Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on suspension of work due to funding cuts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ten individuals against a First Instance Court judgment regarding their employment with a scientific society. The appellants argued that the employer's suspension of work, caused by a 50% funding cut, was disproportionate and caused undue harm to the organization. The court held that the suspension was a necessary measure to satisfy the workers' claims and that the employer had not abused its right to suspend work.
Legislator headnote
AI generatedArticles 325, 329, 656, 281 of the Civil Code; The suspension of work by an employer is not considered an abuse of right when it is a necessary measure to satisfy the employees' claims for unpaid wages, even if it leads to the organization's financial strain.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1226 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1.Β. Α. του Κ., κατοίκου Αθηνών, 2.Α. Λ. του Χ., κατοίκου Φιλοθέης Αττικής, 3.A. - J. N. του Α., κατοίκου Αθηνών, 4.Ι. Μ. του Γ., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής, 5.Ι. Μ. του Χ., κατοίκου Παλλήνης Αττικής, 6.Α. Σ. του Κ., κατοίκου Δροσιάς Αττικής, 7.Π. Α. του Ε., κατοίκου Αγίων Αναργύρων Αττικής, 8.Θ. Α. του Π., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, 9. Μ. Ν. του Π., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής και 10.Μ. Π. του Ν., κατοίκου Γέρακα Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου με την επωνυμία "Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.", που εδρεύει στη Λαμπρινή Αττικής και όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5328/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30-7-2019 και με αριθ. κατ. 7648/733/8-8-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5328/30-10-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 27-6-2016 και με αριθ. κατ. 2625/28-6-2016 έφεσης κατά της με αριθ. 559/29-2-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 4-12-2014 και με αριθ. κατ. 137556/4533/2014 αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την ,ως άνω, από 4-12-2014 αγωγή οι 1η, 3η, 7η, 8η, 9η, 10ος, 11ος, 12η, 14η και 16η εκ των αρχικώς 21 εναγόντων ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες από την εναγομένη, η οποία αποτελεί επιστημονικό σωματείο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, καθένας από αυτούς, προκειμένου να προσφέρουν τις προσδιοριζόμενες στην αγωγή υπηρεσίες, αντί της αμοιβής που θα καθόριζαν για τον κλάδο τους οι σχετικές Σ.Σ.Ε. Ότι η εναγομένη από το έτος 2012 άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των νομίμων αποδοχών τους, για το λόγο δε αυτό, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας. Ζήτησαν δε, κατόπιν παραδεκτής παραίτησής τους από τα ποσά που αντιστοιχούν στα αγωγικά κονδύλια που αναφέρονται ειδικότερα στις προτάσεις τους και παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής των 8ης και 16ης εναγουσών από καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό να επιδικασθεί σε καθένα από αυτούς (στις 8η και 16η εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικά) το αντίστοιχο ποσό για δεδουλευμένες αποδοχές και για αποδοχές υπερημερίας λόγω της επίσχεσης της εργασίας τους με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 559/2016 οριστική απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα τις αιτούμενες δεδουλευμένες αποδοχές, ενώ απέρριψε το αίτημα των εναγόντων για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας λόγω της επίσχεσης της εργασίας τους, κατ' αποδοχή ως νόμω και ουσία βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε η εναγομένη. Κατά της απόφασης αυτής οι, ως άνω, ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ως εν μέρει ηττηθέντες διάδικοι, άσκησαν την από 27-6-2016 έφεση, αιτούμενοι την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά το, ως άνω, απορριφθέν αίτημά τους. Η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη με αριθ. 5328/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή, δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017), υπόκειται δε, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 836/2019, 949/2019, 114/2017, 940/2015, 2094/2014).
Κατά πάσα περίπτωση, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας πρέπει να συναξιολογείται και η παράμετρος ότι κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται απλώς τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της αξίωσης, η οποία κατά τα λοιπά δεν θίγεται, ενώ αντιθέτως, επί σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω απαλλάσσεται οριστικά της παροχής της εργασίας (ΑΠ 1393/2022, ΑΠ 461/2022, ΑΠ 836/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, 114/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κάτωθι αναφερόμενοι ενάγοντες εκκαλούντες απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες της εναγόμενης και vυν εφεσίβλητης, η οποία αποτελεί επιστημονικό σωματείο με αποκλειστικά κοινωφελείς και μη κερδοσκοπικούς σκοπούς που σχετίζονται με την προαγωγή και αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υγείας του παιδιού και του εφήβου, αρχικά με ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας, ορισμένου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατόπιν δε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα και τις παρακάτω ειδικότητες.
Ειδικότερα: Η 1η ενάγουσα (1η εκκαλούσα) από την 1-1-2007 έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2007 έως 2009 με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με την ειδικότητα της γραμματέας στη συμβουλευτική και στο κέντρο ημέρας εφήβων της εναγόμενης, η 3η ενάγουσα (2η εκκαλούσα) από 3-4-2006 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2006 - 2007 με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα κοινωνικής επιστήμονα - συμβούλου ψυχικής υγείας στον ξενώνα "..." και από 13-9-2013 στο κέντρο ημέρας βρεφών "...ας", η 7η ενάγουσα (3η εκκαλούσα) από 1-5-2002 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2002 - 2004 με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα καθαρίστριας στον ξενώνα εφήβων "..." και στον ξενώνα παιδιών "...", η 8η ενάγουσα (4^ εκκαλούσα) από 16-9-2002 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2002-2004 με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα κοινωνικής λειτουργού - προσωπικού φροντίδας, η 9η ενάγουσα (5η εκκαλούσα) από 5-7-2010 έως 23.12.2013 (με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα ψυχολόγου - προσωπικού φροντίδας στον ξενώνα παιδιών "...", ο 10ος ενάγων (6ος εκκαλών) από 15-10-2012 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και από τον Ιούνιο του 2013 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα προσωπικού φροντίδας - κοινωνικού ανθρωπολόγου στον ξενώνα "...", ο 11ος ενάγων (7ος εκκαλών) από 23-12-2011 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2011 - 2012 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έπειτα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα ψυχολόγου στον ξενώνα παιδιών "...", η 12η ενάγουσα (8η εκκαλούσα) από 2-11-2009 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2009 - 2011 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 1-5-2011 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα ψυχολόγου στη συμβουλευτική γραμμή της εναγόμενης για την ψυχική υγεία των παιδιών, η 14η ενάγουσα (9η εκκαλούσα) από 25-5-2009 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2009-2010 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 1-7-2010 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα ψυχολόγου στην τηλεφωνική συμβουλευτική υπηρεσία της εναγόμενης και η 16η ενάγουσα (10η εκκαλούσα) από 9-6-2011 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά τα έτη 2011- 2012 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 1-1-2013 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) με ειδικότητα παιδοψυχιάτρου στη συμβουλευτική τηλεφωνική υπηρεσία της εναγόμενης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η χρηματοδότηση της εναγόμενης, η οποία όπως προαναφέρθηκε αποτελεί επιστημονικό σωματείο με αποκλειστικά κοινωφελείς μη κερδοσκοπικούς σκοπούς, επί σειρά ετών προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τον τακτικό προϋπολογισμό για την ψυχική υγεία από το Υπουργείο Υγείας και κατά ένα μέρος από το νεοεισαχθέν (Ιούλιος 2013) πλαίσιο χρηματοδότησης μέσω του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ 2007 - 2013).
Από το έτος 2012, λόγω της οικονομικής κρίσης, το Υπουργείο Υγείας πραγματοποίησε δραστικές περικοπές στη χρηματοδότηση της εναγομένης, της τάξης του 50%, γεγονός που δημιούργησε τεράστιο χρηματοδοτικό κενό και συσσώρευση οφειλών δεδουλευμένων για τους εργαζομένους της. Στις προσπάθειες της εναγομένης για την εξεύρεση λύσης στο υπό κρίση ζήτημα της χρηματοδότησης, η τελευταία είχε επανειλημμένως απευθύνει προς το Υπουργείο Υγείας (Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών Υγείας), ήδη από το έτος 2012, συγκεκριμένα ερωτήματα - αιτήματα, επιχειρώντας να διευθετηθεί η όλως προβληματική αυτή κατάσταση.
Έτσι με το από 15-10-2012 έγγραφο της, γνωστοποίησε προς τον Υπουργό Υγείας την οικονομική ασφυξία στην οποία είχε περιέλθει το σύνολο των μονάδων της, καθώς το κόστος λειτουργίας των μονάδων αυτών για την περίοδο από 1-1-2012 έως και 30-9-2012 είχε ανέλθει στο ποσό των 795.000 ευρώ, ενώ είχε εγκριθεί επιχορήγηση ποσού 590.000 ευρώ, πέραν δε αυτού ότι οφείλεται σε αυτήν το ποσό των 146.000 ευρώ από το έτος 2011 και ότι εξ αυτού του λόγου και χωρίς δική της υπαιτιότητα η εναγόμενη οφείλει, εκτός των άλλων, στους εργαζόμενους της τη μισθοδοσία μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου- και Σεπτεμβρίου του 2012.
Απαντώντας το Υπουργείο Υγείας στα ανωτέρω με το από 25-10-2012 έγγραφο του γνωστοποίησε στην εναγόμενη ότι καταβάλλονται οι αναγκαίες προσπάθειες ώστε να εξασφαλιστούν τα επιπλέον χρήματα που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών των μονάδων της εναγόμενης με σκοπό τη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας τους, μέσω νέων πηγών χρηματοδότησης (όπως το τέλος Κοινωνικής και Ανθρωπιστικής Αντίληψης 2% επί των προμηθειών του τομέα υγείας και την είσπραξη του ειδικού ενοποιημένου νοσηλίου από τα ασφαλιστικά ταμεία).
Επιπρόσθετα το έτος 2013 του Υπουργείο Υγείας θέσπισε με σειρά υπουργικών αποφάσεων νέο πλαίσιο χρηματοδότησης, με ημερομηνία εφαρμογής από το β εξάμηνο του 2013, με βάση το οποίο η επιλεξιμότητα των δαπανών που θα πραγματοποιούσε η εναγόμενη θα βασιζόταν στο παραγόμενο έργο, δηλαδή στον αριθμό των παιδιών-εφήβων/ενοίκων που φιλοξενούνται στη στεγαστική της δομή και των θεραπευτικών πράξεων που γίνονται στο Κέντρο Ημέρας και την Τηλεφωνική Συμβουλευτική Υπηρεσία της.
Αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης της εναγόμενης κατά τα τελευταία έτη, αλλά και της προαναφερόμενης αλλαγής του τρόπου χρηματοδότησης ήταν ότι στις αρχές του έτους 2013 το Υπουργείο Υγείας όφειλε στην εναγόμενη 483.252,82 ευρώ. Το έτος 2013 η εναγόμενη πραγματοποίησε επιπλέον δαπάνες ύψους 648.276 ευρώ, εκ των οποίων το Υπουργείο Υγείας αναγνώρισε (έκρινε επιλέξιμες) δαπάνες ύψους 454.029,10 ευρώ.
Ταυτόχρονα, η εναγόμενη είχε έσοδα από τις επιχορηγήσεις 764.853,26 ευρώ, ποσό που κάλυπτε εν μέρει τις οφειλές των προηγούμενων ετών και εν μέρει τα τρέχοντα έξοδα. Τούτο σημαίνει ότι για το έτος 2013 υπήρξε ανεξόφλητο υπόλοιπο 172.428,66 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. Υ5β/Γ.Π./51977 από 30-6-2014 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας).
Περαιτέρω, οι εργαζόμενοι του Ξενώνα "...", κυρίως, αλλά και άλλοι εργαζόμενοι από την Τηλεφωνική Συμβουλευτική Υπηρεσία και το Κέντρο Ημέρας "...", νωρίτερα και αργότερα από αυτούς, προχώρησαν από τον Δεκέμβριο του 2013 σε επίσχεση εργασίας, γεγονός που οδήγησε έκτοτε στον μηδενισμό της χρηματοδότησης της Μονάδας, αφού η συγκεκριμένη Μονάδα δεν παρουσίαζε καμία παραγωγικότητα και επομένως καμία δαπάνη της δεν μπορούσε να θεωρηθεί επιλέξιμη και να εξοφληθεί από το Υπουργείο Υγείας (βλ.προαναφερόμενο έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, στο οποίο αναφέρεται ότι η επιλεξιμότητα των δαπανών βασίζεται στο παραγόμενο έργο).
Ενόψει της συγκεκριμένης κατάστασης, οι προαναφερόμενοι ενάγοντες προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, διαμαρτυρόμενοι για την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ειδικότερα προέβησαν σε επίσχεση εργασίας: 1) η 1η ενάγουσα την 5-8-2013, για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Ιουλίου 2013, 2) η 3η ενάγουσα την 28-1-2013 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Αυγούστου 2013, όπως εκτίθεται στην αγωγή και δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, 3) η 7η ενάγουσα την 22-5-2013 για οφειλόμενες αποδοχές ενός μηνός του Απριλίου 2013, 4) η 8η ενάγουσα την 20-12-2013, για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013, 5) η 9η ενάγουσα την 28-1-2013 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013, όπως εκτίθεται στην αγωγή και δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, 6) ο 10ος ενάγων την 20-12-2013 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013, 7) ο 11ος ενάγων την 20-12-2013 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013, 8) η 12η ενάγουσα την 23-6-2014 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2014 , 9) η 14η ενάγουσα την 10-4-2014 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου 2013 έως και Μαρτίου 2014 και η 16η ενάγουσα την 12-5-2014 για οφειλόμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου έως και Απριλίου 2014.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι 3η και 9η ενάγουσα δεν άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα της επισχέσεως της εργασίας τους και έτσι η εναγόμενη δεν περιήλθε σε υπερημερία. Και τούτο διότι κατά τον επικαλούμενο στην αγωγή χρόνο άσκησης της επίσχεσης εργασίας τους (28-1-2013) δεν είχαν ληξιπρόθεσμη αξίωση για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως αυτή εκτιμάται, οι ανωτέρω ενάγουσες αιτούνται δεδουλευμένες καθυστερούμενες αποδοχές μηνών Απριλίου έως και Αυγούστου 2013 η 3η και μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου 2013 η 9η, λαμβανομένου υπόψη του ότι η εναγόμενη είχε υποχρέωση να καταβάλει το μισθό τους στο τέλος κάθε μήνα.
Αναφορικά με τους λοιπούς ενάγοντες, αυτοί, άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, εφόσον είχαν αξίωση από ληξιπρόθεσμες παροχές, πλην όμως αυτό υπερβαίνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ όρια, καθόσον η καθυστέρηση καταβολής- των αποδοχών τους οφειλόταν·κατά τα προεκτεθέντα όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία ή κακοβουλία και κακοπιστία της, της εναγομένης αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, η οποία ήταν αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης της εναγόμενης κατά τα τελευταία έτη και του προαναφερόμενου νέου πλαισίου χρηματοδότησης αρχής γενομένης από τα μέσα του έτους 2013, γεγονός που ήταν γνωστό στους ενάγοντες.
Εξάλλου το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων, αφού αυτό οδήγησε σε πρόσθετη επιβάρυνση της ήδη δύσκολης οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης, καθόσον αυτή στερήθηκε μεγάλου μέρους της χρηματοδότησής της, γεγονός που επίσης ήταν γνωστό στους ενάγοντες και είχε επισημανθεί σε αυτούς και από την Υφυπουργό Υγείας, καθώς με το νέο πλαίσιο χρηματοδότησης, η εναγόμενη θα ελάμβανε, λόγω της έλλειψης ενοίκων στον Ξενώνα, αλλά και παραγόμενου έργου, πολύ λιγότερα χρήματα ως χρηματοδότηση.
Τελικά η εναγόμενη λόγω της μη επαρκούς χρηματοδότησης από το Υπουργείο Υγείας δεν μπόρεσε να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζόμενων που βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας και ανέστειλε τη λειτουργία του Ξενώνα παίδων "...", καθώς και των υπόλοιπων μονάδων της. Εν όψει των περιστατικών αυτών, οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και, συνεπώς, δεν δικαιούνται τους αξιούμενους με την υπό κρίση αγωγή μισθούς υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που αφορά το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας λόγω επίσχεσης της εργασίας τους.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος τους για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας είναι καταχρηστική, απορρίπτοντας, για το λόγο αυτό, την αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημά τους, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 325, 329 και 656 ΑΚ.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι 3η και 9η των αναιρεσειουσών προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι δεν άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα για επίσχεση της εργασίας τους, διότι κατά το χρόνο της άσκησής του δεν είχαν κατά της εναγομένης ληξιπρόθεσμη αξίωση για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 325, 329 και 656 ΑΚ, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται, όπως ισχυρίζονται, ότι κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος για επίσχεση της εργασίας τους (28-1-2013) είχαν ληξιπρόθεσμη αξίωση για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο 2012 έως Ιανουάριο 2013.
Με την προεκτεθείσα κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 325,329 και 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία.
Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή:
α) ότι η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα, ή δυστροπία, ή κακοβουλία ή κακοπιστία της εναγομένης, η οποία είναι επιστημονικό σωματείο με αποκλειστικά κοινωφελείς μη κερδοσκοπικούς σκοπούς, χρηματοδοτούμενο σχεδόν αποκλειστικά από το Υπουργείο Υγείας και από το νεοεισαχθέν (Ιούλιος 3012) πλαίσιο χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ, αλλά οφειλόταν στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, β) ότι η δυσχερής οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης αυτής κατά τα τελευταία έτη και του νέου πλαισίου χρηματοδότησης, αφού από το έτος 2012 το Υπουργείο Υγείας προέβη σε περικοπή της χρηματοδότησής της, της τάξης του 50%, γεγονός που δημιούργησε οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών γ) ότι το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων, αφού οδήγησε σε πρόσθετη επιβάρυνση της δύσκολης οικονομικής της κατάστασης, καθόσον στερήθηκε μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα συνεπεία των, ως άνω, περιστατικών, η εναγομένη να αναστείλει τη λειτουργία του εν λόγω ξενώνα και των υπολοίπων μονάδων της, παραδοχή, από την οποία συνάγεται σαφώς ότι η επίσχεση της εργασίας (και) των εναγόντων μπορούσε να προξενήσει και πράγματι προξένησε , σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία της εναγομένης.
Η ειδικότερη δε αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων περί δυσανάλογης ζημίας των ιδίων, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με πλήρη αιτιολογία, ότι το μέτρο της επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών τους (επομένως και στην αποκατάσταση της ζημίας τους), αλλά αντιθέτως οδήγησε σε πρόσθετη επιβάρυνση της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης και τελικώς στην αναστολή της λειτουργίας της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι: α) κατά το μέρος που αφορά την παράβαση των διατάξεων των άρθρων 325, 329 και 656 ΑΚ, οι 3η και 9η αναιρεσείουσες πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018), και ειδικότερα την κρίση του ότι κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος δεν είχαν αυτές ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης για δεδουλευμένες αποδοχές, β) κατά το μέρος που αφορά την παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παραδοχή ότι οι εν λόγω αναιρεσείουσες δεν άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους και ότι η εναγομένη δεν περιήλθε (για το λόγο αυτό) σε υπερημερία, δεν ερεύνησε ως προς αυτές την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 30-7-2019 και με αριθ. κατ. 7648/733/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5328/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ