Legislator Case Law & Legislation
1226/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of attorney's power of attorney at hearing.

Case Number 1226/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the Third Instance Court's decision regarding the remaining respondent. The court found the hearing inadmissible because the appellants' lawyer failed to present a valid power of attorney at the Supreme Court session, a requirement distinct from preparatory stages. Consequently, the court ruled that all proceedings following the hearing were void and ordered the costs to be borne by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1), 97(1), 118(5) and 104 of the Code of Civil Procedure; A lawyer representing a party at a Supreme Court hearing must hold a specific power of attorney granted by a notarial act or oral declaration recorded in the minutes, and without it, the hearing is void.

Keywords

AI generated
power of attorney Supreme Court hearing inadmissibility void proceedings Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1), 97(1), 118(5) and 104 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1226/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Μ. και Ε., κατοίκου ... 2) Α. συζ. Γ. Μ., το γένος Μ. και Ε. Σ., κατοίκου ... 3) Ε. συζ. Δ. Δ., το γένος Μ. και Ε. Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Δανιήλ-Καρπαθάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … 4) … …

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3738/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2582/2015 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 10-9-2015 αίτηση και τους από 18-7-2016 προσθέτους λόγους τους.

Εκδόθηκε η 594/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3070/2018 μη οριστική, 1350/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 118 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί διάδικο κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρείται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την τυχόν έλλειψη πληρεξουσιότητας ή την υπέρβασή της (ΟλομΑΠ 13/2008, ΑΠ 1178/2020, ΑΠ 2062/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Αν, συνεπώς, κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο, δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα διαδίκου προς το δικηγόρο που τον εκπροσωπεί, η οποία να παρασχέθηκε με τον παραπάνω τύπο, ο διάδικος αυτός λογίζεται ότι δεν παρίσταται και θεωρείται δικονομικά απών (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 533/2018). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία, αν ένας ομόδικος δεν παρίσταται καθόλου ή νομίμως (με πληρεξούσιο δικηγόρο) και δεν επέσπευσε αυτός εγκύρως τη συζήτηση, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτός κλητεύθηκε εμπροθέσμως και νομίμως, ή δεν αποδεικνύεται ποιος επέσπευσε τη συζήτηση (ΟλΑΠ 8/2018), η δίκη "χωρίζεται" (δηλαδή κηρύσσεται απαράδεκτη) ως προς αυτόν συζητείται δε μεταξύ των υπολοίπων (ΑΠ Ολ 14/2015, ΑΠ 42/2019, ΑΠ 1711/2018, ΑΠ 463/2016).

Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, οι μεν αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Σ. Δ. Κ., η οποία έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα (βλ. το υπ' αριθμ. …. πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….).

Εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, φέρονται ότι επέσπευσαν τη συζήτηση (βλ. την υπ'αριθμ…. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου …, Ι. Ζ.), ο Κ. Κ. παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ν. Σ., και η Ε. Σ. παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων της δικηγόρων Ν.

Σ. και Θ. Γ., ενώ δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν οι Β. και Ε. Σ. του Γ. Περαιτέρω, εκ μέρους μεν της απολιπομένης Β. Σ. αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας στους δικηγόρους Θ. Γ., Γ. Ψ. και Ν. Σ., για την επίσπευση της συζήτησης, και ως εκ τούτου ως προς αυτή, η υπόθεση θα συζητηθεί σαν να ήταν παρούσα. Δεν αποδεικνύεται όμως η παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους της έτερης απολιπομένης αναιρεσιβλήτου Ε.

Σ., για την επίσπευση της συζήτησης, αλλά ούτε και κλήση αυτής προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση της παρούσας υποθέσεως, και επομένως η επίσπευση της συζήτησης εκ μέρους αυτής είναι άκυρη. Ενόψει τούτων και όσων εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και δεδομένου ότι η δημιουργούμενη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ομοδικία είναι απλή, αφού αφορά αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης (ΟλΑΠ 902/1982, ΑΠ 547/2017, ΑΠ 505/2011), πρέπει η συζήτηση ως προς την απολειπομένη αναιρεσίβλητη Ε.

Σ. να χωρισθεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν και τους αναιρεσείοντες, να προχωρήσει δε κανονικά ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Η υπό κρίση από 16-6-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ.1350/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων (πλην της Α.

Σ.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 4, 552 επ. και 564 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως η αίτηση είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντες, στην από 14-6-2011 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η πρώτη ενάγουσα παραιτήθηκε αυτής), επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας στις 9-8-2010 στην ….

Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Μ. Σ., αδελφής τους και συζύγου του πρώτου εναγόμενου, αδελφής της δεύτερης και θείας της τρίτης και της τέταρτης των εναγόμενων ήδη αναιρεσιβλήτων, ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από … φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία, ως πλαστής και να αναγνωριστεί ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ως άνω αποβιώσασας είναι ο σύζυγός της - πρώτος των εναγόμενων- κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και τα επτά αδέλφια της κατά ποσοστό 1/15 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3738/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία καταργήθηκε η δίκη ως προς την πρώτη ενάγουσα, μετά τη γενομένη απ' αυτήν παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η σωρευόμενη αναγνωριστική, του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος αγωγή, λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, και απορρίφτηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης.

Κατά της ως άνω απόφασης οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων άσκησαν την από 25-9-2013 έφεση, με την οποία, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ζήτησαν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους. Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ 2582/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, ενώ απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη, ως προς το κεφάλαιο της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης ως πλαστής.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι εκκαλούντες άσκησαν την από 10-9-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-7-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ 594/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε στο σύνολό της η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2582/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει τη διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που ζητήθηκε από τους διαδίκους, καίτοι δέχτηκε ότι πρόκειται για ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις.

Περαιτέρω, μετά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3070/2018 απόφασή του ερήμην της εφεσίβλητης Ε. θυγ. Γ. Σ. και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η ως άνω έφεση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου η διορισθείσα με την ίδια απόφαση πραγματογνώμονας, ειδική γραφολόγος Μ. - Μ.

Κ., να γνωμοδοτήσει, αν η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί καθ' ολοκληρίαν και υπογραφεί ιδιοχείρως από την ως άνω αποβιώσασα. Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας κατά τα προαναφερθέντα πραγματογνωμοσύνης, και την εισαγωγή προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την από 6-5-2019 κλήση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1350/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, ερήμην της εφεσίβλητης Ε.

θυγ. Γ. Σ., με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, ενώ απορρίφτηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς το κεφάλαιο της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης ως πλαστής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός (όπως και εκείνος του αριθ. 19 του ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004).

Έτσι δικονομικού δικαίου κανόνας είναι και εκείνος του άρθρου 460 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο "Κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια". Από τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).

Για την πληρότητα των λόγων αυτών πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο ενάριθμα ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 182/2021). Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να καθορίζεται και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ Ολ. 20/2009, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 326/2018) και για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνεται εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στη προσβαλλόμενη δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1624/2017, ΑΠ 623/2016, ΑΠ 358/2012), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1207/2018).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1046/2020, ΑΠ 1772/2014). Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017) Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).

Επίσης, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, εκτιμηθούν, κατ' άρθρο 340 του ΚΠολΔ, "ελεύθερα" (ΑΠ 306/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διατάξεως του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις … του έτους… , απεβίωσε, στην περιοχή … της νήσου …, η Μ. συζ. Κ. Κ., κάτοικος, όσο ζούσε….. Η πραγματική ηλικία της ως άνω αποβιώσασας κατά τον χρόνο του θανάτου της ήταν 83 ετών και όχι 73 ετών, όπως αναγράφεται στην υπ' αριθμ.

…. ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου …, για το λόγο ότι στα οικεία βιβλία του Ληξιαρχείου …, είχε καταχωρηθεί εσφαλμένα ως έτος γέννησής της, το έτος 1937, αντί του ορθού 1927, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από το ότι οι αδελφές της, Γ. - Ε. συζ. Ι. Ζ. και Ι. χήρα Γ. Σ., ενώ αποτελούν δεύτερο και τρίτο κατά σειρά τέκνα της οικογένειας, έχουν καταχωρηθεί στις οικείες ληξιαρχικές πράξεις ως έτη γέννησής τους τα έτη, 1929 και 1930, αντίστοιχα, ενώ η ως άνω αποβιώσασα, καίτοι είναι το πρώτο τέκνο της ιδίας οικογένειας έχει βεβαιωθεί ως έτος γέννησής της, το έτος 1937.

Το γεγονός αυτό εξάλλου συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Ο θάνατος της ως άνω αποβιώσασας, σύμφωνα με το από 9.8.2010 πιστοποιητικό του ιατρού…, επήλθε από πνευμονικό οίδημα (πνιγμονή), λόγω εισρόφησης θάλασσας κατά την κολύμβηση, κατόπιν εγκεφαλικού επεισοδίου, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα υπ' αριθμ.

… ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος ….. Παρότι, για τη διαπίστωση των αιτίων θανάτου της ως άνω αποβιώσασας Μ. Κ., δεν έγινε νεκροτομή, αλλά μόνο νεκροψία, δεν αποδείχθηκε ότι ο θάνατός της επήλθε από κάποια άλλη αιτία, και ειδικότερα από καρδιακή ανακοπή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - ενάγοντες, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, χωρίς όμως να προσκομίζουν κάποιο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού τους.

Η ως άνω αποβιώσασα κατέλειπε ως εγγύτερους συγγενείς της, κατά τον ως άνω χρόνο του θανάτου της, το σύζυγό της, Κ. Κ., πρώτο εναγόμενο, τη μητέρα της, Ε. χήρα Μ. Σ. και τα αδέλφια της: α) …. και ζ) …. (βλ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. πρωτ. …. πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου …). Η ανωτέρω αποβιώσασα κατέλειπε, την από η από 23.7.2010 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε κατόπιν αιτήσεως του συζύγου της, Κ.

Κ. (πρώτου εναγόμενου), με τα υπ' αριθμ. … πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρύχτηκε κυρία με την υπ' αριθμ. …. απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία διαθηκών στον τόμο … και με αριθμό .., έχει δε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Αθήνα 23-7-2010, ώρα 8 μ.μ., Η Διαθήκη μου. Έχουσα σώας τα φρένας, αποφάσισα με την διαθήκη μου αυτή, εγώ, η Μ.

Σ. Κ. να διαθέσω την περιουσία μου μετά θάνατον ως εξής: Τα δύο μεγάλα οικόπεδα στην …. τα αφήνω στο αγαπημένο μου Ε. της Ι. όπως το είχα υποσχεθεί, να κάνει ότι ονειρευόμαστε, αναγνωρίζοντας όσα κάνει για μένα. Το μικρό γωνιακό οικόπεδο στην …το αφήνω στο Β. που τόσο πολύ ταλαιπωρείται τόσα χρόνια. Στις αδελφές μου και στον αδελφό μου Ά.

αφήνω τα τρία οικόπεδα στα…., αν και κατά καιρούς "κάποιοι" και το ξέρουν, με έχουν πικράνει πολύ. Τέλος πάντων. Στον αγαπημένο μου σύζυγο Κ., αφήνω τα τρία οικόπεδα στην … καθώς και το σπίτι μας στα …., και θέλω να φροντίσει να κάνει κάτι καλό για την …. Ας το συζητήσει με το Ε. γιατί κάτι είχαμε σκεφτεί πάνω σ' αυτό.

Το σπίτι στο Κ., αφήνω τον κάτω όροφο στην αδελφή μου Ι. που πραγματικά το δικαιούται και τον πάνω όροφο στον αγαπημένο μου σύζυγο Κ., θέλω όμως μετά τον θάνατο του να περιέλθει στην Ε. και την Β., κόρες της Ι. Τα χρήματα που έχω στην … τα αφήνω στον σύζυγο μου να κάνει αυτά που θέλει στο χωριό του που τόσο αγαπάει.

Τα κοσμήματα μου και όλα τα οικογενειακά κειμήλια θέλω να φροντίσει ο Κ. με την Ι. να τα μοιραστούν ίσα όλα τα αδέλφια μου, αφού Κ. μου κρατήσεις ότι κρίνεις εσύ σωστό. Επίσης Κ. μου θέλω απ' όλα όσα υπάρχουν στο σπίτι μας, σερβίτσια, πίνακες, χαλιά, έπιπλα, διακοσμητικά καθώς και τα προσωπικά μου αντικείμενα να τα δώσεις στην Ι.

και τα κορίτσια αφού εσύ επιλέξεις ότι χρειάζεσαι για τη ζωή σου, Κ. μου, θέλω τέλος να σε παρακαλέσω να φροντίζεις την οικογένεια της Ι. γιατί είναι μόνες τους και η Ι. έχει σταθεί στη μαμά, όλα αυτά τα χρόνια όσο κανείς άλλος. Εξ' άλλου της το ορκίστηκα πως θα φροντίζω τις κόρες της, όταν αρρώστησε. Επίσης θέλω να φροντίσεις όσο μπορείς και το Σ.

Αν ξέχασα κάτι φρόντισε το εσύ Κ. μου, έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση σου. Μ. Σ. - Κ.. Αθήνα … ώρα 8 μ.μ. (ακολουθεί υπογραφή)". Το χειρόγραφο αυτό κείμενο γράφτηκε σε πολυτονική μορφή, με τη χρήση στυλογράφου σφαιριδίου κυανής απόχρωσης, σε τρεις σελίδες τριών φύλλων λευκού χαρτιού, διαστάσεων Α4, χωρίς οριζόντιες διαγραμμίσεις και καταλαμβάνει 26 στίχους στο πρώτο φύλλο, 23 στίχους στο δεύτερο και 6 στίχους στο τρίτο, συμπεριλαμβανομένης και της υπογραφής.

Η ανωτέρω διαθήκη παραδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο από την τρίτη εναγόμενη Ε. Σ., η οποία, κατά δήλωσή της, τη βρήκε στο συζυγικό υπνοδωμάτιο της θανούσας κατά τη διάρκεια κοινωνικής επίσκεψής της στο σπίτι στο οποίο διέμενε η θανούσα με το σύζυγο της, πρώτο εναγόμενο, στις αρχές Οκτωβρίου του 2010, όπου κλήθηκε από τον τελευταίο, προκειμένου να ερευνήσει τα προσωπικά αντικείμενα της αποβιώσασας συζύγου του, να διαπιστωθεί αν υπήρχε κάποια εκκρεμότητα, δεδομένου ότι ο τελευταίος, λόγω της λύπης που του είχε προκαλέσει ο θάνατος της ως άνω συζύγου, δεν είχε το κουράγιο να προβεί στην πράξη αυτή.

Περίπου ένα μήνα μετά, στις 7 Νοεμβρίου 2010, το περιεχόμενο της διαθήκης γνωστοποιήθηκε με την ανάγνωση αυτής από τον πρώτο εναγόμενο, στους Λ. Σ. και Ε. Δ., ενώ αυτό το γνώριζαν ήδη οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη εναγόμενοι. Επειδή οι συνθήκες ανευρέσεως της επίδικης διαθήκης και η αμφιβολία ως προς το αν αυτή φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή της ως άνω αποβιώσασας, δημιούργησαν αμφιβολίες στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, οι τελευταίοι ανέθεσαν στις ειδικές γραφολόγους Α.

Σ. και Μ. Κ., που ήταν εγγεγραμμένες στους πίνακες των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Αθηνών, τη διερεύνηση της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης. Οι τελευταίες με την από … έκθεση γραφολογικής διερεύνησης εγγράφων και γραφολογικά συμπεράσματα, αποφάνθηκαν ότι η επίδικη διαθήκη δεν φέρει την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή της διαθέτιδας, και ως εκ τούτου είναι πλαστή.

Κατόπιν αυτού οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή με την οποία ισχυρίζονται ότι η επίδικη από …) ιδιόγραφη διαθήκη, δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από την φερόμενη ως διαθέτιδα αδελφή τους Μ. Κ. και ζητούν για το λόγο αυτό την ακύρωσή της. Μάλιστα ο τρίτος των εναγόντων, Ά. Σ. κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 12-10-2012 μήνυση σε βάρος των τρίτης και τέταρτης των εναγόμενων και παντός υπευθύνου για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης στο Δικαστήριο, με σκοπό περιουσιακού οφέλους και βλάβης τρίτου ποσού, άνω των 120.000 ευρώ.

Στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρτικής εξέτασης, προς διερεύνηση της ως άνω μήνυσης, με την υπ' αριθμ. 103/2013 διάταξη του 20ου Πταισματοδίκη Αθηνών, διορίστηκε πραγματογνώμονας η δικαστική γραφολόγος Ε. Φ., προκειμένου να γνωμοδοτήσει για την πλαστότητα ή μη της επίδικης διαθήκης. Η ανωτέρω πραγματογνώμονας στην από 15-4-2013 έκθεσή της, επισημαίνει ότι στην ένδικη διαθήκη παρατηρείται φυσική, αυθόρμητη και ελεύθερη χάραξη αυτής με ρυθμική και μορφολογική ομοιογένεια, από την οποία συνάγεται παραγωγή γραφής και υπογραφής αυτής από το ίδιο πρόσωπο και με γραφολογική συμπτωματολογία ενδεικτική γήρανσης και παθολογίας, όπως γραφικό τρέμουλο, μείωση της πλαστικότητας των γραμμών και εκτεταμένη παρουσία σπασμωδικών χαράξεων και εκτροχιασμών αυτών (ως εκτόνωση των σπασμών), που συνιστά χαρακτηριστικό της γραφής ατόμων με καρδιαγγειακά και εγκεφαλικά επεισόδια (όπως η θανούσα που είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο), καθώς και σημεία κόπωσης όπου και παρατηρούνται στάσεις του γραφικού μέσου και συνακόλουθη ρυθμική επιβράδυνση.

Σύμφωνα με την ιδία δικαστική γραφολόγο, στην υπό κρίση διαθήκη δεν εντοπίστηκαν ούτε αντικειμενικά ίχνη πλαστότητας δηλαδή ύποπτες φυσικοχημικές αλλοιώσεις επ' αυτής (π.χ. αποξέσεις ή αποσβέσεις), ούτε γραφολογικές αντιφάσεις, όπως π.χ. συνύπαρξη υγιών και παθολογικών χαράξεων ή συνύπαρξη διαφορετικών γραφολογικών στυλ γραψίματος αλλά η υπό κρίση διαθήκη (γραφή και υπογραφή επ' αυτής) εμφανίζει ρυθμική και μορφολογική σταθερότητα και ομοιογένεια, φυσικότητα, ελευθερία και αυθορμητισμό στη χάραξη.

Μάλιστα, επισημαίνει ότι η γραπτή έκφραση και διατύπωση, οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις και φράσεις καθώς και το συνολικό "ύφος" της γραφής είναι ιδιαιτέρως αυθόρμητα και γενικά ελάχιστα "τυποποιημένα", ενώ διακρίνεται συχνά και αφηγηματικού τύπου γράψιμο. Όλα τα ως άνω αναφερόμενα γραφολογικά γνωρίσματα της κρινόμενης διαθήκης είναι ενδεικτικά φυσιολογικότητας και γνησιότητας.

Στη συνέχεια, αφού προέβη στην αξιολόγηση του συγκριτικού υλικού, επισημαίνει ότι: α) Σημαντικό μέρος των δειγματικών εγγράφων εξετάστηκε στο πρωτότυπο, τα δε φωτογραφικά, φωτοτυπικά και καρμπόν αντίγραφα είναι γενικά ευκρινή στην αποτύπωση τους. β) Σημαντικό μέρος των δειγματικών εγγράφων προκύπτει πλησιόχρονο ή σχεδόν πλησιόχρονο της διαθήκης, παράλληλα δε περιέχονται παλαιότερες γραφικές και υπογραφικές χαράξεις της θανούσας, γεγονός που επιτρέπει την αξιολόγηση της εξέλιξης της γραφικής της κίνησης μέσα στο χρόνο.

γ) Στα συγκριτικά έγγραφα περιέχεται εκτενές δείγμα γραφής της θανούσας και πολλές υπογραφές αυτής, γεγονός που επιτρέπει την εκτίμηση του εύρους των ατομικών της γραφικών και υπογραφικών παραλλαγών και ποικιλομορφιών. δ) Όσον αφορά τη γνησιότητα του συγκριτικού υλικού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με τις δειγματικές υπογραφές της θανούσας, σημαντικό μέρος αυτών περιέχεται σε έγγραφα που φέρουν εκ του νόμου το τεκμήριο της γνησιότητας (λχ αστυνομική ταυτότητα, συμβολαιογραφικά έγγραφα) και ως εκ τούτου προκύπτει η αδιαμφισβήτητη γνησιότητά τους.

Συγκρινόμενες δε οι λοιπές δειγματικές υπογραφές της Μ. Κ. επί των ιδιωτικών συγκριτικών εγγράφων που ετέθησαν υπόψη στην πραγματογνώμονα, από τον μηνυτή και από την πλευρά των μηνυομένων, προκύπτει γραφολογική ταύτιση σε σχέση με τις ως άνω αδιαμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφές της Μ. Κ., έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σύνολο των δειγματικών υπογραφών της θανούσης είναι γνήσιες υπογραφές αυτής, ενώ συμπερασματικά κρίθηκε ότι το σύνολο των δειγματικών γραφών και υπογραφών της θανούσας είναι και ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο για περαιτέρω συγκριτικό γραφολογικό έλεγχο.

Από τη γραφολογική ανάλυση των γνησίων δειγματικών γραφών της Μ. Κ., διαπιστώθηκε ότι η γνήσια γραφική χάραξη αυτής φέρει τα ακόλουθα γραφολογικό γνωρίσματα: α) Γραφή αναπτυσσόμενη ιδιαιτέρως στο γραφικό πεδίο, με σταθερό μικρό αριστερό περιθώριο και αυξομειούμενο αλλά επίσης αρκετά κατειλημμένο δεξί περιθώριο.

Φαρδιά γραφή με ενίοτε μεγάλα μεσογραμματικά διαστήματα και μέτρια ή και μεγάλα μεσολεκτικά. Καθαρή και επιμελημένη μορφολογικά γραφή με τήρηση παραγράφων στα παλαιότερα ή και στα λιγότερο πλησιόχρονα δειγματικά έγγραφα. β) Μέτριας διάστασης γραμματικοί και αριθμητικοί χαρακτήρες, παρατηρούνται όμως και γραψίματα με έντονη αύξηση ή και μείωση της διάστασης.

Τα εν λόγω φαινόμενα εντοπίζονται κυρίως στις πρόχειρες χειρόγραφες σημειώσεις της καθημερινής ζωής, ενώ στα πιο επίσημα δειγματικά γραψίματα παρατηρείται μεγαλύτερη ομοιογένεια στη διάσταση των γραμμάτων και αριθμών. Αρκετοί γραμματικοί χαρακτήρες, όπως τα "α" ή "ο" εμφανίζουν συχνά έντονο φάρδος.

γ) Η κλίση της χάραξης είναι γενικά κάθετη με εναλλαγές προς τα δεξιά και κυρίως προς τα αριστερά. Εναλλαγές παρατηρούνται και στην κατεύθυνση της χάραξης με γραφικούς στίχους άλλοτε να γράφονται ευθεία και σε σημεία να εμφανίζουν ανοδικότητα ή καθοδικότητα. δ) Μορφολογικές ιδιαιτερότητες στη χάραξη των γραμμάτων και αριθμών αποτελούν ιδίως:

Η χάραξη του "α" είτε με εσωτερική "θηλιά" ή και με εκτεινόμενη τη γραμμή αυτού προς τα δεξιά, "δ" με έντονα αναπτυγμένη την άνω τοξοειδούς σχήματος γραμμή αυτού. Ο σχηματισμός του "ε" με άνω "θηλιά". Τα "ζ" με άνω και κάτω "θηλιά" συχνά διογκωμένη, "θ" με φαρδιές "θηλιές". Η παραγωγή των "λ" συχνά με χαρακτηριστική κάτω τριγωνική "θηλιά".

Η χάραξη των "Μ" είτε με δύο γραφικές κινήσεις και χαρακτηριστική έκταση οριζόντιας γραμμής στα αριστερά είτε με γωνιώδες σχήμα σε έναν γραφικό χρόνο. Επίσης τα "μ" χαράσσονται με την κάθετη γραμμή τους εκτεινόμενη προς τα κάτω και σε έτερο χρόνο χαράσσεται η γραμμή ως "u". Τα καλλιγραφικού τύπου "π" ενίοτε πεπλατυσμένα και η χάραξη των "Π" σε τρεις γραφικούς χρόνους, με μεγάλης διάστασης οριζόντια γραμμή και μικρότερης διάστασης και ανισομεγέθεις τις κάθετες γραμμές αυτού.

Τα μεγαλύτερα σε διάσταση "ς" με εμφάνιση συχνά άνω "θηλιάς" και σφηνοειδή αποληκτική γραμμή και των "σ" με μία γραφική κίνηση και εμφάνιση άνω "άγκιστρου". Τα επίσης καλλιγραφικού τύπου "τ" με εναρκτήρια κυματοειδή γραμμή. Τα "ω" με ανισομεγέθη τα ημικύκλια αυτού, το αριστερό μικρότερο από το δεξί στο οποίο παρατηρείται και μικρό "άγκιστρο".

Η θέση τελείας πάνω από το "1". Ο σχηματισμός με οβάλ ή με ελικοειδή σχηματισμό του άνω τμήματος του "2". Τα καλλιγραφικού τύπου "7" με κυματοειδές το άνω τμήμα τους και εμφάνιση "θηλιών". Τα ελαφρώς "τετραγωνισμένου" σχήματος "Ο". Η χάραξη του "8" με μία γραφική κίνηση και συχνά ανισομεγέθη τα τμήματα αυτού τριγωνικού σχήματος.

ε) Ο γραφικός ρυθμός είναι μέτριος, όπως μέτρια είναι και η γραφική πίεση. Ωστόσο στο τελευταίο συγκριτικά έγγραφο παρατηρείται συμπτωματολογία γήρανσης και παθολογίας της χάραξης σε συμφωνία και με την ηλικία της (83 ετών) και την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας αυτής. Ειδικότερα στα συγκεκριμένα αυτά τελευταία χρονολογικά δειγματικά γραψίματα της Μ.

Κ. διαπιστώνεται τρέμολο, σπασμοί, ρυθμική επιβράδυνση, γραμμίδια και σημεία αστάθειας της γραφικής πίεσης ενδεικτικά γραφοκινητικής δυσχέρειας. Οι γνήσιες - δειγματικές υπογραφές της, εμφανίζουν μορφολογική σταθερότητα μέσα στο χρόνο. Είναι γραμματικού τύπου αποτελούμενες από τη χάραξη του αρχικού του ονόματος της ("Μ") και την αναγραφή του επιθέτου της ως "Κ….".

Ειδικότερα παρατηρείται η χάραξη ενός αρχικού συμπλέγματος των "ΜΚ". Το "Μ" χαράσσεται έντονα εκτεινόμενο προς τα αριστερά και γωνιώδες με δύο γραφικές χαράξεις (σε δύο γραφικούς χρόνους), που εφάπτονται μεταξύ τους, ενώ η τελική του γραμμή, η οποία συνιστά και γραμμή του "Κ" εκτείνεται ιδιαίτερα προς τα κάτω.

Η τελική γραμμή του "Κ" χαράσσεται συνήθως κοίλη αλλά εντοπίζονται και γνήσιες - δειγματικές με κυρτότητα στο εν λόγω σημείο. Με γιρλαντοειδή (κοίλη) συνεχόμενη χάραξη σχηματίζονται τα "α" συχνά με εσωτερική "θηλιά", καλλιγραφικού τύπου "τ", "γ" με εκτεινόμενη και έντονη τη "θηλιά" αυτού προς τα κάτω. Στο τελικό "α" παρατηρείται συχνά έκταση της γραμμής αυτού προς τα δεξιά και θέση τοξοειδούς σχήματος σημείου τονισμού ενώ σε κάποιες γνήσιες - δειγματικές υπογραφές τίθεται και γραμμή υπογράμμισης.

Η κλίση της χάραξης είναι κάθετη ή και αριστερή και η κατεύθυνση αυτής ευθεία, ενώ παρατηρούνται και αποκλίσεις προς τα πάνω σε ορισμένες γνήσιες - δειγματικές πιθανότατα με βάση και την επιφάνεια χάραξης ή και ενδεχόμενη άβολη θέση κατά την παραγωγή των εν λόγω δειγματικών υπογραφών. Ο υπογραφικός ρυθμός είναι ήπιος, μέτριος και μέτρια είναι και η γραφική πίεση με ορισμένα σημεία να εμφανίζεται "κολλώδης".

Στις τελευταίες χρονολογικά υπογραφές διαπιστώνεται η ως άνω περιγραφόμενη συμπτωματολογία γήρανσης - παθολογίας, με μείωση του υπογραφικού ρυθμού εμφάνιση γραμμιδίων και σημείων αστάθειας της γραφικής πίεσης, σε συνδυασμό με παρουσία τρέμουλου και σπασμών. Ακολούθως, κατά την ίδια γραφολόγο, από τη γραφολογική συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής επί της χάραξης της κρινόμενης διαθήκης με το σύνολο των γνησίων - δειγματικών γραφών της Μ.

Κ. διαπιστώθηκε γραφολογική ταύτιση αυτών ως προς όλες τις γραφολογικές κατηγορίες και μάλιστα ως προς τις εξατομικευτικές λεπτομέρειες της χάραξης. Ειδικότερα διαπιστώθηκε: α) Ταύτιση στον τρόπο διαχείρισης της χάραξης εντός του γραφικού πεδίου με γραφή αναπτυσσόμενη ιδιαίτερα εντός αυτού, παρουσιάζουσα ίδιου τύπου μικρά και σταθερά αριστερά περιθώρια και αυξομειούμενα δεξιά περιθώρια με συχνή όμως κατάληψη όλου του γραφικού στίχου.

Στις συγκρινόμενες χαράξεις παρατηρείται καθαρότητα και επιμέλεια, ιδίου τύπου ενίοτε μεγάλα μεσογραμματικά διαστήματα και μέτρια ή και μεγάλα μεσολεκτικά. β) Ταύτιση στη διάσταση των γραμματικών χαρακτήρων (μέτρια) με αύξηση της διάστασης αρκετών τελικών σίγμα και με εμφάνιση πεπλατυσμένων οβάλ των "α" και "ο" γ) Ταύτιση στην κλίση της χάραξης (κάθετη με εναλλαγές προς τα δεξιά και προς τα αριστερά) και στην κατεύθυνση αυτής (ευθεία με εναλλαγές προς τα πάνω και προς τα κάτω), δ) Ταύτιση ως προς εξατομικευτικές μορφολογικές λεπτομέρειες.

Ειδικότερα εντοπίστηκαν π.χ. ίδιου τύπου: "α" είτε με εσωτερική - θηλιά" ή και με εκτεινόμενη τη γραμμή αυτού προς τα δεξιά, "δ" με έντονα αναπτυγμένη την άνω τοξοειδούς σχήματος γραμμή αυτού, "ε" με άνω "θηλιά", "ζ" με άνω και κάτω "θηλιά" συχνά διογκωμένη, "θ" με φαρδιές "θηλιές", "λ" με χαρακτηριστική κάτω τριγωνική "θηλιά", "Μ" με γωνιώδες σχήμα και παραγωγή σε έναν γραφικό χρόνο.

Επίσης "μ" που χαράσσονται με την κάθετη γραμμή τους εκτεινόμενη προς τα κάτω και σε έτερο χρόνο χαράζεται η γραμμή ως "ω". Καλλιγραφικού τύπου "π" ενίοτε πεπλατυσμένα, "ς" με εμφάνιση συχνά άνω "θηλιάς" και σφηνοειδή αποληκτική γραμμή και "σ" χαραγμένα με μία γραφική κίνηση και με άνω "άγκιστρο". Καλλιγραφικού τύπου "τ" με εναρκτήρια κυματοειδή γραμμή, "ω" με ανισομεγέθη τα ημικύκλια αυτού, το αριστερό μικρότερο από το δεξί στο οποίο παρατηρείται και μικρό "άγκιστρο". "1" με θέση τελείας πάνω από αυτό. "2" με ελικοειδή σχηματισμό στο άνω τμήμα αυτού.

Καλλιγραφικού τύπου "7" με κυματοειδές το άνω τμήμα τους και εμφάνιση "θηλιών". "8" χαραγμένα με μία γραφική κίνηση και συχνά ανισομεγέθη τα τμήματα αυτού τριγωνικού σχήματος. "Ο" ελαφρώς "τετραγωνισμένου" σχήματος. Σημεία τονισμού (οξείες) με σφηνοειδή αποληκτική γραμμή. Ομοίως με σφηνοειδείς και μεγάλης διάστασης γραμμές κόμματα με σχηματισμό μεγάλων μεσολεκτικών αποστάσεων.

ε) Ταύτιση παρατηρείται και ως προς τον ρυθμό και τη γενικότερη ποιότητα χάραξης ιδίως αναφορικά και σε σύγκριση με τις τελευταίες χρονολογικά δειγματικές χαράξεις της Μ. Κ. με ίδιου τόπου σημεία τρομωδών ή και σπασμωδικών χαράξεων και ίδιου τύπου μέτριας έντασης και σε ορισμένα σημεία "κολλώδης" γραφική πίεση.

Όπως διαπιστώνεται, κατά την ίδια πραγματογνώμονα, η ταύτιση της γραφής και υπογραφής της κρινόμενης διαθήκης με τις γνήσιες δειγματικές γραφές και υπογραφές της Μ. Κ. εντοπίζεται ιδίως ως προς τις πολυάριθμες εξατομικευτικές λεπτομέρειες της χάραξης, οι οποίες είναι αδύνατον να γίνουν αντιληπτές και να αναπαραχθούν σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια έκταση από ένα πλαστογράφο.

Δεδομένης δε της μεγάλης έκτασης της υπό κρίση διαθήκης αναμένεται σε περίπτωση πλαστογραφίας η διείσδυση και ο εντοπισμός "ξένων" γραφολογικών γνωρισμάτων, που ανήκουν στον γραφικό χαρακτήρα του πλαστογράφου και διασπούν τη μορφολογική ενότητα του εγγράφου, στοιχείο όμως που δεν διαπιστώθηκε στην υπό κρίση διαθήκη.

Επομένως, η ως άνω γραφολόγος, με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι αποκλείεται γραφολογικώς το ενδεχόμενο η υπό κρίση διαθήκη να αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η ειδική δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. - Σ., η οποία συνέταξε, κατ' εντολή των εναγομένων, την από 27-7-2011 συνοπτική έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως.

Ειδικότερα, η ανωτέρω γραφολόγος, κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής του κειμένου της επίδικης διαθήκης με τη δειγματική γραφή της Μ. Κ. διαπιστώνει ομοιότητες, ως προς τη γενική εμφάνιση, ως προς την ποιότητα χάραξης και βαθμό γραφικής ικανότητας, ως προς το ρυθμό, το βαθμό γραφικής ταχύτητας και αυθορμητισμού, ως προς τα μεσογραμματικά διαστήματα, ως προς το μέγεθος των γραμμάτων, τις διαστάσεις και τις αναλογίες αυτών, ως προς την κλίση των γραμμάτων, ως προς την ένταση και τις αρμονικές αυξομειώσεις της γραφικής πίεσης, ως προς τις λεπτομέρειες χάραξης, ως προς τους χρόνους ολοκλήρωσης των γραμμάτων, ως προς τον τρόπο σύνδεσης μερικών γραμμάτων μεταξύ τους, όπως π.χ. "λο", "ας" κ.λπ., ως προς τον τρόπο χάραξης της ημεροχρονολογίας, ως προς το τονικό σύστημα και τη μορφή του τονισμού, ως προς τη διάταξη του κειμένου, ως προς την οριζόντια πορεία των στίχων, ως προς την ιδιόρρυθμη χάραξη αρκετών γραμμάτων και αριθμών (όπως π.χ.

τα γράμματα α, δ, λ, ρ, μ, π, σ, τ). και ως προς τη δομή και τον τρόπο σχηματισμού όλων των γραμμάτων (όπως π.χ. τα γράμματα α, δ, ε, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, π, ρ, σ, τ, ω και τα αριθμητικά ψηφία 2, 3, 7, 0, 1, 8). Ακολούθως, η ίδια ως άνω δικαστική γραφολόγος, κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπογραφής της επίδικης διαθήκης με τις αντίστοιχες γνήσιες υπογραφές της Μ.

Κ. διαπιστώνει ομοιότητες, ως προς τη γενική εμφάνιση και τον τύπο των συγκρινόμενων υπογραφών, ως προς την ποιότητα χάραξης, λαμβάνοντας υπ' όψη την ηλικία και τα προβλήματα υγείας της, ως προς το ρυθμό, το βαθμό γραφικής ταχύτητας και τον αυθορμητισμό, ως προς το μέγεθος των γραμμάτων, τις διαστάσεις και τις αναλογίες αυτών, ως προς τον αριθμό των γραφικών κινήσεων, ως προς τον τρόπο σύνδεσης των γραμμάτων και των συμπλεγμάτων αυτών, ως προς την έκταση των συγκρινόμενων υπογραφών, ως προς την πυκνότητα των μεσογραμματικών διαστημάτων των συγκρινόμενων υπογραφών, ως προς την φυσιολογική ποικιλομορφία χάραξης, ως προς τη σταθερότητα των δομικών γνωρισμάτων, ως προς τη δομή, την εν γένει ανάπτυξη, την πλοκή και τον τρόπο σχηματισμού του εναρκτήριου συμπλέγματος και των γραμμάτων των συγκρινόμενων υπογραφών.

Με βάση τα ανωτέρω καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη, γράφτηκε και υπογράφτηκε από την Μ. Κ. και είναι γνήσια. Ομοίως, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διοριστείς ως τεχνικός σύμβουλος από την τρίτη εναγομένη Ε. θυγ. Γ. Σ. δικαστικός γραφολόγος Κ. Κ. στην 2-8-2019 γραφολογική του γνωμοδότησή του.

Ειδικότερα ο ως άνω πραγματογνώμονας κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής του κειμένου της επίδικης διαθήκης, και της υπογραφής, με τη δειγματική γραφή και υπογραφή της Μ. Κ. διαπίστωσε ομοιότητες στα εξατομικευτικά χαρακτηριστικά της γραφής που δεν αντιλαμβάνεται ο πλαστογράφος, καθώς διαφεύγουν

της προσοχής του, όπως ακούσιες αυτοματοποιημένες κινήσεις στην έναρξη του γράμματος "δ" μικρού, ο αγκιστροειδής σχηματισμός στην έναρξη του γράμματος "σ" μικρού, η πολυμορφία και το είδος του τονισμού, τα σημεία στίξης, το σημείο τονισμού στο ψηφίο 1 η πολυμορφία στην έναρξη του γράμματος "τ.," μικρού, η πολυμορφία του γράμματος "Σ" κεφαλαίου κατά το ενακτήριο τμήμα.

Τα ως άνω κοινά γραφολογικά ευρήματα δεν συνιστούν απλά μορφολογικά χαρακτηριστικά που μπορούν να τύχουν απομίμησης, αλλά συνιστούν αυτοματοποιημένες κινήσεις, χαρακτηριστικές του χαρακτικού - γραφικού εθισμού και αυτοματισμού της Μ. Κ., που εντάσσονται στις ασυνείδητες και ακούσιες κινήσεις της χειρός της κατά τη γραφή.

Επιπλέον η γραφή του κειμένου παρουσιάζει μορφολογική πολυμορφία και όχι στερεότυπη χάραξη που κατά κανόνα χαρακτηρίζει τις γραφές που αποτελούν προϊόν απομίμησης, ενώ επισημαίνεται ότι ο πλαστογράφος στην προσπάθειά του να απομιμηθεί συγκεκριμένη γραφή, χρησιμοποιεί ένα τύπο για κάθε γράμμα αυτόν που απομιμείται με μεγαλύτερη ευχέρεια και πιστότητα, τον οποίο απομιμείται αυστηρά, χωρίς παρεκκλίσεις από το μορφολογικό πρότυπο, καθώς στη νοοτροπία και τη μεθοδολογία του υπερτερεί η προσπάθεια της κατά το δυνατόν μεγαλύτερης μορφολογικής ομοιότητας εις βάρος όμως της φυσικότητας των χαράξεων, του αυθορμητισμού και της ποικιλομορφίας των σχηματισμών.

Εξάλλου ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι στη γραφή του κειμένου της διαθήκης εντοπίζονται χαράξεις συμβατές με γραφοπαθολογικά χαρακτηριστικά και φαινομενολογία γραφής υπερηλίκων, τα οποία από το ιστορικό, την ηλικία, τις σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις αλλά και το πλέον πλησιόχρονο δειγματικό υλικό γραφής της Μ.

Κ., καθίσταται προφανές ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά είναι όχι μόνο αναμενόμενα, αλλά και επιβεβλημένα να εντοπιστούν, εάν δε αυτά απουσίαζαν θα έπρεπε να παραπέμψουν στην εκτίμηση περί πλαστότητας. Περαιτέρω στο ίδιο το κείμενο της επίδικης διαθήκης υπάρχουν ευρήματα υψηλής αποδεικτικής αξίας που οδηγούν στην γνησιότητα του κειμένου της διαθήκης.

Ειδικότερα στο στίχο 15 του κειμένου της επίδικης διαθήκης απαντά δύο φορές η χάραξη του άρθρου "τα", ενώ στην 1η σελίδα αυτής, αναγράφεται ο τόπος, η ημερομηνία και η ώρα, οι ίδιες δε χαράξεις επαναλαμβάνονται και στο τέλος του κειμένου της διαθήκης. Οι ανωτέρω χαράξεις συνιστούν πλεονασμούς, στις οποίες αντιτίθεται η νοοτροπία του πλαστογράφου, ο οποίος με σπουδή και επιμέλεια προετοιμάζει και επιμελείται τη χάραξη του κάθε γράμματος, ενώ προκειμένου να μην υποπέσει σε χαρακτικά σφάλματα αποφεύγει τους πλεονασμούς.

Τέλος κατά τον ίδιο πραγματογνώμονα το κείμενο της επίδικης διαθήκης παρουσιάζει αφηγηματικό χαρακτήρα, με παραινέσεις και λεπτομέρειες, που σαφώς δεν ενδιαφέρουν ένα πλαστογράφο, ο οποίος προκειμένου να μην αφήσει προδοτικά στοιχεία της πράξεώς του εκφράζεται λακωνικά. Όσον αφορά την υπογραφή της Μ.

Κ. στην επίδικη διαθήκη, ο ίδιος πραγματογνώμονας διαπιστώνει σε σχέση με την αντιπαραβολή με τον υπογραφικό τύπο της Μ. Κ. ομοιότητες που συνίστανται στα εξής: ανάλογη χαρακτική σύλληψη (αποτυπώνονται με το αρχικό του ονόματος και του επωνύμου σε χαρακτικό σύμπλεγμα και ακολουθούν τα λοιπά γράμματα του επωνύμου), ανάλογο σκεπτικό σύνθεσης των επί μέρους τμημάτων, ανάλογη χάραξη καθολικής φορά κατά το ενακτήριο σύμπλεγμα, ανάλογος αγκιστροειδής σχηματισμός στην αριστερή ζώνη, ανάλογος οξύλυκτος σχηματισμός στην άνω ζώνη, ανάλογη κατακόρυφη χάραξη που συνιστά και το πρώτο τμήμα του γράμματος Κ κεφαλαίου, ανάλογος σχηματισμός βρόχου, ανάλογη αποληκτική χάραξη του γράμματος Η κεφαλαίου, ανάλογοι σχηματισμοί βρόχων στη δομή των γραμμάτων "α-τ-α", ανάλογη δομή γράμματος "γ" μικρού, σημείο τονισμού, χάραξη παύλας.

Επιπλέον στην εν λόγω υπογραφή απαντούν στάσεις του γραφικού μέσου στη σύνδεση των γραμμάτων "α-τ-α", οι οποίες δεν στερούν τη φυσικότητα και τον αυθορμητισμό από το υπογραφικό σύμπλεγμα και αιτιολογούνται στο πλαίσιο κόπωσης ή ψυχολογικής και συγκινησιακής φόρτισης της υπογράφουσας. Με βάση τα ανωτέρω, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη, γράφτηκε και υπογράφτηκε από την Μ.

Κ. και είναι γνήσια. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από την από 27-4-2011 έκθεση γραφολογικής διερεύνησης, την από 8-10-2012 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, την από 16-10-2012 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων επί της ως άνω γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και ιδίως τις από 8-5-2013 γραφολογικές παρατηρήσεις επί της από 15-4-2013 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ε.

Φ., των δικαστικών γραφολόγων Α. Σ. και Μ. Κ., τις οποίες συνέταξαν κατ' εντολή του τρίτου των εναγόντων. Ειδικότερα οι ανωτέρω γραφολόγοι στην ως άνω από 8-10-2012 έκθεσή τους, διαπιστώνουν οφθαλμοφανή αδικαιολόγητη έλλειψη δομικών γραφολογικών χαρακτηριστικών που εμφανίζονται στο σύνολο των εξετασθέντων δειγμάτων γνήσιας γραφής και γνήσιων υπογραφών της Μ.

Κ., ακόμα και σε σύγκριση με πλησιόχρονες με την υπό έλεγχο διαθήκη, γραφή και υπογραφή της. Ότι η επίδικη διαθήκη εμφανίζει στοιχεία απομίμησης κάποιων επιφανειακών μορφολογικών στοιχείων της γνήσιας γραφής και των γνήσιων υπογραφών της Μ. Κ., αλλά παντελή έλλειψη ομοιοτήτων στα ιδιάζοντα γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία χαρακτηρίζουν σαν "σφραγίδα" τη γνήσια γραφή και υπογραφή της.

Επίσης, στην εν λόγω διαθήκη εντοπίστηκαν ξένα γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία έχουν προέλθει από την φυσική γραφή προσώπου που επιχείρησε να μιμηθεί την γνήσια γραφή και την υπογραφή της Μ. Κ., ενώ εντοπίστηκε αδικαιολόγητη έλλειψη γραφικού και υπογραφικού αυτοματισμού και εθισμού της γνήσιας γραφής και υπογραφής της Μ.

Κ. δηλαδή της αυθόρμητης και επανειλημμένης εκδήλωσης ορισμένων ιδιαίτερων γνωρισμάτων και γραφικών ιδιωματισμών που ο πλαστογράφος δεν δύναται να μιμηθεί διότι λανθάνουν της προσοχής του. Ότι, σύμφωνα με τις ίδιες γραφολόγους, τα γράμματα "λ,σ,α,τ,η,ε,ρ,μ,π,ν" διαφέρουν από τα αντίστοιχα γράμματα της γνήσιας γραφής της Μ.

Κ.. Οι ανωτέρω παραδοχές κρίνονται αβάσιμες, για το λόγο ότι είναι γενικόλογες και αόριστες, επιπλέον καμία αναφορά δεν γίνεται από τις ανωτέρω γραφολόγους στην κατάσταση της υγείας της ως άνω διαθέτιδας, και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο γραφή της. Εξάλλου αβάσιμα κρίνονται και τα όσα αναφέρουν οι ως άνω γραφολόγοι στις από 8-5-2013 γραφολογικές παρατηρήσεις τους επί της από 15-4-2013 ως άνω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ε.

Φ., ότι δηλαδή, κατόπιν της προφορικής δηλώσεως του μηνυτή, Α. Σ., στην ως άνω διορισμένη από το Πταισματοδικείο πραγματογνώμονα, το συγκριτικό υλικό και Ιδίως τα απλά χειρόγραφα σημειώματα που προσκόμισαν οι εγκαλούμενες αποτελούνται από "κατασκευασμένα" δείγματα. Η ανωτέρω όμως πραγματογνώμονας, όπως προαναφέρθηκε, προέβη σε αναλυτικό γραφολογικό έλεγχο των εν λόγω δειγματικών χαράξεων και σε συγκριτική τους αντιπαραβολή με δειγματικές χαράξεις που γίνονται αποδεκτές ως γνήσιες από όλα τα διάδικα μέρη καθώς επίσης και με τις γραμματικού τύπου γνήσιες - δειγματικές υπογραφές της διαθέτιδας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύνολο δειγματικών γραφών και υπογραφών της Μ.

Κ. κρίνεται πρόσφορο για περαιτέρω συγκριτικό γραφολογικό έλεγχο, καθώς είναι και ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο. Επιπλέον η ίδια πραγματογνώμονας, περιέλαβε στα συγκριτικά έγγραφα, με το στοιχείο Α5, τις τέσσερις υπογραφές της Μ. Κ. επί της φορολογικής δήλωσης του οικονομικού έτους 2010 και συνεκτίμησε στο πλαίσιο της γραφολογικής της πραγματογνωμοσύνης, την από 28-6-2010 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Σ.

Σ., το από 8-4-2009 ιστορικό νοσηλείας της Μ. Κ. στο …, την από 1-7-2010 αναγγελία εισαγωγής ασθενούς και την από 9-7-2010 ιστολογική εξέταση της θανούσας στην ιδιωτική κλινική "…", που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης. Εξάλλου η δικαστική γραφολόγος Β.

Σ. στην από 23-4-2014 έκθεση γραφολογική γνωμοδότηση, την οποία συνέταξε κατ' εντολή των εναγόντων, διαπιστώνει ότι τα γράμματα, α, ω, δ, μ, ν, γ, ρ, τ, η, ε, π, σ, κ, λ, ν, χ, θ, ξ, β, ς, Δ, Α, Σ, Κ, Μ, Ε, Η και οι αριθμοί 2, 3, 1, 7 και 0 του κειμένου της επίδικης διαθήκης διαφέρουν από τα αντίστοιχα γράμματα και τους αντίστοιχους αριθμούς της γνήσιας γραφής της Μ.

Κ., ότι η γραφή της επίδικης διαθήκης δεν εκδηλώνεται με τον προοδευτικό ρυθμό χάραξης και τον τρόπο παραγωγής των γραμμάτων της γνήσιας γραφής των γραμμάτων, δεν φέρει τα στοιχεία της γραφικής της ικανότητας, αλλά εμφανίζει στοιχεία άγνωστης χάραξης, ενώ κάποιες φαινομενικές ομοιότητες γραμμάτων είναι αποτέλεσμα της απομίμησης ορισμένων γραμμάτων της γνήσιας γραφής της Μ.

Κ., δεν έχουν τις ιδιαιτερότητες του γραφικού της χαρακτήρα και οι διαφορές είναι πραγματικές, δομικές και ποιοτικές διαφορές. Ότι η υπογραφή της διαθέτιδας στην επίδικη διαθήκη δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της γραφικής ικανότητας της ηλικιωμένης Μ. Κ., δεν ταυτίζεται με τη γραφική ικανότητα των γνησίων υπογραφών της ίδιας αλλά φέρει στοιχεία μη φυσιολογικής χάραξης με στοιχεία διατακτικής γραφικής κίνησης, αναχαίτισης και στάσης της γραφίδας και σύμφωνα με τα αντικειμενικά ευρήματα προκύπτει ότι έχει χαρακτεί από άγνωστο πρόσωπο μετά από ανεπιτυχή απομίμηση του τύπου των γνησίων υπογραφών και με πεποιημένη και ελεγχόμενη χάραξη.

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις, κρίνονται αβάσιμες για το λόγο ότι είναι αναιτιολόγητες και αόριστες, επιπλέον ομοίως δεν γίνεται καμία αναφορά από την ανωτέρω γραφολόγο στην κατάσταση της υγείας της ως άνω διαθέτιδας, και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο γραφή της. Εξάλλου για τον ίδιο λόγο κρίνονται αβάσιμα και τα όσα αναφέρει η ως άνω γραφολόγος στις από 24-4-2014 και από 8-11-2019 εκθέσεις αξιολόγησης επί των από 15-4-2013 και 2-8-2019 εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των προαναφερθέντων γραφολόγων Ε.

Φ. και Κ. Κ. Τέλος η δικαστική γραφολόγος Μ. - Μ. Κ., η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 3070/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στην από 5-4-2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της, αποφαίνεται ότι τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή στην επίδικη διαθήκη δεν είναι γνήσιες, αλλά προϊόν ανεπιτυχούς ζωγραφικής απομιμήσεως συγκεκριμένων γραμματικών τύπων της γνήσιας γραφής και υπογραφής της Μ.

Κ.. Ειδικότερα η ανωτέρω γραφολόγος διαπιστώνει ότι η υπό έλεγχο γραφή διαμορφώνεται με γράμματα τα οποία χαράσσονται με αντιφατικής μορφής στρογγύλη, πεπλατυσμένη και επιμήκη σύνθεση, συσταλτική και αντιστοίχως πεπλατυσμένη χαρακτική τάση και με εναλλασσόμενη απόκλιση των αξόνων που διέρχονται των γραμμών τους καταλαμβάνοντας και τις τρεις ζώνες με ενισχυμένη τη μεσαία ζώνη αυτών, αλλά με σχηματισμούς που επαναλαμβάνονται με ομοιότυπο ακριβώς τρόπο δομής και διαστάσεων, χωρίς τη στοιχειώδη παραλλαγή που παρατηρείται ακόμη και σε τυπικής - τυπογραφικού τύπου - δομή, καταδεικνύοντας, έτσι πλήρη απουσία αυθορμητισμού, γραφικής πρωτοβουλίας και φυσικής χάραξης.

Ότι η υπό έλεγχο υπογραφή στην επίδικη διαθήκη εκκινεί από την άνω ζώνη του γραφικού χώρου, κατέρχεται επί της μεσαίας ζώνης αυτού με έκταση προς τα αριστερά, διαγράφει ένα ενισχυμένο αγκιστροειδή σχηματισμό και στη συνέχεια διαμορφώνει ένα ανίσων διαστάσεων συνδυασμό γραμμών, ολοκληρώνοντας, σε δύο γραφικούς χρόνους το ενακτήριο σύμπλεγμα των Μ+Κ, στη συνέχεια οι κεραίες του Κ και στον αυτό γραφικό χρόνο το λοιπό μέρος του σώματος αυτής με στάσεις της σχηματικής γραμμής τρεμώδη σημεία, βραδεία χάραξη και μη οργανικές συνδέσεις των επιμέρους γραμμών τους στα αντίστοιχα σημεία που φαίνεται η σύνδεση αυτών, ενώ στις γνήσιες υπογραφές της Μ.

Κ. χαράσσονται με μακροσκοπική φυσιογνωμική ομοιότητα προς τη μορφή της υπό έλεγχο υπογραφής με διάφορη όμως γραφική σύνδεση, δεξιότητα, ρυθμό, γραφική ευελιξία, συνεχή σύνδεση των γραφικών τους κινήσεων στα σημεία σύνδεσης των γραμμάτων τους, μέσω των σχηματιζομένων θηλιών αυτών και με πλήρη απουσία σημείων ή ενδείξεων που να σηματοδοτούν διστακτικότητα, βραδύτητα ή διάσπαση της γραφικής τους συνέχειας.

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις της ανωτέρω γραφολόγου κρίνονται επισφαλείς για τους ακόλουθους λόγους: α) η ανωτέρω πραγματογνώμονας εξαίρεσε κατά τον έλεγχο της επίδικης διαθήκης, έγγραφα με δειγματική γραφή της Μ. Κ. (έγγραφα κατηγορίας Β, όπως τα κατονομάζει) για το λόγο ότι παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις και δεν περιέχουν γνησία γραφή της Μ.

Κ., τα οποία είναι πλησιόχρονα προς την επίδικη διαθήκη και τα οποία δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους ότι δεν φέρουν την γραφή της Μ. Κ.. β) Διαπιστώνει εσφαλμένα ότι η γραφή στην επίδικη διαθήκη αποτυπώνεται χωρίς παραλλαγές μεταξύ των γραμματικών σχηματισμών με ομοιότυπο τρόπο δομής και διαστάσεων, γεγονός, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

γ) Διαπιστώνει ότι οι στάσεις του γραφικού μέσου που εντοπίζονται στην υπογραφή της επίδικης διαθήκης είναι ενδείξεις ύποπτης χάραξης, ενώ τέτοιες στάσεις εντοπίζονται και στις γνήσιες υπογραφές της Μ. Κ.. δ) Ενώ δέχεται στο σκεπτικό της πραγματογνωμοσύνης της ότι η γραφή ενός ατόμου εξαρτάται και είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την πνευματική, ψυχική και σωματική του κατάσταση, δεν κάνει καμία αναφορά για την κατάσταση της υγείας της Μ.

Κ. στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη της, καίτοι μεταξύ των εγγράφων που έλαβε υπόψη της περιλαμβάνονται και ιατρικά πιστοποιητικά για την κατάσταση της υγείας της τελευταίας. Επισημαίνεται, ότι το Δικαστήριο αποδέχεται τις κρίσεις περί γνησιότητας της επίδικης διαθήκης των ως άνω γραφολόγων, Ε. Φ., Χ. Τ.

και Κ. Κ., και για το λόγο ότι οι κρίσεις τους, περί γνησιότητας της επίδικης διαθήκης είναι ταυτόσημες ως προς τις αιτιολογίες τους, εν αντιθέσει προς τις κρίσεις των γραφολόγων Α. Σ. και Μ. Κ., Β. Σ., και Μ. - Μ. Κ., οι οποίες, αν και συμπίπτουν ως προς το συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη είναι πλαστή, διαφέρουν ως προς τις ανωτέρω επιμέρους κρίσιμες διαπιστώσεις.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι πλαστή, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, Μ. Ρ., προσωπικής φίλης της ως άνω αποβιώσασας, η οποία κατέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα, μεταξύ άλλων, ότι τον τελευταίο καιρό η κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας, δεν ήταν καθόλου καλή, ότι είχε υποστεί ένα εγκεφαλικό και αρχές καλοκαιριού, λίγο πριν πεθάνει, είχε κάνει μια επέμβαση στο στήθος, με συνέπεια να αλλάξει η συμπεριφορά της, να καταρρεύσει ψυχολογικά και να πάθει κατάθλιψη, ότι η τρίτη των εναγομένων ήταν η αγαπημένη της ανιψιά, την οποία αποκαλούσε και Ε.

Η κατάθεση δε, της μάρτυρος των εναγόντων, Μ. Σ., συζύγου του τρίτου των εναγόντων, δεν κρίνεται αξιόπιστη, για το λόγο ότι δεν μπόρεσε να δώσει πειστική εξήγηση για ποιο λόγο, ενώ ο σύζυγος της ως άνω διαθέτιδας, πρώτος εναγόμενος, ενώ αμφέβαλλε για την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης, προέβη στη δημοσίευση αυτής.

Επιπλέον, η γνησιότητα της επίδικης διαθήκης ενισχύεται και: α) από το ακόλουθο απόσπασμα της από 1 Ιουνίου 2011 έγγραφης επιστολής του Γ. Σ., αδελφού της Μ. Κ., "....Νομίζω ότι η διαθήκη είναι γραμμένη από τη Μ.", και από το ακόλουθο απόσπασμα της από 22 Οκτωβρίου 2012 έγγραφης επιστολής του Λ. Σ., αδελφού της Μ. Κ. "....Όταν μου ανέφεραν ότι δεν άφηνε τίποτα στον μεγάλο μου αδελφό Γ.

και σε εμένα, τους απάντησα ότι η διαθήκη είναι σοφή, η αδελφή μας ήξερε ότι ο αδελφός μου ο Γ., όπως και εγώ προσωπικά, δεν είχαμε καμία οικονομική ανάγκη, ούτε εμείς, ούτε και τα παιδιά μας... Πράγματι, τότε είπα, δεν χρειάζεται ούτε τα γυαλιά μου να βάλω, αναγνωρίζω τα γράμματα της αδελφής μου...... Ο πρώτος εναγόμενος δε στην από 8-10-2013 κατάθεσή του που έδωσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από την τρίτη και τέταρτη των εναγομένων σε βάρος των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας, καταθέτει μεταξύ άλλων "...Εδώ θέλω να επισημάνω γιατί η σύζυγός μου υπερτίμησε με τη διαθήκη της την αδελφή της Ι.

και την οικογένειά της, θυγατέρες της, Ε. και Β. Σ. Αυτό έγινε γιατί η Ι. είχε συνεχή και ισχυρό ψυχικό σύνδεσμο και μόνο σ' αυτή χρωστούσε (και ουδέν σε άλλον αδελφό της) την ηθική υποχρέωση για τη γηροκόμηση της μητέρας της, κατάκοιτης επί πολλά έτη. Επίσης ηθικώς φερόμενη η σύζυγός μου πάντα αναγνώριζε τη συμπαράσταση της Ι.

και των θυγατέρων της, αφού στην περιπέτεια της υγείας της συζύγου μου το έτος 2009, μας φιλοξένησε για κάποιο διάστημα στην οικία της, αλλά και σε αντίστοιχη ασθένεια της συζύγου μου το έτος 2010...". Όσον αφορά δε την προαναφερθείσα από 12.10.2012 μήνυση του τρίτου ενάγοντος σε βάρος των τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη ενώπιον Δικαστηρίου για ποσό που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, εκδόθηκε η Δ86/2013 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και κατόπιν ασκήσεως προσφυγής από τον εγκαλούντα, η 2/2014 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.

Περαιτέρω όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της ως άνω διαθέτιδας, πριν τον θάνατό της αποδείχτηκαν τα ακόλουθα. Το προηγούμενο του θανάτου της, έτος η Μ. Κ. νοσηλεύτηκε στο …, από τις 27 Μαρτίου 2009 έως τις 8 Απριλίου 2009 με τις ακόλουθες διαγνώσεις: 1) ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα στα όρια του αριστερού ινιακού με την οπίσθια έξω επιφάνεια του αριστερού κροταφικού λοβού, 2) νόσος μικρών αγγείων, 3) Α.Υ.

και 4) δυσλιπιδαιμία και 39 ημέρες πριν από το θάνατο της, νοσηλεύτηκε για μία ημέρα, από τις 1 έως τις 2 Ιουλίου 2010, στην ιδιωτική κλινική …, όπου, αφού υποβλήθηκε σε νάρκωση για μικρή επέμβαση, της έγινε αφαίρεση ογκιδίου αριστερού μαστού, στο οποίο, κατόπιν ιστολογικής εξέτασης, δεν διαπιστώθηκαν στοιχεία κακοήθειας.

Στην πλέον πρόσφατη χρονικά: (14.12.2009) από τις μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου, στις οποίες υποβλήθηκε η Μ. Κ. μετά το παραπάνω αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, διαπιστώθηκε πλήρης απορρόφηση λεπτών υποσκληριδίων αιματωμάτων στην κυρτότητα του αριστερού ημισφαιρίου και του αριστερού παρεγκεφαλιδικού ημισφαιρίου συγκριτικά με την προηγούμενη, από 6.5.2009, εξέταση και ήπιες αλλοιώσεις ισχαιμικής μικροαγγειοπάθειας αμετάβλητες συγκριτικά με την προηγούμενη εξέταση.

Το παραπάνω ιατρικό ιστορικό της Μ. Κ. συμπληρώνεται με 1-2 επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής, τα οποία εμφάνισε σε χρόνο που δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η κατάσταση της υγείας της Μ. Κ. συνεπεία των ασθενειών της (εγκεφαλικό επεισόδιο σε συνδυασμό με την ηλικία της (83 ετών) είχαν επηρεάσει, τις δραστηριότητές της, σύμφωνα δε με την από 1-9-2016 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Δ.

Μ., δεν επιτρέπονταν να οδηγεί αυτοκίνητο. Δεν αποδείχτηκε ότι η ως άνω Μ. Κ. προ του θανάτου της είχε βεβαιωθεί ιατρικά ότι έπασχε από καρκίνο αλλά αυτό ήταν στο στάδιο της ιατρική διερεύνησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η υγεία της Μ. Κ. τον τελευταίο καιρό πριν από το θάνατο της δεν ήταν καθόλου καλή, ότι είχε υποστεί ένα εγκεφαλικό και ότι στις αρχές καλοκαιριού, λίγο πριν πεθάνει, είχε κάνει επέμβαση στο στήθος της, δεν έσφαλε.

Επίσης ομοίως πρέπει να απορριφτεί και ο σχετικός λόγος έφεσης, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η Μ. Κ. έπασχε από καρκίνο μαστού, για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν περιέλαβε τέτοια κρίση. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχτηκε ότι η επίδικη, από 23-7-2010 διαθήκη είναι πλαστή.

Έπρεπε συνεπώς να απορριφτεί η υπό κρίση αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, έστω και με λιγότερες αιτιολογίες, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες - εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή του, κρίνονται αβάσιμα.

Επομένως, αφού συμπληρωθούν οι αποδείξεις, κατά το άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφτεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η υπό κρίση έφεση ως προς το κεφάλαιο αυτό". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκε πλήρως η εγκυρότητα της από 23-7-2010 ιδιόγραφης διαθήκης, της αποβιώσασας στις 9-8-2010 Μ.

συζ. Κ. Κ.. Οι αναιρεσείοντες με τους δύο λόγους αναίρεσης τους μέμφονται την προσβαλλόμενη για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1721 Α.Κ., 460 επ. Κ.Πολ.Δ. και 216 και 217 Π.Κ.. Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι καθ' όσον αφορά την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 460 Κ.Πολ.Δ., γιατί οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου που δεν προσβάλλονται με τον από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Περαιτέρω κατά τα λοιπά οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι, εκτός της αριθμητικής αναφοράς των παραπάνω διατάξεων, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Επιπλέον, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ενώ καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, δεν αναφέρεται το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται στην απόφαση.

Σε κάθε δε περίπτωση, κρίνοντας όπως πιο πάνω έχει εκτεθεί, το Εφετείο δεν έσφαλε α) ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1721 Α.Κ., οι οποίες επιτάσσουν για την εγκυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν και από την χρονολογία να προκύπτει η ημέρα ο μήνας και το έτος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι συνέτρεχαν όλοι οι όροι για την εγκυρότητα της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης και συγκεκριμένα ότι αυτή είχε γραφεί ολόκληρη με το χέρι της ως άνω διαθέτιδος, χρονολογηθεί και υπογραφεί απ' αυτήν, ενώ είχε λάβει χώρα πλαστογραφία αυτής.

Και β) ως προς την μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 και 217 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Επομένως, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του νομικού συλλογισμού, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1721 Α.Κ.

και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 216 και 217 Π.Κ. Εξάλλου το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των όρων που απαιτούνται κατά νόμο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της εν λόγω διαθήκης.

Ειδικότερα, δεν αποτελούν αναγκαία περιστατικά, για τη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων οι επικαλούμενες ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την επιλογή της διαθέτιδος α) της σύνταξης ιδιόγραφης διαθήκης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, β) του χρόνου που τη συνέταξε, γ) της αιτίας σύνταξης αυτής, δ) των προσώπων που ενημερώθηκαν για τη σύνταξή της, και ε) του λόγου που τα πρόσωπα αυτά δεν ενημέρωσαν τους αναιρεσείοντες για την ύπαρξη της διαθήκης ούτε αμέσως μετά την ανεύρευσή της και τις λεπτομέρειες κάτω από τις οποίες ανευρέθη.

Ούτε επίσης ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της απόφασης να αιτιολογούνται τα προβληθέντα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν κλήθηκε να μεταβεί στην οικία του πρώτου εναγομένου αναιρεσίβλητου αλλά μετέβη κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, ότι ο τύπος του χαρτιού που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, δεν χρησιμοποιείτο ούτε από τη διαθέτιδα ούτε από τον σύζυγό της ούτε υπήρχε στην οικία τους και ότι το ύφος και το περιεχόμενο της διαθήκης δεν ταιριάζει στη θανούσα γιατί δεν περιέχει ύμνους για το σύζυγό της, καθόσον αυτά δεν αποτελούν ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων με αυτοτελή ύπαρξη, αλλά επιχειρήματα προς στήριξη των κατά την κρίση τους αποδεικτέων.

Τέλος, απαράδεκτος είναι και ως προς σκέλος του, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., η οποία ορίστηκε από το Δικαστήριο, την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν ότι έχει και ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση αυτής οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο εδέχθη το Εφετείο, ως προς την πλαστότητα της επίδικης διαθήκης, κρίση η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά, καθόσον το Εφετείο ανελέγκτως εξετίμησε ελεύθερα το παραπάνω αποδεικτικό μέσο και του απέδωσε την αποδεικτική αξία που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη έχει.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 16-6-2020 αίτηση για αναίρεση της 1350/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους Κων/νο Κ., Β. Σ. και Ε. Σ. και, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 16-6-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΧΩΡΙΖΕΙ την υπόθεση ως προς την απολιπόμενη αναιρεσίβλητη Ε. Σ. του Γ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2020 αίτησης των αναιρεσειόντων Ά. Σ. του Μ. κλπ μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. του Γ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-6-2020 αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της 1350/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ