1227/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1227/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως περιστατικά νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1227/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ι., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αΐντα Κολοβού-Τζαβέλλα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.4993/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Π., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2015 δήλωσή του αναίρεσης, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26η Νοεμβρίου 2015, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2016.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ (όπως η παρ. 1 ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1, παρ. 1 του ν. 3327/2005) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο είναι διαζευκτικά μικτό, απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν να είναι αναληθή και γ) ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο μάρτυρας γνωρίζει (με την έννοια της συνειδητής βεβαιότητας) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι αυτός γνωρίζει τα αληθή περιστατικά, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Ως περιστατικά νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων.
Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Επιπλέον πρέπει τα περιστατικά που κατατέθηκαν, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.
Ειδικότερα, πρέπει τα περιστατικά αυτά είτε να εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα, αν πρόκειται για πολιτική δίκη ή να αφορούν τα στοιχεία του διωκόμενου εγκλήματος, αν πρόκειται για ποινική δίκη είτε να συνδέονται αναπόσπαστα με περιστατικά που εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα ή αφορούν τα στοιχεία του εγκλήματος είτε να αναφέρονται στον προσδιορισμό της προσωπικότητας ή διαγωγής του κατηγορουμένου.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν το σκεπτικό - αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου ή ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως τη γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή τον σκοπό επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).
Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου, όπως ήδη σημειώθηκε, απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος είτε πρέπει να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.
Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, σε περίπτωση που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων (που πάντοτε υποκρύπτονται υπό τα ψευδή γεγονότα) και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του που μεταβάλλει ή παραποιεί τα αληθή, καθώς και σε περίπτωση που το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο του είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αληθείας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία συγκρότησης και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 696/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, κατ’ εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 4993/2015 αποφάσεώς του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα ειδικότερα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 1 § 1 Ν. 1078/1980, καθώς και με τη με αρ. πρωτ. 1080792/1428/0013/ΠΟΛ. 1162/1989 εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών μεταξύ των δικαιούχων απαλλαγής φορολογίας για την αγορά πρώτης κατοικίας είναι και οι ομογενείς από την Κύπρο, ενώ σύμφωνα με τη με αρ. πρωτ. 1051240/385/Α0013/ΠΟΛ. 1057/2004 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προς εκτέλεση των σχετικών διατάξεων των νόμων ορίζεται ότι η μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα αποδεικνύεται με οποιοδήποτε νόμιμο μέσο.
Ενδεικτικά, απαριθμούνται η υποβολή φορολογικών δηλώσεων, η βεβαίωση ασφαλιστικών εισφορών, συμβάσεις εργασίας, φοίτηση των τέκνων των ομογενών σε ελληνικά σχολεία, έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας, ενώ περαιτέρω, σύμφωνα με τη με αρ. πρωτ. Απόφαση 1036725/147/Α0013/ΠΟΛ. 1060/2005 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών πρέπει να αποδεικνύεται ελάχιστος χρόνος συνεχούς παραμονής στην Ελλάδα του αιτούντος την απαλλαγή κατ’ ελάχιστο ένα έτος.
Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνεκτιμούνται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ως σύνολο και όχι μεμονωμένα, η διερεύνηση δε των πραγματικών περιστατικών που καταδεικνύουν εάν κάποιος είναι δικαιούχος ή όχι της συγκεκριμένης απαλλαγής είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της ανωτέρω υπηρεσίας. Στις 14.5.2008 ο Γ. Α., ομογενής εκ Κύπρου, μετέβη στη ΔΟΥ ..., προκειμένου να υποβάλλει δηλώσεις για την αγορά ενός ακινήτου και να τύχει της απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης ακινήτου λόγω απόκτησης πρώτης κατοικίας.
Ως δικαιολογητικό για την απόδειξη της αναγκαίας προϋπόθεσης για να τύχει της αιτηθείσας φοροαπαλλαγής, δηλαδή της μόνιμης παραμονής του στην Ελλάδα επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, προσκόμισε το από 31.10.2007 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, από το οποίο προέκυπτε ότι από την ημερομηνία αυτή (31.10.2007) η εταιρεία του "..." είχε υπεκμισθώσει σ’ αυτόν το επί της οδού ...
στην Αθήνα διαμέρισμα, για να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία. Επειδή από το στοιχείο αυτό δεν αποδεικνυόταν η ως άνω προϋπόθεση της συνεχούς παραμονής του στην Ελλάδα για διάστημα ενός (1) τουλάχιστον έτους - καθόσον το πρώτο μισθωτικό έτος συμπληρωνόταν στις 31-10-2008 - από το αρμόδιο Τμήμα Κεφαλαίου της ως άνω ΔΟΥ του ζητήθηκαν πρόσθετα στοιχεία, από τα οποία θα αποδεικνύετο η προϋπόθεση αυτή.
Επίσης, αυτός προσκόμισε βεβαίωση για αποδοχές που έλαβε από την εταιρεία του "...", κατά το χρονικό διάστημα από 1.1 έως 31.12.2007, υπογεγραμμένη από τον ίδιο. Το στοιχείο αυτό κρίθηκε, επίσης, ανεπαρκές για την απόδειξη της ως άνω προϋπόθεσης και γι’ αυτό του ζητήθηκε βεβαίωση από το ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει από ποιο χρονικό σημείο άρχιζε η ασφάλισή του και κατά συνέπεια η απασχόλησή του στην ως άνω εταιρεία, την οποία (βεβαίωση), όμως, ποτέ δεν προσκόμισε.
Μετά τις άκαρπες διαμαρτυρίες του προς τον Προϊστάμενο του ως άνω Τμήματος Κ. Ζ., Γ. Α. απευθύνθηκε στη μηνύτρια, τότε Προϊσταμένη της ως άνω ΔΟΥ, η οποία θεωρώντας, επίσης, τα ως άνω προσκομισθέντα στοιχεία ανεπαρκή, του ζήτησε να προσκομίσει νέα και δίδοντας έμφαση στο ήδη προσκομισθέν μισθωτήριο κατοικίας, ζήτησε για την απόδειξη παραμονής του στην Ελλάδα για το χρονικό διάστημα που δεν καλυπτόταν απ’ αυτό (μισθωτήριο) μέχρι να συμπληρωθεί ένα έτος, να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση τρίτου προσώπου για τη φιλοξενία του κατ’ αυτό στην οικία του, δεδομένου ότι υπήρχε σχετικός ισχυρισμός εκείνου (Γ.
Α.), πλην όμως τέτοια υπεύθυνη δήλωση δεν προσκόμισε ποτέ. Περαιτέρω αυτός προσκόμισε σταδιακά στην ως άνω ΔΟΥ και τα εξής στοιχεία: α) την από 1.12.2006 βεβαίωση εγγραφής του στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων Αθηνών, β) Το από 23.11.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης για την εταιρεία του "...", γ) Το από 4.12.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης για την εταιρεία του "...", δ) Το από 4.12.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης για την εταιρεία του "...", ε) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος Φυσικού Προσώπου οικον.
έτους 2008, την οποία είχε υποβάλει ηλεκτρονικά στην ΙΗ’ ΔΟΥ Αθηνών με διεύθυνση κατοικίας ..., στ) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2008 της εταιρείας "...", ζ) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2008 της εταιρείας "...", η) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2008 της εταιρείας "..." και θ) την από 23-8-2006 βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ από τη ΔΟΥ ΙΗ’ Αθηνών.
Το αρμόδιο Τμήμα Κεφαλαίου της ως άνω ΔΟΥ, ελέγχοντας τα υποβληθέντα από τον Γ. Α. ανωτέρω στοιχεία, αρνήθηκε να χορηγήσει απαλλαγή από το φόρο μεταβίβασης ακινήτων για αγορά πρώτης κατοικίας, θεωρώντας ότι απ’ αυτά δεν αποδεικνύεται η αναγκαία προϋπόθεση της συνεχούς παραμονής του στην Ελλάδα τουλάχιστον για ένα (1) έτος.
Μάλιστα, με το από 13-6-2008 έγγραφο που υπογράφεται από τη μηνύτρια και απεστάλη αυθημερόν με τηλεομοιοτυπία στον Γ. Α., η ΔΟΥ ... απάντησε σ’ αυτόν ότι από τα ως άνω προσκομισθέντα απ’ αυτόν δικαιολογητικά δεν προκύπτει η παραμονή του στην Ελλάδα επί ένα τουλάχιστον έτος και τον κάλεσε να προσκομίσει μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας που να καλύπτει χρονικό διάστημα ενός έτους.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ως άνω προσκομισθείσα απ’ αυτόν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2008 που υπέβαλε ο ίδιος, ως φυσικό πρόσωπο, δηλώνοντας εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες, καθώς και η προσκομισθείσα σχετική βεβαίωση αποδοχών της επιχείρησής του "..." για το χρονικό διάστημα από 1/1-31/12/2007 χρονικό διάστημα, στην οποία βεβαιώνεται ότι εργάσθηκε ως μισθωτός κατά το διάστημα αυτό στην εν λόγω επιχείρησή του, ήταν ψευδείς, διότι στην προσκομισθείσα από τον ίδιο δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ως άνω εταιρείας του, δεν δηλώνονται καθόλου δαπάνες για αμοιβές προσωπικού, ενώ δεν είχε υποβληθεί οριστική δήλωση ΦΜΥ, το συνολικό ποσό των δηλωθεισών δαπανών ανέρχεται στο ποσό των 7.752,49 € (ενώ από την ως άνω βεβαίωση αποδοχών του προκύπτουν ακαθάριστες αποδοχές 57.000,00 €, κρατήσεις ΙΚΑ-ΤΕΑΜ 9.000,00 €, καθαρές αποδοχές 48.000,00 €, φόρος που αναλογεί 7.064,40 € και παρακρατηθείς φόρος 6.960,00 €) και τέλος, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της ως άνω ΔΟΥ με το ΙΚΑ διαπιστώθηκε ότι ούτε ο Γ.
Α. ούτε η εν λόγω εταιρεία του ήταν εγγεγραμμένοι στο ΙΚΑ. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, πολιτικός μηχανικός, που ασχολείται με την εκτίμηση και τις αγοραπωλησίες ακινήτων, επισκέφθηκε τη μηνύτρια και δηλώνοντας σ’ αυτήν ότι είχε ενεργήσει ως μεσίτης στην αγοραπωλησία του ακινήτου που ενδιαφερόταν να αγοράσει ο Γ.
Α., διαμαρτυρήθηκε για τη μη χορήγηση φοροαπαλλαγής στον πελάτη του και ζήτησε εξηγήσεις. Η μηνύτρια του απάντησε ότι έχει εξηγήσει στον Γ. Α. το λόγο που δεν εδικαιούτο φοροαπαλλαγής ο δε κατηγορούμενος σε έντονο ύφος της καταλόγισε ότι δεν ενέκρινε τη χορήγηση της σχετικής απαλλαγής, γιατί είχε άλλο σκοπό, υπονοώντας ότι αυτή επεδίωκε εκβιαστικά να επιτύχει παράνομα οικονομικά οφέλη, προκειμένου να στέρξει στην έγκριση της αιτηθείσας φοροαπαλλαγής.
Μετά ταύτα ο Γ. Α. υπέβαλε την από 4-7-2008 έγκληση κατά της εδώ μηνύτριας για παράβαση καθήκοντος, εκθέτοντας ότι αυτή αρνήθηκε να υπογράψει τις σχετικές δηλώσεις περί φοροαπαλλαγής του, εντελώς αδικαιολόγητα, αφού διέθετε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος, προκαλώντας του σημαντική ζημία. Στα πλαίσια της διαταχθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, στις 6-8-2008 εξετάστηκε ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκη Αθηνών, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας, τα οποία ήταν ψευδή.
Η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι ουδέποτε στο αρμόδιο τμήμα της ΔΟΥ ... είπαν στον πελάτη του ότι δεν υπήρχε πρόβλημα για τη χορήγηση σ’ αυτόν της αιτηθείσας φοροαπαλλαγής, αλλά, αντίθετα, εξαρχής ζήτησαν απ’ αυτόν την προσκομιδή αποδεικτικών στοιχείων για την παραμονή του στην Ελλάδα, ενώ δεν κρίθηκαν από κανένα υπάλληλο επαρκή τα προσκοζόμενα κάθε φορά απ’ αυτόν στοιχεία και δη το αρχικώς προσκομισθέν από 31.10.2007 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, από το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνυόταν η επί ένα έτος παραμονή του στη χώρα.
Εξ άλλου, επειδή ακριβώς είχαν κριθεί ανεπαρκή από τους υπαλλήλους του αρμοδίου τμήματος τα προσκομισθέντα απ’ αυτόν δικαιολογητικά, ο Γ. Α. απευθύνθηκε τελικώς στη μηνύτρια, ως Προϊσταμένη της ως άνω ΔΟΥ. Κατέθεσε, όμως, τα ως άνω, για να καταδείξει ότι οι υπάλληλοι του αρμοδίου τμήματος είχαν κρίνει επαρκές το προσκομισθέν από τον πελάτη του μισθωτήριο συμφωνητικό, αντιδιαστέλλοντας τη δήθεν θετική κρίση τους με την αντίθετη αρνητική κρίση της μηνύτριας προϊστάμενης τους, η οποία αρνείτο να εγκρίνει τη φοροαπαλλαγή, παρότι είχε δήθεν τις προς τούτο προϋποθέσεις.
Περαιτέρω δεν είναι αληθές ότι η μηνύτρια, παρότι είχαν περάσει δυο μήνες, δεν είχε απαντήσει στο αίτημα του πελάτη του, αφού, όπως έχει προεκτεθεί, αυτή, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, με το από 13-6-2008 έγγραφό της απάντησε στον Γ. Α. ότι δεν προέκυπτε παραμονή του στην Ελλάδα για ένα τουλάχιστον έτος από τα προσκομισθέντα απ’ αυτόν δικαιολογητικά, τα οποία ανέφερε αναλυτικά σ’ αυτό.
Και ναι μεν, όπως κατέθεσε ο κατηγορούμενος, τα ως άνω γνώριζε από τη διήγηση του μηνυτή, πλην όμως ο ίδιος, πέραν πάσης αμφιβολίας, γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω κατατεθέντων απ’ αυτόν ψευδών περιστατικών, καθόσον δεν υπήρχε κανένας λόγος ο πελάτης του να μεταφέρει σ’ αυτόν ψευδή περιστατικά, αλλά, αντίθετα, είχε κάθε λόγο να εκθέσει σ’ αυτόν την αλήθεια, αφού και οι δυο είχαν κοινό στόχο και συμφέρον την επίτευξη της φοροαπαλλαγής και στη συνέχεια τη μεταβίβαση του ακινήτου στον πελάτη του.
Για την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος τους, άλλωστε, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε και ο ίδιος τη μηνύτρια για να διαμαρτυρηθεί και να ζητήσει εξηγήσεις. Όσον αφορά την επίσκεψή του αυτή, ο κατηγορούμενος κατέθεσε, επίσης, ψευδώς, εξ ιδίας, όμως, αντιλήψεως αυτή τη φορά, ότι η μηνύτρια του είπε ότι δεν δίνει γραπτή απάντηση στον πελάτη του ότι δεν δικαιούται φοροαπαλλαγής, αφήνοντας περιθώριο σ’ αυτόν "...να βρει άλλους τρόπους για να ξεπεραστεί το πρόβλημα..." και ότι στο βασικό επιχείρημά της για τη μη χορήγηση της φοροαπαλλαγής, ότι από το προσκομισθέν μισθωτήριο συμφωνητικό δεν προέκυπτε παραμονή του πελάτη του επί ένα τουλάχιστον έτος στην Ελλάδα, αυτός της ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής του Υπουργείου Οικονομικών κ.
Β. είχε διαφορετική άποψη, ενώ εκείνη του απάντησε ότι εκείνη αποφασίζει. Το αληθές είναι ότι η μηνύτρια είχε απαντήσει εγγράφως στον πελάτη του κατηγορουμένου, ώστε δεν είναι λογικό να είπε σ’ αυτόν ότι δεν δίνει γραπτή απάντηση, για να βρει άλλους τρόπους ο μηνυτής για να ξεπεραστεί το πρόβλημα, υπονοώντας ο κατηγορούμενος ότι η μηνύτρια, αν δεν υποδείκνυε, τουλάχιστον δεν απέκλειε και αθέμιτους τρόπους για την έγκριση της φοροαπαλλαγής.
Επίσης, ψευδές είναι ότι ο ως άνω Επιθεωρητής του Υπουργείου Οικονομικών Γ. Β. είχε υποστηρίξει διαφορετική άποψη από τη μηνύτρια ως προς την αιτηθείσα φοροαπαλλαγή του Γ. Α., καθόσον ο ίδιος στο από 20-11-2008 υπόμνημά του που συντάχθηκε στα πλαίσια άτυπου ελέγχου που διενήργησε, ως εποπτεύων Οικονομικός Επιθεωρητής της ΔΟΥ ..., αναφέρει αφ’ ενός μεν ότι δεν έχει συναντήσει ποτέ ούτε έχει επικοινωνήσει με κανένα τρόπο με τον Γ.
Α., αφ’ ετέρου δε ότι ο τελευταίος δικαιούται από τις 31-10-2008 να τύχει της απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης στην απόκτηση πρώτης κατοικίας, σύμφωνα με προσκομισθέν από τον ίδιο από 31-10-2007 μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας, εκφέροντας, δηλαδή, την ίδια άποψη με τη μηνύτρια. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω μήνυση του Γ.
Α. απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του εγκαλούντος, κατά το άρθρο 585 παρ. 4 ΚΠΔ, με την υπ’ αριθμ. ΕΓ 7-09/138/12Δ/10/3-3-2010 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 48 ΚΠΔ, η σχετική δικογραφία, δε, τέθηκε στο αρχείο, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../6-6-2011 πιστοποιητικό Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Μετά ταύτα η μηνύτρια υπέβαλε την από 21-6-2010 έγκλησή της κατά του Γ. Α. για ψευδή καταμήνυση εις βάρος της, τελεσθείσα με την υποβολή της ως άνω απορριφθείσας μηνύσεως του τελευταίου κατ’ αυτής για παράβαση καθήκοντος. Περαιτέρω, ο Γ. Α. κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-6-2009 και με αριθμ.
καταθ. 6971/2009 αγωγή του κατά της μηνύτριας και του συζύγου της Π. Η., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 5.000.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του από παράνομες και υπαίτιες ενέργειες αυτών, τις οποίες τέλεσαν εις βάρος του η μεν πρώτη (μηνύτρια), ως προϊσταμένη της ΔΟΥ ... (με αναφορές σε παράβαση καθήκοντος και απόπειρα καταπίεσης), ο δε δεύτερος, ως προϊστάμενος των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων (ΠΕΚ).
Μάλιστα, για την εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεώς του ο Γ. Α. κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-7-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ήδη μηνύτριας και του συζύγου της Π. Η., με αίτημα τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτών μέχρι του ποσού των 5.200.000 €.
Ειδικότερα στην αίτηση αυτή ο Γ. Α. ιστορούσε ότι η τότε πρώτη των καθών η αίτηση και ήδη μηνύτριά του "...εδήλωσε χωρίς κανένα δισταγμό, αλλά και χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας σχετικά με τις προθέσεις της ότι πραγματικά θέλει για λογαριασμό της το ποσόν των 50.000 ευρώ..." προκειμένου να του χορηγήσει την απαλλαγή από το φόρο πρώτης κατοικίας.
Με την υπ’ αριθμ. 3084/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αίτηση του Γ. Α. και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της μηνύτριας και του συζύγου της μέχρι του ποσού των 300.000 €. Κατά την εκδίκαση της ως άνω αιτήσεως στις 16-12-2009, με επιμέλεια του αιτούντος Γ.
Α., ο κατηγορούμενος εξετάστηκε ενόρκως, ως μάρτυρας, στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, καταθέτοντας ότι η μηνύτρια είχε ζητήσει χρήματα από τον Γ. Α. για να ικανοποιήσει το αίτημά του για χορήγηση φοροαπαλλαγής. Τούτο προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως, στο οποίο επί λέξει αναφέρεται "Ότι ζητήθηκαν χρήματα εκ μέρους της πρώτης των καθών προς ικανοποίηση του παραπάνω αιτήματος του αιτούντος, επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο εξετασθείς με επιμέλειά του μάρτυρας...".
Επίσης, στη σελίδα 11 του από 21-12-2009 σημειώματος που κατέθεσε ο Γ. Α. ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου αναγράφεται επί λέξει "Όσο για το ότι εγώ μεν αναφέρω ότι μου εζήτησε 50.000 ευρώ ενώ ο μάρτυς μου κατέθεσε ότι σε εκείνον εζήτησε 60.000 ευρώ, ας μη προσπαθούν οι αντίδικοι με τέτοια φθηνά τεχνάσματα να δημιουργήσουν εντυπώσεις ότι δήθεν είναι ψευδή όσα ισχυριζόμαστε....Το αν ζήτησε την μια φορά 50.000 ευρώ και την άλλη 60.000 ευρώ μικρή σημασία έχει.".
Ήδη ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι κατά τη μετάβασή του στη ΔΟΥ ... και τη συνάντησή του με τη μηνύτρια, όταν αυτή του είπε να βρει άλλους τρόπους ο Γ. Α. για να ξεπεραστεί το πρόβλημα, της απάντησε ότι "...επομένως έχει δίκιο ο κ. Α. ότι του ζητάει 60.000 ευρώ...Η μηνύτρια ποτέ δεν μου είπε για λεφτά, μόνο εγώ της είπα...", ότι το κατατεθέν απ’ αυτόν κατά την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων, ότι η μηνύτρια ζήτησε 60.000 €, το γνωρίζει από τη διήγηση του Γ.
Α., αλλά ότι και κατά την προσωπική του αντίληψη επρόκειτο για χρηματισμό, διότι του φάνηκε ύποπτο το λεχθέν σ’ αυτόν από τη μηνύτρια ότι δεν δίνει γραπτή απάντηση, διότι "... δεν θα μπορούσε μετά να κάνει τίποτα, εννοώντας ότι δεν θα μπορούσαν να τα βρούν χρηματικά...". Το αληθές, όμως, είναι ότι η μηνύτρια ουδέποτε ζήτησε χρήματα από τον Γ.
Α., ούτε ο τελευταίος μετέφερε στον κατηγορούμενο, μεσίτη, ψευδώς κάτι σχετικό, διότι το ψεύδος αυτό δεν τον εξυπηρετούσε σε τίποτα, ενώ, αντίθετα η μεταξύ τους σχέση επέβαλε αμοιβαία εμπιστοσύνη τουλάχιστον για την επίτευξη της έγκρισης της φοροαπαλλαγής. Επίσης, την προσωπική του άποψη ότι επρόκειτο για χρηματισμό, ο κατηγορούμενος την στηρίζει στο εν γνώσει του, εξ ιδίας αντιλήψεως, ψευδές περιστατικό της δήθεν άρνησης της μηνύτριας να απαντήσει εγγράφως για το ζήτημα της φοροαπαλλαγής και στον επικληθέντα, επίσης, εν γνώσει του ψευδή λόγο της άρνησής της, δηλαδή δήθεν για να βρει ο Γ.
Α. άλλους τρόπους για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Εξ άλλου, η γνώση του κατηγορουμένου για την αναλήθεια του κατατεθέντος απ’ αυτόν στις 16-12-2009 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δήθεν η μηνύτρια ζήτησε χρήματα για την έγκριση της φοροαπαλλαγής, προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι, αν πράγματι αυτός γνώριζε κάτι τέτοιο, θα το είχε ήδη καταθέσει κατά την ένορκη εξέταση του ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκη Αθηνών στις 6-8-2008, πράγμα που δεν έπραξε, αρκεσθείς να καταθέσει μόνον ότι η μηνύτρια είπε στον ίδιο "...ότι δεν δίνει γραπτή απάντηση...
αφήνοντας περιθώριο στον μηνυτή να βρει άλλους τρόπους για να ξεπεραστεί το πρόβλημα.", χωρίς να εκφράσει ούτε την προσωπική του κρίση ότι εκείνη υπονοούσε χρηματισμό, ούτε καν ότι αυτό του φάνηκε ύποπτο. Άλλωστε, ούτε ο Γ. Α. στην από 2-7-2008 μήνυσή του κατά της ήδη μηνύτριας για παράβαση καθήκοντος, είχε αναφέρει ότι αυτή του είχε ζητήσει 50.000 € για να εγκρίνει τη φοροαπαλλαγή.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η από 2-6-2009 και με αριθμ. καταθ. 6971/2009 αγωγή του Γ. Α. κατά της μηνύτριας και του συζύγου της απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη (λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων και εν μέρει ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος) με την υπ’ αριθμ. 4910/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στις 23-1-2012 στη δικηγόρο Πειραιώς Φ.
Β., ως αντίκλητο του Γ. Α. (βλ. την .../23-1-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Α. Κ.), διορισμένη με το υπ’ αριθμ. ...8-4-2011 πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Βικτωρίας Κ. Αδαμάκη, χωρίς να έχει ασκηθεί κατ’ αυτής ένδικο μέσο μέχρι τις 2-3-2012 (βλ. το υπ’ αριθμ. 2045/2-3-2012 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Επίσης, η υπ’ αριθμ. 3084/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που διέτασσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της μηνύτριας και του συζύγου της ανακλήθηκε, με την υπ’ αριθμ. 6979/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, μετά την από 23-4-2010 αίτηση ανάκλησης που υπέβαλαν αυτοί. Με βάση τα προαναφερόμενα στοιχειοθετείται εις βάρος του κατηγορουμένου τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, την οποία τέλεσε προκειμένου να στηρίξει τους σκοπούς του πελάτη του Γ.
Α. - ο οποίος τελικώς επέτυχε την αιτηθείσα φοροαπαλλαγή μετά την 31-10-2008, οπότε συμπληρώθηκε η αναγκαία ελάχιστη διάρκεια ενός έτους παραμονής του στην Ελλάδα, με βάση το από 31-10-2007 προαναφερόμενο μισθωτήριο συμφωνητικό - πρέπει δε να κηρυχθεί αυτός ένοχος, όπως και πρωτοδίκως". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε έγκλημα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τον Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Α) στις 06-08-2008 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκη Αθηνών, ο οποίος σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διενεργούσε προκαταρκτική εξέταση προς διερεύνηση όσων καταγγέλλονταν στην από 02-07-2008 (ABM B2008/2706) έγκληση του δεύτερου κατηγορουμένου Γ.
Α. σε βάρος της νυν εγκαλούσας Μ. Π. του Σ., κατέθεσε ενόρκως και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους μεταξύ άλλων ότι: "...Στην ΔΟΥ ... στο αρμόδιο τμήμα, όπως μου είπε ο μηνυτής, αρχικά του είπαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, αλλά έπρεπε να υπογραφεί το σχετικό έγγραφο από την Έφορο (νυν εγκαλούσα). Η Έφορος του είπε ότι χρειάζονταν κάποιο χρόνο για να κάνει κάποιο έλεγχο και ενώ είχαν περάσει δύο μήνες η Έφορος δεν έδινε απάντηση ούτε υπέγραφε το σχετικό έγγραφο.
Πήγα και εγώ και συνάντησα την μηνυομένη στο γραφείο της και μου είπε ότι δεν δίνει γραπτή απάντηση, ότι δεν δικαιούται φοροαπαλλαγής, αφήνοντας περιθώριο στον μηνυτή να βρει άλλους τρόπους για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Το βασικό επιχείρημα της μηνυομένης για την άρνησή της να υπογράψει το έγγραφο της φοροαπαλλαγής για τον μηνυτή ήταν ότι στο μισθωτήριο που είχε προσκομίσει ο μηνυτής δεν προέκυπτε χρόνος μίσθωσης ενός χρόνου, που ήταν για εκείνη απαραίτητη για την φοροαπαλλαγή του μηνυτή.
Της ανέφερα ότι ο Επιθεωρητής του Υπουργείου Οικονομικών κ. Β. είχε διαφορετική άποψη και εκείνη απάντησε ότι εκείνη αποφασίζει...", Α2) στις 16-12-2009 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατά την ως άνω ημεροχρονολογία συνεδρίασε, συζήτησε και εκδίκασε την από 14-07-2009 και με αύξ.
αριθμ καταθ. .../2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει ο δεύτερος κατηγορούμενος σε βάρος της νυν εγκαλούσας και του συζύγου της Π. Η., με αίτημα την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας, κάθε δικαιώματος και περιουσιακού στοιχείου των ανωτέρω που βρίσκεται είτε στα χέρια τους, είτε στα χέρια τρίτου, μέχρι του ποσού των 5.200.000€, εξετάστηκε με όρκο ως μάρτυρας απόδειξης και κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ψευδώς ότι η νυν εγκαλούσα είχε ζητήσει χρήματα από τον δεύτερο κατηγορούμενο προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημά του για φοροαπαλλαγή, ενώ η αλήθεια, την-οποία και γνώριζε, είναι ότι η εγκαλούσα, η οποία την περίοδο εκείνη ήταν προϊσταμένη στην ΔΟΥ ..., εξέτασε το αίτημα που είχε υποβάλλει ο δεύτερος κατηγορούμενος να τύχει του ευεργετήματος, ως Κύπριος ομογενής, της απαλλαγής φόρου για την αγορά πρώτης κατοικίας και αφού διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για φοροαπαλλαγή, διότι δεν προέκυπτε μόνιμη διαμονή του στην Ελλάδα για ένα τουλάχιστον έτος, όπως σαφώς ορίζονταν για τους Κύπριους ομογενείς στην υπ’ αριθμ. 1036725/ 147/Α0013/1060/2005 Υ.Α., απέρριψε το σχετικό αίτημα με το από 13-06-2008 σχετικό έγγραφο που απέστειλε η ΔΟΥ ...
προς τον ίδιο, ότι ουδέποτε το αρμόδιο Τμήμα Κεφαλαίου της ΔΟΥ ... είχε διαβεβαιώσει τον δεύτερο κατηγορούμενο ότι δικαιούνταν της απαλλαγής από την καταβολή του φόρου μεταβίβασης για αγορά πρώτης κατοικίας, ότι ουδέποτε ο Επιθεωρητής του Υπουργείου Οικονομικών Γ. Β. είχε υποστηρίξει διαφορετική άποψη, ότι δηλαδή ο δεύτερος κατηγορούμενος δικαιούνταν απαλλαγής από τον φόρο μεταβίβασης για αγορά πρώτης κατοικίας, καθώς και ότι ουδέποτε η εγκαλούσα ενήργησε κατά παράβαση των καθηκόντων της και επί σκοπό βλάβης των συμφερόντων του δεύτερου κατηγορουμένου.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων, που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ.2-1, και 98 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται ο τρόπος τελέσεως των παραπάνω πράξεων κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και δη οι αρμόδιες αρχές, ήτοι ο 19ος Πταισματοδίκης Αθηνών, που διενεργούσε προκαταρκτική εξέταση κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών επί της από 2-7-2008 μηνύσεως του Γ. Α. κατά της Μ.
Π., προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. ..., για παράβαση καθήκοντος, και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκαζε την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Γ. Α. κατά της ως άνω μηνύτριας και του συζύγου της Π. Η., περί συντηρητικής κατασχέσεως της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, ενώπιον των οποίων, δόθηκαν ενόρκως οι από 6-8-2008 και 16-12-2009 αντιστοίχως καταθέσεις του αναιρεσείοντος, προκειμένου να χρησιμεύσουν αντιστοίχως ως αποδεικτικά μέσα επί της ως άνω από 2-7-2008 εγκλήσεως του Γ.
Α. κατά της μηνύτριας Μ. Π. και επίσης της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2009 από 14-7-2009 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του Γ. Α. κατά της ως άνω μηνύτριας και του συζύγου της Π. Η., καθώς και τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία ήταν εν γνώσει αυτού (αναιρεσείοντος) ψευδή. Οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού:
Σαφώς εκτίθενται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα ψευδή γεγονότα, που κατέθεσε ενόρκως ο αναιρεσείων, τα οποία συνδέονται με τα αποδεικτέα θέματα, και δη της ποινικής διαδικασίας εκείνα που κατέθεσε την 6-8-2008 ενώπιον του προαναφερομένου πταισματοδίκη και της πολιτικής δίκης, εκείνα που κατέθεσε την 16-12-2009, και αναφέρονται, ειδικότερα, τα μεν κατατεθέντα την 6-8-2008 στην απόδειξη από τον μηνυτή Γ.
Α. του μηνυτήριου ισχυρισμού του, ότι κατά παράβαση του καθήκοντός της η ως άνω καταμηνυομένη υπάλληλος της Δ.Ο.Υ ... αρνείτο να του χορηγήσει απαλλαγή από τον φόρο μεταβιβάσεως ακινήτων για την αγορά πρώτης κατοικίας, την οποίαν, κατά τους ισχυρισμούς του, εδικαιούτο, ως ομογενής από την Κύπρο, τα δε κατατεθέντα την 16-12-2008 (αναφέρονται) στην απόδειξη του ισχυρισμού, του αυτού ως άνω Γ.
Α., ότι με παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους η αυτή ως άνω μηνυομένη και ο σύζυγός της προσέβαλαν την προσωπικότητά του και ένεκα αυτού προκάλεσαν στον ίδιο ηθική βλάβη, για την οποίαν η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ανήρχετο στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, το οποίο αξίωνε από την μηνυομένη και τον σύζυγό της με την από 2-6-2009 υπ’ αριθμ.
εκθ. καταθ. 6971/2009 αγωγή του, που άσκησε κατ’ αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής είχε ασκήσει την ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας τους. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η γνώση (άμεσος δόλος) του αναιρεσείοντος, ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που αυτός κατέθεσε, με τις παραδοχές ότι γνώριζε το ψεύδος, λόγω της στενής συνεργασίας που διατηρούσε με τον ως άνω Γ.
Α. και συνίστατο στο ότι στην αγοραπωλησία του ακινήτου, που προτίθετο να προβεί ο τελευταίος, είχε ενεργήσει ως μεσίτης ο ίδιος (αναιρεσείων) και είχε άμεσο συμφέρον και ενδιαφέρον ολοκληρώσεως της σχετικής διαδικασίας, λόγος για τον οποίον και επισκέφθηκε ο ίδιος την ως άνω μηνυομένη - καθ’ ης η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων Μ.
Π., για να διαμαρτυρηθεί για την μη χορήγηση υπ’ αυτής της εν λόγω φοροαπαλλαγής, από τις οποίες (παραδοχές αυτές) συνάγεται, ότι αυτός είχε άμεση και προσωπική αντίληψη, ότι τα κατατεθέντα γεγονότα ήσαν ψευδή, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαίτερα και με παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ο δόλος του, διότι αυτονοήτως καταδεικνύεται αυτός από το ότι θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση του ιδίου.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 25-11-2015 δήλωση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-11-2015, από 25-11-2015 με αριθμό Γεν. Πρωτ. …/26-11-2015 δήλωση του Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4993/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ