Supreme Court partially allows appeal on trademark confusion but dismisses vague legal error argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed Ferrero S.P.A.'s appeal against Oscar ABEE's trademark decision, ordering a retrial on specific grounds. While the court accepted the argument that the complex visual elements of the two logos could cause consumer confusion, it rejected the fourth ground for appeal as it failed to specify the exact legal error regarding Article 13 of the 1914 law. Consequently, the appeal was granted only in part, and the losing party was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of the Law 2239/1994: The Supreme Court must examine sua sponte the proper notification of absent defendants and may proceed with the hearing; regarding trademark disputes, the court must assess the risk of confusion based on the specific visual similarities of the signs, not merely their composite nature.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1227 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1227/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "FERRERO S.P.A.", που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΣΚΑΡ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ......., υπό την ιδιότητά του ως διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαϊου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3386/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5868/2004 του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Μαϊου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από τις προσαγόμενες υπ' αρ.......και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσειούσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, αφού αυτοί δεν ενεφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εξεπροσωπήθησαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α', β' και γ', 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.
του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράσταση του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστου, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.
Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.
Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντυπώσεως έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα.
Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιερώσεως μιας ενδείξεως στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποιήσεως ή απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες. Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, η ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών. Αντιθέτως, προέκυψε ότι το περιτύλιγμα και η συσκευασία με τα οποία διατίθεται στην αγορά το ένδικο προϊόν της ενάγουσας εταιρείας είναι ουσιωδώς διάφορα από τα αντίστοιχα της εναγομένης, η δε διαφορά είναι σαφής και ευδιάκριτη για τον μέσο καταναλωτή και ουδείς κίνδυνος συγχύσεως των δύο προϊόντων υφίστανται.
Συγκεκριμένα: Ναι μεν καθεμία από τις διάδικες εταιρίες παράγει και πωλεί στην αγορά σοκολατάκια (του ίδιου περίπου μεγέθους και σχήματος) κατά τεμάχιο και σε συσκευασία των 24 τεμαχίων σε όμοια και ισομεγέθη πλαστικά κυτία (κασετίνες) καφέ χρώματος με διαφανές σκέπασμα τα οποία εφοδιάζονται από το ίδιο εργοστάσιο, τα επιμέρους όμως στοιχεία τόσον του περιτυλίγματος κάθε τεμαχίου, όσο και της συσκευασίας είναι ολοφάνερα διαφορετικά.
Έτσι: (1) Το χάρτινο περιτύλιγμα των προϊόντων της ενάγουσας έχει έντονο και φωτεινό κίτρινο χρώμα, περίπου στο χρώμα του χρυσού, ενώ εκείνο της εναγομένης έχει σκούρο χρώμα που προσεγγίζει εκείνο του Χαλκού. (2) Κάθε περιτύλιγμα φέρει επ' αυτού μικρή ελιψοειδή ετικέτα στη μία όμως περίπτωση, δηλαδή εκείνη της ενάγουσας, κυρίαρχο είναι το λευκό χρώμα, Ενώ στην άλλη το κόκκινο.
Το κυριότερο δε είναι ότι στις ετικέτες αυτές είναι τυπωμένες εντελώς διαφορετικές λέξεις, και δη "FERRERO ROCHER" και "OSCAR CΗΟCΟLΑΤΕS", αντίστοιχα. 3) Στο επάνω μέρος κάθε συσκευασίας και στο μέσον αυτής υπάρχει ετικέτα η οποία συνέχεται προς τα πλάγια εν είδει κορδέλας, αλλά το σχήμα, τα χρώματα και οι επ' αυτών απεικονίσεις είναι εντελώς διαφορετικά στα προϊόντα της ενάγουσας από εκείνα της εναγομένης.
Επιπλέον, επ' αυτών είναι γραμμένες με μεγάλους ευδιάκριτους χαρακτήρες οι ανωτέρω λέξεις, που χαρακτηρίζουν την προέλευση του προϊόντος από την αντίστοιχη επιχείρηση. Στη συσκευασία δε της εναγομένης αναγράφονται επίσης με μικρότερους αλλά ευανάγνωστους χαρακτήρες οι λέξεις "Σοκολατίνες Πολυτελείας με πραλίνα και ολόκληρα κομμάτια Φουντουκιού", πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι δε μπορεί να θεωρηθεί το περιεχόμενο της προϊόν ιταλικής προελεύσεως όπως είναι εκείνο της ενάγουσας".
Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο, που είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσειούσης, με την οποία αυτή ζητούσε να απαγορευθεί η χρήση από την αναιρεσίβλητη του ανωτέρω εμπορικού σήματος στα προϊόντα της επιχειρήσεως της, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα ενώ εδέχθη ότι το υφ' εκάστης για την διάκριση των προϊόντων της χρησιμοποιούμενο σημείο έχει σύνθετο χαρακτήρα, συγκείμενο εκ λέξεων και σχηματικών απεικονίσεων, καθώς και ότι στο εικονιστικό σήμα των προϊόντων της πρώτης αναιρεσιβλήτου υφίσταται σχηματική απεικόνιση, εμφανής στους καταναλωτές, που όμως δεν ομοιάζει με εκείνη της αναιρεσειούσης, δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία της εν λόγω σχηματικής απεικονίσεως, προκειμένου να καταδειχθεί αν και σε ποιο βαθμό αυτή ταυτίζεται με εκείνη της υπό της αναιρεσειούσης χρησιμοποιουμένης προς διάκριση των προϊόντων της και εάν εκ της υπάρξεως και του βαθμού ομοιότητος των δύο εικονιστικών σημάτων, υφίσταται, ανεξαρτήτως των λεκτικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των, στον μέσο καταναλωτή κίνδυνος συγχύσεως όχι μόνο ως προς την προέλευση των προϊόντων, στον οποίο κίνδυνο και μόνο αναφέρεται η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως των υπό των διαδίκων ασκουμένων επιχειρήσεων υπό την έννοια ότι μεταξύ αυτών υφίσταται οργανική και οικονομική διασύνδεση.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικός αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 53/1994, ΑΠ 1021/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 13 του Ν.146/1914. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν καθορίζεται σε τι έγκειται η ψευδής ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, γενομένης μόνο αναφοράς στην εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση από το Εφετείο περί μη υπάρξεως ομοιότητος μεταξύ των δύο εμπορικών σημάτων, ήτοι της αναιρεσειούσης και πρώτης αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 5868/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά το κεφάλαιο που ορίζεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει ως προς αυτό την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εκ χιλίων τριακοσίων (1.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 9.5.2007. Και
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9-5-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9-6-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ