1227/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη) Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1227/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1227/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη) Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ - ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Κ., 2) Α. Α. του Γ., 3) Β. Λ. του Ι., 4) Ε. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 20/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες νομίμως από το αναίρεσείον εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. 683 β/29-11-2011, 685 β/29-11-2011, 689 β/30-11-2011 και 690 β/30-11-2011 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται (ΑΠ 555/2008, 796/2001). Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας-Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "... 1).
Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής και απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. 2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003...
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στον χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει έναν συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.
Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή. (Με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών).
Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αόριστης διάρκειας την 1-10-1984 ο πρώτος με την ειδικότητα ΥΕ υγειονομικού προσωπικού, την 1-10-1984 η δεύτερη με την ειδικότητα ΥΕ προσωπικού καθαριότητας, την 1-3-1986 η τρίτη με την ειδικότητα ΥΕ βοηθητικού υγειονομικού προσωπικού και την 1-10-1984 η τέταρτη με την ειδικότητα της ΥΕ υγειονομικού προσωπικού.
Σκοπός του εκκαλούντος είναι η περίθαλψη χρονίως πασχόντων ατόμων από κινητικές ή διανοητικές αναπηρίες και η αποκατάσταση τόσο των περιθαλπομένων, όσο και άλλων ατόμων που πάσχουν από τις ίδιες ασθένειες και κατοικούν στην περιοχή των Ιωαννίνων (αρθρ. 2 ΠΔ 378/1990, ΦΕΚ Α 149/1990, και ν.δ. 162/1973, ΦΕΚ Α 227/1973) ... .
Περαιτέρω οι ενάγοντες καθόσον ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή της μισθολογικής παροχής που ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό, αλλά και στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών του παραπάνω Υπουργείου, δυνάμει των άρθρων 35 του ν. 3329/2005 και 13 παρ.1 ν. 3627 /2007, ήτοι του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", το οποίο χορηγήθηκε σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 και εφεξής, ποσού 200 ευρώ, το οποίο από 1ης Σεπτεμβρίου του 2007 αναπροσαρμόστηκε σε 300 ευρώ μηνιαίως με την ΥΑ 2/52281.0022 (ΦΕΚ Β' 1722/29.8.2007).
Τούτο διότι η αιτιολόγηση της χορήγησης του εν λόγω επιδόματος κατά την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου η οποία είναι "... ο αυξημένος φόρτος εργασίας ... και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο Ε.Σ.Υ., με τη μετονομοσία των "Πε.Σ.Υ." σε "ΔΥ.ΠΕ" και την επικαλούμενη αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ν.π.δ.δ.
κλπ" και επιπλέον ότι "... με τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της Υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας", είναι πολύ γενική και αφορά επομένως και τα Νοσοκομεία αλλά και τα ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας που σκοπός τους είναι η περίθαλψη χρονίως πασχόντων ατόμων από κινητικές ή διανοητικές αναπηρίες και η αποκατάσταση τόσο των περιθαλπομένων, όσο και άλλων ατόμων που πάσχουν από τις ίδιες ασθένειες, τα οποία είναι πρωτίστως επιφορτισμένα με την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.
Περαιτέρω, το παραπάνω επίδομα χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δηλαδή η ένδικη μισθολογική παροχή προφανώς ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των δικαιούχων αυτής μισθωτών (ιατρών και υπαλλήλων), γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γενικόλογη διατύπωση της σχετικής διάταξης που την καθιερώνει χορηγώντας την σ' αυτούς ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή τους θέση και τα κατ' ιδίαν υπαλληλικά τους καθήκοντα με μοναδικό κριτήριο την οργανική τους ένταξη στο εν γένει "προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".
Η ίδια όμως αιτιολογία απόληψης του ένδικου επιδόματος ισχύει και για τους απασχολούμενους στα προαναφερόμενα ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας (μόνιμο προσωπικό και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι οργανικά ενταγμένοι στο εποπτεύον αυτά Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασφαλώς τυγχάνουν αποδέκτες, σε εργασιακό επίπεδο, των όποιων συνεπειών των επιδιωκόμενων διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της Υγείας, ακριβώς όπως και οι ρητώς κατονομαζόμενοι στην επίδικη διάταξη ως δικαιούχοι του ένδικου επιδόματος.
Οι παραπάνω "αιτίες" και "προϋποθέσεις", οι οποίες επέβαλλαν τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος ειδικής απασχόλησης είναι προφανές ότι αντιστοιχούν και με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των προαναφερόμενων εναγόντων, ... η δε παράλειψη χορηγήσεως του επιδόματος ειδικής απασχόλησης και στους πρώτους συνιστά παραβίαση της μισθολογικής ισότητας, εφόσον αυτή η επιλεκτική χορήγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις υπερκείμενες διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1 και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος., διότι αν γίνει, όπως εν προκειμένω, με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή αδικαιολόγητα άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη η οποία εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση.
Επομένως, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι οι αναιρεσίβλητοι, νομίμως ζητούν την επιδίκαση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2006, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης συναδέλφους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Ακολούθως δε απέρριψε κατά το μέτρο αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 β' του Συντάγματος και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που έχουν διαφορετικό εργοδότη (δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι το αναιρεσείον ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και κοινωνικής Αλληλεγγύης το Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης ούτε μπορούσε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το αναιρεσείον ανήκει στο ΕΣΥ και διασυνδέεται λειτουργικά με το οικείο ΠΕΣΥ.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της αποφάσεως, αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 295/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ