Supreme Court dismisses appeal for inadmissible argument regarding evidence not formally admitted by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Member Court of Athens' decision regarding a tax dispute. The appellant argued the lower court erred by considering a written statement as a formal confession despite the appellant's denial, claiming this violated procedural rules. The court ruled this argument inadmissible because the lower court had already established that the tax liability was primarily proven by other evidence, with the statement serving only as supplementary confirmation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the consideration of unsubmitted evidence is inadmissible when the lower court relied on such evidence only as supplementary proof to other primary evidence establishing the fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1227/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ.-Δ. του A., αμίσθου Υποθηκοφύλακα Σπάτων, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Φλωροπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (Τράπεζα Γιούρομπανκ Εργασίας Ανώνυμη Εταιρεία) και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3268/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5170/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2013 αίτησή του και τον από 21-10-2014 πρόσθετο λόγο της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου της, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 14 παρ.1 ν.3156/2003: "Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν.128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου: "Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11, καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό ευρώ (100), αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους".
Εξάλλου κατά το άρθρο 1 ν.325/1976 οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τις διακρίσεις που διαλαμβάνονται στα επόμενα άρθρα του νόμου αυτού. Τα δικαιώματα τα οποία ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων αποτελούν τις αποδοχές τους.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 ν.3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης που ασφαλίζει απαίτηση από ομολογιακό δάνειο. Ενόψει δε του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ.2 του πιο πάνω νόμου δεν αφορά μόνο στα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων (Δημοσίου, ΤΑΧΔΙΚ) αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, η εγγραφή υποθήκης εφόσον κατά τα ανωτέρω ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν.3156/ 2003 οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ’ αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από το ν.325/1976 αναλογικά δικαιώματα, ανερχόμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου (Α.Π.2252/ 2013).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1344 Α.Κ. ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία του υποθηκοφύλακα και συνεπώς υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του, η ύπαρξη ζημίας (που μπορεί να είναι θετική ή αποθετική) η οποία προήλθε από την εκτέλεση των καθηκόντων του υποθηκοφύλακα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε (περιουσιακής ή μη), στοιχεία και περιστατικά που υποχρεούται να επικαλεσθεί ο ενάγων και σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους να αποδείξει (Α.Π.2094/2013).
Περαιτέρω κατά μεν το εδ.α του άρθρου 904 Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, κατά δε το εδ.β περ.α του ίδιου άρθρου η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την πιο πάνω διάταξη προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) πλουτισμός του υπόχρεου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία ή σε πρόσθετα τέτοια περιστατικά και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ενόψει όμως των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 219 και 106 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από την οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και της νομικής βάσεως του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν ούτε εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του, είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας (Α.Π. 449/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-9-2009 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με την αναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων της επετράπη, κατόπιν συναινέσεως της οφειλέτριας και μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Arcania Beta Properties Ανώνυμος Κτηματική Εταιρεία", η οποία είχε προβεί στην έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο περιγραφόμενο ακίνητο της τελευταίας για την εξασφάλιση απαιτήσεως των ομολογιούχων δανειστών της κατ’ αυτής, των οποίων η ίδια (η ενάγουσα) είχε ορισθεί πληρεξούσιος καταβολών και εκπρόσωπος.
Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, άμισθος υποθηκοφύλακας Σπάτων, προκειμένου να εγγράψει την προσημείωση στα βιβλία υποθηκών του ανωτέρω υποθηκοφυλακείου, ζήτησε από αυτήν την καταβολή αναλογικών δικαιωμάτων, υπολογιζομένων σε ποσοστό 7,75% επί του ποσού της εγγραφής, ήτοι ποσό 50.451,03 ευρώ, αντί του πράγματι οφειλομένου κατά το άρθρο 14 παρ.2 ν.3156/2003 ποσού των 100 ευρώ.
Ότι προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εγγραφή της προσημειώσεως, κατέβαλε αχρεωστήτως στον εναγόμενο το πιο πάνω ποσό των 50.451,03 ευρώ το οποίο της ζήτησε και κατά το οποίο αυτός κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της, παράλληλα όμως με την αναφερόμενη εξώδικη δήλωσή της και με την αίτηση για την εγγραφή της προσημειώσεως επιφυλάχθηκε του δικαιώματός της να αναζητήσει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 50.451,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτην διακρίσεις. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ. αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν η ενάγουσα δεν είχε κατά του εναγομένου αξίωση που να πηγάζει από σύμβαση ή από αδικοπραξία, ειδικότερα δε όσον αφορά την αδικοπραξία δεν επικαλέσθηκε δόλο ή αμέλεια αυτού που θα συνεπαγόταν ευθύνη του σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 1344 Α.Κ.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνες των άρθρων 914 και 1344 του ίδιου κώδικα που δεν ήταν εφαρμοστέες. Δεν όφειλε δε το εφετείο να κρίνει μη νόμιμη την αγωγή εξαιτίας περιστατικών που βρίσκονταν εκτός του δικογράφου της και ειδικότερα από τυχόν ισχυρισμό του εναγομένου ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, για την πρόταση του οποίου άλλωστε αυτός δεν είχε έννομο συμφέρον.
Συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη (Α.Π.1729/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με την κρίση της περί νομιμότητας της αγωγής, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 914 και 1344 Α.Κ. Ο λόγος είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος του αυτό, αφού κατά τα προεκτεθέντα η ανωτέρω πλημμέλεια προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως περί του ορισμένου ή νομίμου της αγωγής.
Κατά το άρθρο 909 Α.Κ. η κατά τα άρθρα 904 επ. του ίδιου κώδικα υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απόσβεση της υποχρεώσεως προς απόδοση του πλουτισμού ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε.
Η πιο πάνω διάταξη παρέχει στον εναγόμενο ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος (Α.Π.2167/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Arcania Beta Properties Ανώνυμος Κτηματική Εταιρεία" και το διακρτιτικό τίτλο "Arcania Beta Α.Ε." (μη διάδικος) αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, δυνάμει της από 23-9-2008 αποφάσεως της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της σε συνδυασμό με την από 25-9-2008 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της, ποσού 5.000.000 ευρώ, διαιρούμενου σε 100 ανώνυμες ομολογίες.
Κάθε ομολογία είχε ονομαστική αξία 50.000 ευρώ και τιμή εκδόσεως στο άρτιο, οι δε ομολογίες φέρουν αύξοντες αριθμούς από 1 έως 100 και εκδόθηκαν σε δύο πολλαπλούς τίτλους, εκ των οποίων τον με αύξοντα αριθμό 1 τίτλο των με αύξοντες αριθμούς 1-10 ομολογιών, με ονομαστικό κεφάλαιο ομολογιών τίτλου 500.000 ευρώ, κάλυψε η εταιρεία με την επωνυμία "Eurobank EFG Private Bank (Luxembourg) S.A.", τον δε με αύξοντα αριθμό 2 τίτλo των με αύξοντες αριθμούς 11-100 ομολογιών, με ονομαστικό κεφάλαιο ομολογιών τίτλου 4.500.000 ευρώ, κάλυψε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, η οποία ορίστηκε και εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών.
Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 16.1 άρθρο του από 31-10-2008 ομολογιακού δανείου 5.000.000 ευρώ και κατόπιν της από 2-6-2009 αιτήσεως της ενάγουσας, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.20632Σ/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία επετράπη η εγγραφή υπέρ της αιτούσας, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, προσημείωσης υποθήκης για ποσό 6.500.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών του ανωτέρω ομολογιακού δανείου επί ακινήτου της εταιρείας "Arcania Beta Α.Ε." και ειδικότερα επί ενός αγροτεμαχίου με τα συστατικά μέρη, παραρτήματα, παρακολουθήματα και προσαυξήματά του εν γένει και μετά του επ’ αυτού κειμένου κτιρίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
Αττικής, το δε επ’ αυτού κτίριο - εμπορικές αποθήκες - αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πατάρι. Για την εγγραφή της ανωτέρω προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, η ενάγουσα προσκόμισε την ανωτέρω απόφαση καθώς και την περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, στις οποίες αναφερόταν ότι εξασφαλιζόταν απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο καθώς και οι όροι αυτού, προσφερόμενη στην καταβολή των παγίων δικαιωμάτων του υποθηκοφυλακείου, ποσού 100 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν.3156/2003, εφόσον αφορούσε σε εγγραφή ασφάλειας για κοινό ομολογιακό δάνειο.
Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, ο οποίος διατελούσε άμισθος υποθηκοφύλακας του εν λόγω υποθηκοφυλακείου, ζήτησε από την ενάγουσα, για την εγγραφή και την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων, το συνολικό ποσό των 50.451,03 ευρώ, αναλυόμενο... σε (32,88 + 21,12 =) 54 ευρώ για πιστοποιητικά και αντίγραφα, 2 ευρώ για μεγαρόσημα, 19.499,82 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα υπέρ Δημοσίου, 19.516,61 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα του ιδίου του εναγομένου και 11.378,60 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα υπέρ ΤΑΧΔΙΚ.
Ενόψει της καταστάσεως που προέκυψε από αυτή την απαίτηση του εναγομένου, η ενάγουσα, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 Κ.Πολ.Δ., καθώς υπήρχαν άμεσα απαιτητές χρηματικές υποχρεώσεις που καθιστούσαν επιβεβλημένη την εγγραφή της εν λόγω προσημειώσεως, αναγκάστηκε και κατέβαλε στον εναγόμενο το ως άνω αιτηθέν ποσό των 50.451,03 ευρώ.
Με τον τρόπο αυτό πέτυχε τελικά την εγγραφή της προαναφερόμενης προσημειώσεως. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αμοιβή που ζήτησε και έλαβε ο εναγόμενος δεν ήταν η νόμιμη, διότι την υπολόγισε εσφαλμένα βάσει των διατάξεων του ν.325/1976 που ρυθμίζουν τα αναλογικά του δικαιώματα και όχι βάσει της διάταξης του άρθρου 14 του ν.3156/2003, όπως ήταν το ορθό, δεδομένου ότι η ένδικη προσημείωση υποθήκης διατάχθηκε προς εξασφάλιση απαιτήσεως από ομολογιακό δάνειο του ν.3156/2003.
Επομένως... ο εναγόμενος όφειλε να εγγράψει την προσημείωση με την καταβολή των παγίων δικαιωμάτων του ποσού 100 ευρώ κατά το άρθρο 14 παρ.2 του παραπάνω νόμου. Συνακόλουθα η ενάγουσα αχρεωστήτως κατέβαλε και ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία ζήτησε και έλαβε από αυτή το ποσό των 19.499,82 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα Δημοσίου, των 11.378,60 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα ΤΑΧΔΙΚ και το ποσό των 19.516,61 ευρώ για αναλογικά δικαιώματα υποθηκοφύλακα, αντί του ποσού των 100 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, πριν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής την 23-9-2009, είχε αποδώσει στο Δημόσιο το ποσό των 19.499,82 ευρώ και στο ΤΑΧΔΙΚ το ποσό των 11.378,60 ευρώ, χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στα αναλογικά τους δικαιώματα από την ανωτέρω πράξη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης... Αντιθέτως...
δεν αποδείχθηκε... ότι ο εναγόμενος είχε ήδη, πριν από την επίδοση σ’ αυτόν της υπό κρίση αγωγής, αποδώσει στο Δημόσιο και το χρηματικό ποσό των 19.516,61 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στα δικά του αναλογικά δικαιώματα, καθ’ όσον κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια και βεβαιότητα από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα και δη από το υπ’ αριθμ.
ΣΤ 65648974/2009 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α της ίδιας ανωτέρω ΔΟΥ, το οποίο αφορά στην εκκαθαριστική δήλωση β τριμήνου 2009 και σύμφωνα με το οποίο αποδόθηκε στη ΔΟΥ το συνολικό ποσό των 369.507,38 ευρώ. Ειδικότερα το ποσό των 19.516,81 ευρώ, σε αντίθεση με τα ανωτέρω ποσά υπέρ Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, δεν αποδίδεται στο Δημόσιο παρά μόνο σε περίπτωση που μετά το συσχετισμό εσόδων και εξόδων (π.χ.
για μισθοδοσία υπαλλήλων) και τη σχετική εκκαθάριση αυτών, το υποθηκοφυλακείο έχει έσοδα περισσότερα από τα προβλεπόμενα στο νόμο, οπότε και οφείλει να καταβάλει το υπερβάλλον στο Δημόσιο, ενώ εάν τα έσοδά του είναι λιγότερα, τότε δεν έχει σχετική υποχρέωση. Πλην όμως από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται εάν στο ανωτέρω ποσό των 369.507,38 ευρώ περιλαμβάνεται και το ποσό των 19.516,81 ευρώ ή μέρος αυτού.
Άλλωστε ο εναγόμενος με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του ουσιαστικά συνομολόγησε ότι "από το ποσό που εισέπραξα, παρακράτησα μόνο αυτό που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις και απέδωσα το υπερβάλλον στο Δημόσιο"... Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο που εισέπραττε το συνολικό ποσό των 50.451,03 ευρώ από την ενάγουσα, την 11-6-2003, γνώριζε...
ότι επρόκειτο για αχρεώστητη καταβολή για το πέραν των 100 ευρώ εισπραχθέν ποσό... Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εκ του άρθρου 911 αριθμ.1 Α.Κ. αντένσταση της ενάγουσας και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η εκ του άρθρου 909 Α.Κ. ένσταση του εναγομένου ως προς τα ποσά των 19.499,82 και 11.378,60 ευρώ, ως προς τα οποία η σχετική αξίωση της ενάγουσας έχει αποσβεστεί διότι ο πλουτισμός δεν σώζεται.
Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί η σχετική ένσταση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη για το ποσό των 19.516,61 ευρώ. Ο θεμελιούμενος στο άρθρο 909 Α.Κ. ισχυρισμός του εναγομένου που προβάλλεται με τις προτάσεις του, ότι μέρος εκ του ως άνω εισπραχθέντος ποσού και συγκεκριμένα 1.897,44 ευρώ δεν σώζεται διότι αναλώθηκε για τις λειτουργικές δαπάνες του υποθηκοφυλακείου του (μηχανοργάνωση, εκσυγχρονισμός και βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου κλπ) δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η εκδαπάνηση (ανάλωση) του ποσού αυτού έγινε με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών στις οποίες ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε προβεί εξ ιδίων, ως εμπίπτουσες στις υποχρεώσεις του άμισθου υποθηκοφύλακα".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το εφετείο απέρριψε ακολούθως τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία (αφού είχε γίνει μερικώς δεκτή η ένσταση του αναιρεσείοντος ότι ο πλουτισμός του δεν σώζεται και είχε απορριφθεί η αντένσταση της αναιρεσίβλητης ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο εισπράξεως του πιο πάνω ποσού γνώριζε ότι πρόκειται για αχρεώστητη καταβολή) έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 19.516,61 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα: α) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 909 Α.Κ., 5 ν.325/ 1976, της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης 1505/25/26-9-2002, των άρθρων 1, 2 και 3 α.ν. 153/1967, του ν.δ.811/1971 και της υπουργικής αποφάσεως 262/2005, δεχόμενο ότι το ποσό των 19.516,61 ευρώ, κατά το οποίο έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβανόταν στο μείζον ποσό των 369.507,38 ευρώ που αυτός απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού μόνο το γεγονός ότι μεταξύ των εσόδων και των εξόδων του υποθηκοφυλακείου κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2009 προέκυψε ως υπερβάλλον το ποσό 369.507,38 ευρώ, δεν συνεπαγόταν κατά λογική αναγκαιότητα ότι στο ποσό αυτό περιλαμβανόταν και εκείνο των 19.516,61 ευρώ.
β) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904, 908, 909 και 913 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 20 παρ.5 ν.2145/1993 και της ΚΥΑ 102407/1978, δεχόμενο ότι οι δαπάνες για μηχανοργάνωση, εκσυγχρονισμό και βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου κλπ έγιναν με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών στις οποίες ο αναιρεσείων θα έπρεπε προβεί εξ ιδίων και γ) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904, 909 και 911 Α.Κ., του άρθρου 5 ν.325/1976, της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης 1505/ 25/26-9-2002, των άρθρων 1, 2 και 3 α.ν. 153/1967, του ν.δ. 811/1971 και της υπουργικής αποφάσεως 262/2005, δεχόμενο ότι το εισπραχθέν αχρεωστήτως ποσό των 19.516,61 ευρώ ενσωματώθηκε στην περιουσία του αναιρεσείοντος και όχι σε εκείνη του Ελληνικού Δημοσίου ούτε είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης ως προς το ύψος του ποσού κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος ο αναιρεσείων από την περιουσία της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε εν μέρει την νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένστασή του ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός του, μη λαμβάνοντας υπόψη την ένστασή του αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, με βάση το ίδιο το περιεχόμενό του, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε αυτόν κατά ένα μέρος του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π.295/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτός επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε προς απόδειξη της βασιμότητας της ενστάσεώς του ότι ο πλουτισμός του δεν σώζεται, ήτοι:
α) επικυρωμένο αντίγραφο βιβλίου ενεχύρου Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, β) επικυρωμένο αντίγραφο ημερολογίου αιτήσεων εγγραφής πράξεων - βιβλίου τελών και δικαιωμάτων Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων β τριμήνου 2009 από 1-4-2009 έως και 30-6-2009, γ) επικυρωμένο αντίγραφο βιβλίου αιτήσεων πιστοποιητικών και αντιγράφων και εισπράξεως τελών και δικαιωμάτων Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων β τριμήνου 2009 από 1-4-2009 έως και 30-6-2009, δ) επικυρωμένο αντίγραφο βιβλίου εκδόσεως πιστοποιητικών και αντιγράφων Υποθηκοφυλακείου Σπάτων β τριμήνου 2009 από 1-4-2009 έως και 30-6-2009, ε) επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικής δηλώσεως β τριμήνου 2009 της προϊσταμένης της ΔΟΥ ..., στ) επικυρωμένο αντίγραφο του ΣΤ .../10-7-2009 διπλοτύπου εισπράξεως της ΔΟΥ ..., ζ) επικυρωμένο αντίγραφο αθροισμάτων στηλών των προαναφερθέντων βιβλίων που τηρούνται στο Υποθηκοφυλακείο και το Κτηματολογικό Γραφείο Σπάτων, η) επικυρωμένα αντίγραφα των .../22-6-2009, .../22-6-2009 και .../2-6-2009, διπλοτύπων εισπράξεως της ΔΟΥ ...
και θ) επικυρωμένο αντίγραφο της από 15-4-2010 εκθέσεως επιθεωρήσεως Υποθηκοφυλακείου και Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων έτους 2009 του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη, δηλαδή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία ή παρά τη ρητή άρνηση θεώρησε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία (Α.Π.1434/2007).
Συνεπώς η σχετική πλημμέλεια του δικαστηρίου θεμελιώνει τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως και όχι εκείνον από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. ούτε εκείνον από το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά τους οποίους λόγος αναιρέσεως επιτρέπεται αντίστοιχα όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α και 12 Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε αυτήν του αριθ.11 περ.β του ίδιου άρθρου κατά τα προεκτεθέντα) και συγκεκριμένα ότι απέρριψε εν μέρει την νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένστασή του ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός του λαμβάνοντας υπόψη ομολογία στην οποία αυτός δεν προέβη και ειδικότερα με την εσφαλμένη παραδοχή ότι συνιστούσε ομολογία του για τη μη απόδοση εκ μέρους του ολοκλήρου του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού στο Ελληνικό Δημόσιο η περιεχόμενη στις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του φράση: "από το ποσό που εισέπραξα, παρακράτησα μόνο αυτό που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις και απέδωσα το υπερβάλλον στο Δημόσιο".
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος διότι το εφετείο δέχθηκε ότι η μη απόδοση από τον αναιρεσείοντα ολοκλήρου του εισπραχθέντος ποσού στο Ελληνικό Δημόσιο προέκυπτε κυρίως από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και επικουρικά από την ομολογία του αναιρεσείοντος, όπως σαφώς προκύπτει από τη χρήση της λέξεως "άλλωστε".
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Χ. Δ.-Δ. για αναίρεση της 5170/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τον από 21 Οκτωβρίου 2014 πρόσθετο λόγο της.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 6 Οκτωβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ