Supreme Court dismisses appeal where new defense arguments were not raised in the appellate court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Larissa Court of Appeal's judgment awarding damages to private parties for unlawful property seizure. The appellants argued the seizure was not unlawful and that the claimants' conduct was abusive, but the Court found these arguments inadmissible. Since these defenses were not raised in the appellate proceedings, the Court held they could not be introduced for the first time in the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on grounds that were properly raised in the lower instance or the appellate court, and new substantive defenses not previously presented are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1226 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1226/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. Φ., κατοίκου … Λάρισας, 2) Β. Κ. Φ., 3) Δ. Φ. Κ., 4) Α. Κ. Θ., κατοίκων ... Αττικής, 5) Α. Χ. Ζ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Κ. Κ. Θ., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της α) Φ.-Μ. Κ. Κ., β) Α.-Χ. Κ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Φλωράτο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.12.2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.12.2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 24.11.2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 100/2015 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο Λάρισας, αφού δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ.136/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και την εξαφάνισε, δίκασε την από 10.12.2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος περί αποζημίωσής τους λόγω παράνομης και υπαίτιας κατάληψης ακινήτου της συγκυριότητάς τους, συνισταμένης στην απώλεια των μισθωμάτων αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι και 23.05.2004, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπρατταν από την εκμίσθωσή του σε τρίτους, την έκανε εν μέρει δεκτή, υπολόγισε την αποζημίωση συνολικά στο ποσό των 29.000€, αντί του ποσού των 78.300€, που είχε υπολογίσει το πρωτόδικο δικαστήριο και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ποσό ανάλογο με το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομέας αλλοτρίου πράγματος, αν ήταν κακόπιστος, κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής.
Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής. Ωφελήματα δε είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρ. 962 ΑΚ).
Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ’ άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 822/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 ΑΚ). Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα.
Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.
Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος δε της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός από την υπαιτιότητα και την παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η αποζημίωση δε που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 2201/2013, ΑΠ 1899/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 495/2013). Έτσι ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 11/2011, ΑΠ 486/2012, ΑΠ 568/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Η έλλειψη δε μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης «ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Ως αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις δε που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με την υποχρέωση του αναιρεσείοντος για την αποζημίωση των αναιρεσίβλητων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας κατάληψης εκ μέρους του ακινήτου της συνιδιοκτησίας τους, τα ακόλουθα:
«| Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου μιας έκτασης εμβαδού 8060 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λάρισας και ειδικότερα μεταξύ του αναχώματος του ποταμού Πηνειού και της εθνικής οδού Λάρισας-Θεσσαλονίκης. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 23.05.2004 το εναγόμενο, γνωρίζοντας ότι δεν έχει δικαίωμα επί του ως άνω ακινήτου, νεμόταν αυτό, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων παράνομα και υπαίτια και οφείλει ως εκ τούτου αποζημίωση χρήσης σε αυτούς, ίση με τα διαφυγόντα κέρδη, που θα είχαν οι ενάγοντες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω χρήση.
Περαιτέρω, όπως προέκυψε, το ένδικο ακίνητο βρίσκεται στην έξοδο της πόλης της Λάρισας προς τη Θεσσαλονίκη με πρόσοψη στην εθνική οδό σε μήκος 97,11 μ, καταλαμβάνει κατά πλάτος όλη την απόσταση από την εθνική οδό μέχρι το ανάχωμα του Πηνειού ποταμού. Η περιοχή του ενδίκου ακινήτου παρουσίαζε από το 1984, οπότε το εναγόμενο εγκατέστησε εκεί την 3η ΔΕΚΕ Λάρισας μέχρι και το επίδικο χρονικό διάστημα (01.01.2002 έως 23.05.2004) αυξημένη εμπορική κίνηση, καθόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα είχαν εγκατασταθεί εκεί διάφορες εμπορικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, σε όμορο με το ένδικο ακίνητο στεγαζόταν η επιχείρηση εμπορίας επίπλων ..., απέναντι από αυτό βρισκόταν η επιχείρηση ελαστικών ... και πλησίον αυτού η εταιρεία προϊόντων γάλακτος ..., καθώς και οι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων ... και ... . Με την 95/1997 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου η μηνιαία μισθωτική αξία αυτού καθορίστηκε για τα έτη 1997 έως και 2001 στο ποσό των 200.000 δραχμών ή 586,94€, ενώ το εν λόγω δικαστήριο δέχτηκε ότι η μισθωτική αξία του ακινήτου κατά το έτος 2007 ανερχόταν σε 1.000.000 δραχμές ή 3.000€.
Ενόψει των ως άνω στοιχείων η μέση μηνιαία μισθωτική αξία του ενδίκου ακινήτου, όπως αυτή προκύπτει από το εμβαδόν του, τη θέση στην οποία βρίσκεται, καθώς και τη χρήση για την οποία προορίζεται, ανέρχεται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 1.000€ και συνολικά για 29 μήνες στο ποσό των 29.000€ (29 x 1.000).
Έτσι οι ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, απώλεσαν τα εξής εισοδήματα (σημ. ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου): Η πρώτη ενάγουσα 5.800€, η δεύτερη ενάγουσα ατομικά 1.450€ και για το ανήλικο τέκνο της 4.350€ και καθένας από τους λοιπούς ενάγοντες 2.900 €|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και την εξαφάνισε, δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος, την ένδικη αγωγή, των ήδη αναιρεσιβλήτων, υπολόγισε την αποζημίωση συνολικά για το όλο ακίνητο στο ποσό των 29.000€, (αντί του ποσού των 78.300€, που είχε υπολογίσει το πρωτόδικο δικαστήριο) και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους από το ποσό αυτό ποσό ανάλογο με το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 1099 ΑΚ, οι οποίες και μόνον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και το αγωγικό αίτημα, ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, αφού με αυτή ζητείτο αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, που οι ενάγοντες απώλεσαν, λόγω της παράνομης και υπαίτιας κατάληψης του επιδίκου ακινήτου από το εναγόμενο και όχι τα ωφελήματα, ήτοι τη σχετική δαπάνη που εξοικονόμησε το τελευταίο για τα μισθώματα, που θα κατέβαλε για τη μίσθωση άλλου όμοιου ακινήτου, οπότε εφαρμογή θα είχαν οι διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ.
Περαιτέρω, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, υπήγαγε στις ως άνω διατάξεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να καταλήξει τελικά στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκθέτοντας ειδικότερα, την ιδιότητα των εναγόντων ως συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, την παράνομη και υπαίτια κατάληψη αυτού από το εναγόμενο, από το έτος 1984, οπότε εγκατέστησε εκεί την 3η ΔΕΚΕ Λάρισας, μέχρι και το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι και 23.05.2004 και την οφειλόμενη από την αιτία αυτή αποζημίωσή τους, συνιστάμενη στην απώλεια των μισθωμάτων αυτού, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπρατταν από την εκμίσθωσή του σε τρίτους (διαφυγόντα κέρδη), την οποία υπολόγισε συνολικά στο ποσό των 29.000€ και επιδίκασε σε καθένα ανάλογο ποσό προς το ποσοστό συγκυριότητας του καθενός.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που εφάρμοσε και δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος, δεδομένου αφενός ότι οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το αποδεικτικό της πόρισμα, όπως στην προκείμενη περίπτωση και αφετέρου το δικαστήριο μόνον τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκθέτει στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι η κατάληψη του ακινήτου από το αναιρεσείον δεν ήταν παράνομη και υπαίτια και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάληψης και της ζημίας, είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
[V] Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης.
Δεν είναι «πράγματα», όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009). Στην περίπτωση δε που πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης θα πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ότι προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 367/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του τους με τις πρωτόδικες προτάσεις του προβαλλόμενους ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα ότι η κατάληψη του ακινήτου αυτού δεν ήταν παράνομη και υπαίτια και δεν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της επικαλούμενης ζημίας των αναιρεσίβλητων, σε κάθε δε περίπτωση ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτών ήταν καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κατά το σκέλος του, ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν παράνομη και υπαίτια και ότι δεν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της ζημίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται περί «πράγματος», ήτοι περί αυτοτελούς ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά περί αρνητικού ισχυρισμού της αγωγής, με τον οποίο στην πραγματικότητα πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το σκέλος του δε ότι η συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων ήταν καταχρηστική είναι ομοίως απαράδεκτος, διότι προβλήθηκε αορίστως, αφού το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, εάν ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός του, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επαναφέρθηκε στο εφετείο από αυτό, που είχε απωλέσει την πρωτόδικη δίκη, με λόγο έφεσής του.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι το αναιρεσείον με την έφεσή του δεν επανέφερε τον απορριφθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του στο εφετείο, αφού δεν παραπονέθηκε με την έφεσή του για την απόρριψη του και συνεπώς το εφετείο ορθώς δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αυτό και ο άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
[VI] Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Το αναιρεσείον πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ.1 και 3 Ν. 3693/57, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 100/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να είναι
τοποθετημένα στο Δικαστήριο
τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ