσής του το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009, δηλαδή κατασκεύασε το έργο χωρίς να το έχει παραδώσει σε χρονικό διάστημα περίπου 6 μηνών, γεγονός που υποδηλώνει, σαφώς, ότι ο χρόνος περάτωσης του έργου δεν ήταν καθοριστικός για την πρώτη εναγομένη, αλλά ότι αυτή, προκειμένου να επιβαρυνθεί με μικρότερο εργολαβικό κόστος, αποφάσισε να διαρρήξει οπωσδήποτε τη συμβατική της σχέση με την ενάγουσα.
Να σημειωθεί δε ότι καίτοι η ενάγουσα με την από 9-7-2008 εξώδικη απάντηση της-δήλωση, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 12-8-2008, κάλεσε αυτήν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους, επισημαίνοντας μάλιστα ότι θεωρεί προσχηματική την επίκληση καθυστέρησης εκ μέρους της στην εκτέλεση του έργου και δηλώνοντας ότι θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της με την διεκδίκηση της συμφωνημένης αμοιβής, εν τούτοις η πρώτη εναγομένη, έχοντας ήδη αποφασίσει την οριστική διάλυση της συμβατικής τους σχέσης, δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση για την εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα.
Ενόψει τούτων, λοιπόν, ερμηνευτικώς συνάγεται, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψιν και των συναλλακτικών ηθών, αναμφίβολα, ότι η πράγματι ηθελημένη έννοια της εμπεριεχόμενης στην από 26-5-2008 εξώδικη δήλωση δικαιοπρακτικής δηλώσεως της πρώτης εναγομένης ήταν σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η ως άνω δήλωση υπαναχώρησής της από την ένδικη σύμβαση, να ισχύσει αυτή ως καταγγελία, αφού σε κάθε περίπτωση αυτή δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας της με την ενάγουσα και, επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, ώστε η από 26-5-2008 δήλωση υπαναχωρήσεως της πρώτης εναγομένης, κατά νόμιμη μετατροπή, σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ, να ενεργεί ως καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, κατ1 άρθρο 700 ΑΚ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 686 παρ. α' ΑΚ για την έγκυρη υπαναχώρηση της ενάγουσας εργοδότριας από την ένδικη σύμβαση έργου και ότι η σχετική από 26.5.2008 δήλωση υπαναχώρησης ισχύει ως έγκυρη καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 182 ΑΚ, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής και επικύρωσε την εκκαλούμενη 68/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20.10.2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, ενόψει του ότι με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαπίστωσε ότι η από 26.5.2008 δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας ήταν άκυρη, ως δήλωση υπαναχώρησης από την ένδικη σύμβαση έργου, καθόσον δεν συνέτρεχε η απαιτούμενη προϋπόθεση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ούτε της επιβράδυνσης της εκτέλεσης του έργου, με υπαιτιότητα της εργολάβου αναιρεσίβλητης, ώστε να καθίσταται αδύνατη η έγκαιρη περάτωση αυτού, ότι τα μέρη δεν γνώριζαν την ακυρότητα αυτής της δήλωσης, ότι η δήλωση αυτή πληροί τους όρους της καταγγελίας της σύμβασης έργου και τα μέρη ήθελαν, σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία που εκθέτει και την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού ρητά διαπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας, ως προς την αληθινή, κατά τούτο βούληση της αναιρεσείουσας, να ισχύσει αυτή η δήλωση ως καταγγελία της σύμβασης και με τις παραδοχές αυτές εφάρμοσε την ως άνω διάταξη.
Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έργου, διέλαβε δε ως προς τούτο πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στηρίζοντας τη σχετική κρίση του ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται με πληρότητα από ποια συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία αποδείχτηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης έργου και κυρίως από ποια συγκεκριμένα στοιχεία (του κειμένου της από 26.5.2008 εξώδικης δήλωσης υπαναχώρησης αλλά και πέραν αυτού) συνήγαγε την υποθετική βούληση της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας κατά το χρόνο της υπαναχώρησης να ισχύσει η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης ως έγκυρη δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, δέχεται το Εφετείο, ότι το σχετικό πόρισμά του στήριξε το γεγονός ότι εξ αφορμής της εκπόνησης της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης διαταράχθηκαν οι συναλλακτικές σχέσεις των διαδίκων, ότι καίτοι γνώριζε η εργοδότρια πρώτη αναιρεσείουσα ότι η εργολάβος αναιρεσίβλητη είχε δεχθεί τη σύνταξη νέας μελέτης με βάση τις τροποποιήσεις που πρότεινε ο διαχειριστής αυτής, ότι η καθυστέρηση στην περάτωση της τελικής αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης οφειλόταν στις αντιρρήσεις και παρεμβάσεις του νομίμου εκπροσώπου της και ότι η εργολάβος είχε ήδη αγοράσει μέρος της απαιτούμενης πρώτης ύλης, για την κατασκευή του έργου, ύστερα μάλιστα από πρόταση του διαχειριστή της δεύτερου αναιρεσείοντος να γίνει αυτή η προμήθεια της πρώτης ύλης ώστε να αποφύγουν την αγορά με ανατιμημένες τις τιμές του σιδήρου, δεν προέβη στην καταβολή ποσού έναντι της συμφωνηθείσας τμηματικής προκαταβλητέας αμοιβής, γιατί δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συμβατικής σχέσης με την αναιρεσίβλητη και την εκτέλεση του έργου από την τελευταία.
Μάλιστα, δέχεται η προσβαλλόμενη ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, διαχειριστής της πρώτης τούτων, ρητά είχε δηλώσει στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενος οικονομική δυσπραγία της εταιρίας του, ότι δεν επιθυμεί πλέον την εκτέλεση του έργου και ότι προτίθεται να καταβάλει τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την αγορά της πρώτης ύλης.
Επίσης, την ίδια κρίση η προσβαλλόμενη στηρίζει και στο ότι στο διάστημα που επακολούθησε της ως άνω δήλωσης της εργοδότριας περί υπαναχώρησης, η εταιρία αυτή άρχισε να διαπραγματεύεται και εν τέλει ανέθεσε την κατασκευή του ένδικου έργου σε ρουμάνικη εταιρία, έναντι μικρότερης αμοιβής, ενώ δεν ανταποκρίθηκε σε πρόσκληση της αναιρεσίβλητης να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στην εκτέλεση του έργου αυτού, καθώς και στο ότι προσχηματικά επικαλέστηκε η εργοδότρια την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, ενώ ο χρόνο περάτωσης αυτού δεν ήταν καθοριστικός γι' αυτήν, δεδομένου ότι με την ανάθεση της κατασκευής στη ρουμάνικη εταιρία το έργο άρχισε να κατασκευάζεται τον Αύγουστο του έτους 2008 και περατώθηκε το Φεβρουάριο του 2009, ήτοι σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, ενώ αν δεν διέκοπτε τη συμβατική σχέση θα περατώνονταν η εκτέλεση του έργου τον Αύγουστο του έτους 2008.
Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 4.6.2015 αίτηση για αναίρεση της 37/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 46/9.7.2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Θράκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.6.2015 αίτηση των 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." 2) Ι. Γ. και 3) Π. Γ. για αναίρεση της 37/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ