Supreme Court dismisses appeal on public road status, rejecting claims of procedural error and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the public nature of a specific road. The appellant argued for procedural violations and insufficient reasoning, but the court found the lower court's justification clear and consistent with the law. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged procedural errors or insufficient reasoning is inadmissible when the lower court's decision contains complete, clear, and non-contradictory justifications that adequately address the substantive issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1226 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Δ. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Βαρδάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Σ., 2Ε.-Μ. Α. του Α.-Α., 3.Σ. Γ. του Δ., 4Μ. συζ. Σ. Β., 5.Ν. Χ. Κ., 6Χ. συζ. Ν.Κ., 7Θ. Μ. του Κ., 8.Β. Α., 9Μ. Α., 10Μ. Μ., 11.Α. Δ., κατοίκων ..., 12.Ε. συζ. Π. Μ., κατοίκου .... Η 1η και 4η παραστάθηκαν μετά, η 2η, 3η,7ος έως και 11ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπασπύρου, ο 5ος και η 6η δεν παραστάθηκαν, η 12η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Βλάχο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 874/2005 μη οριστική,617/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου,1307/2015 μη οριστική και 3461/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη.
Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.
Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη ως κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000).
Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.
ΑΠ 1/1996 ΑΠ 1073/2015).
2. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ... και .../….
εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους δεύτερη, πέμπτο και έκτη αναιρεσίβλητους αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔικ. Η κατάθεση προτάσεων από τους Κ. Ζ. και Π. Σ. και η επικαλούμενη υπεισέλευσή τους στη δικονομική θέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως ειδικών διαδόχων της λόγω της μεταβίβασης σ' αυτούς της οριζόντιας ιδιοκτησίας της είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη. 2) Με την από 21-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 3461/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσία η από 14-7-2010 έφεση των πρώτης έως και έως ενδέκατης αναιρεσιβλήτων και η από 30-6-2010 έφεση της δωδέκατης αναιρεσίβλητης κατά της 617/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (με την οποία έγινε δεκτή ως προς τους 1ο έως 11ο αναιρεσίβλητους η από 11-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος και απορρίφθηκε η πρόσθετη υπέρ των εναγομένων πρόσθετη παρέμβαση της 12ης αναιρεσίβλητης) εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1,569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 26/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).3.Στο άρθρο 20 του ν.δ/τος της 17ης.7/16ης.8.1923, του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 411 Κ.Β.Π.Ν., ορίζονται τα ακόλουθα : "1.
Δεν επιτρέπεται οιαδήποτε μεταβίβασις της κυριότητος μέρους ή του όλου γηπέδου, εφ' ού ο ιδιοκτήτης εσχημάτισεν ή ανεγνώρισεν σχηματισθέντος τυχόν άνευ της θελήσεώς του κοινοχρήστους χώρους (ιδιωτικός οδούς και πλατείας κ.τ.τ.) ή δεν εσχημάτισεν ουδ' ανεγνώρισεν μεν τοιούτους, αλλ' επιδιώκει το σχηματισμόν ή την αναγνώρισίν των διά της τοιαύτης μεταβιβάσεως.
Εν τη εννοία του σχηματισμού κοινοχρήστων χώρων περιλαμβάνεται ο καθ' οιονδήποτε τρόπον ιδιωτική πρωτοβουλία ή συμφωνία γινόμενος περιορισμός ή παραίτησις δικαιωμάτων επί των ειρημένων γηπέδων επί τω τέλει αμέσου ή εμμέσου σχηματισμού των εν λόγω χώρων. Πάσα μεταβίβασις της κυριότητος γινομένη παρά τας ανωτέρω διατάξεις, είναι αυτοδικαίως άκυρος.
Η περί ακυρότητος διάταξις αύτη ισχύει και αν ακόμη δεν εγένετο εν επισήμω τινί πράξει σαφής μνεία περί του σχηματισμού των ειρημένων κοινοχρήστων χώρων αλλ' εμμέσως προκύπτει εκ των γενομένων μεταβιβάσεων ότι αύται εγένοντο επί τω τέλει του τοιούτου σχηματισμού και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας. 2.
Διά τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κ.τ.τ. γήπεδα επιτρέπεται, εις ωρισμένας προϋποθέσεις και όρους, η παρέκκλισις από των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου μέχρις οιουδήποτε βαθμού. Τα της παρεκκλίσεως και των προϋποθέσεων και όρων αυτής κανονίζονται δια β.δ/των, εκδιδομένων ...
εφ' άπαξ δι' εκάστην πόλιν, κώμην κ.λπ. ή δι' έκαστον αυτών τμήμα ή και δΓ εκάστην ειδικήν περίπτωσιν. 3. Αι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 δεν ισχύουσι προκειμένου περί καλλιεργούμενων γηπέδων, κειμένων εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ., εφ' ών σχηματίζονται ιδιωτικαί οδοί προς μεταφοράν των προϊόντων, εφ' όσον εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ο σχηματισμός αυτών την μεταφοράν ταύτην μόνον σκοπεί, ουχί δε την εφαρμογήν ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και την βάσει τούτου κατάτμησιν των γηπέδων εις μικρά τμήματα.
Επίσης δεν ισχύουσιν αι διατάξεις της αυτής παρ. 1: α) διά πάσαν περαιτέρω μεταβίβασιν της κυριότητος γηπέδων, ων μετεβιβάσθη ήδη αύτη παρά τας διατάξεις της εν λόγω παραγράφου προ της ισχύος του παρόντος άρθρου, εφ' όσον δεν επέρχεται αύξησις της επιφανείας των προ της ισχύος του άρθρου τούτου σχηματισθέντων ιδιωτική πρωτοβουλία κοινοχρήστων χώρων, και β) ως προς τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων κ.λπ.
γήπεδα, εφ' ων εσχηματίσθησαν ιδιωτική πρωτοβουλία, προ της ισχύος του παρόντος άρθρου, κοινόχρηστοι χώροι (ιδιωτικαί οδοί κ.λπ.), εφ' όσον η κυριότης τμημάτων των εν λόγω γηπέδων μετεβιβάσθη ήδη προ της ισχύος του άρθρου τούτου, μετά δε την ισχύν αυτού ουδεμία αύξησις των αρχικώς σχηματισθέντων κοινόχρηστων χώρων έλαβε χώραν. 4.
Αρμόδιος όπως αποφανθή διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν η μεταβίβασις της κυριότητος επί γηπέδων εγένετο επί τω σκοπώ σχηματισμού επ' αυτών κοινοχρήστων χώρων και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή προς απλήν μεταφοράν προϊόντων, εάν επήλθεν ή ου αύξησις της εκτάσεως των κοινοχρήστων τούτων χώρων και οποία η θέσις και έκτασις αυτών και ειδικώτερον πότε υφίσταται περίπτωσις εφαρμογής των εξαιρέσεων ...
της προηγουμένης παραγράφου, είναι ο επί της Συγκοινωνίας Υπουργός [ήδη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ]... 5. Αι διατάξεις του άρθρου τούτου τεθήσονται εν ισχύϊ δια β.δ/τος". Με το Β.Δ. της 4ης/16ης. 1.1924 (Α' 8) τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 20, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1448/1950 "Περί ερμηνείας διατάξεών τίνων του από 17 Ιουλίου 1923 Ν.Δ. "περί σχεδίου πόλεων κλπ"" (Α' 153), του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 412 Κ.Β.Π.Ν., ορίσθηκαν τα εξής : "Η αληθής έννοια και ερμηνεία των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 των άρθρων 16 και 20 του από 17.716.8.1923 ν.δ. ...
είναι ότι η εκ τούτων οριζομένη ακυρότης των κατά παράβασιν αυτών γινομένων μεταβιβάσεων είναι απόλυτος, πάντως δε αίρεται αύτη εξ υπαρχής αφ' ής προτάσει του οικείου Δήμου ή Κοινότητος μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως επεκταθή το σχέδιον της πόλεως κατά την περίπτωσιν του άρθρου 16 ή εγκριθώσιν οι σχηματισθέντες ή αναγνωρισθέντες ως σχηματισθέντες ή επιδιωχθέντες όπως σχηματισθώσιν κοινόχρηστοι χώροι κατά την περίπτωσιν του άρθρου 20, είτε συμφώνως προς την γενομένην πρόβλεψιν αυτών, είτε άλλως ή διά της εγκρίσεως σχεδίου ή επεκτάσεως του σχεδίου εις την περιοχήν εις ήν κείνται ή διά της μεμονωμένης εγκρίσεως αυτών, εάν κείνται εντός των πολεοδομικών σχεδίων ως έχουν ή κατά διάφορον διάταξιν ή και υπό όρους".
Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.Δ./τος της 17ης.7/16ης.8.1923, οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δόμησης εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφεξής, η καθ' οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (βλ.
ΣτΕ 1828/2008 7μ., 966/2006, 2521/2000 7μ., 1352/1991, Π.Ε. 148/2008). Ως εκ τούτου, ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προβλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Με τις ίδιες, όμως, διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε στη διατήρηση και των κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν επιτρεπτώς εντός σχεδίου πόλεως με ιδιωτική βούληση πριν θεσπισθεί η ανωτέρω απαγόρευση, δηλαδή πριν από την 16.1.1924, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παραπάνω άρθρου (β.δ.
από 4-1-1924, ΦΕΚ Α' 8). Οι κοινόχρηστοι αυτοί χώροι αναγνωρίζονται ως υφιστάμενοι, για την εφαρμογή γενικώς της πολεοδομικής νομοθεσίας, παράλληλα με τους προβλεπομένους από το ρυμοτομικό σχέδιο, έως ότου καταργηθούν με τη νόμιμη διαδικασία, με την παράγραφο 4 δε του ιδίου άρθρου θεσπίζεται διαδικασία για την έκδοση διοικητικής πράξεως, με την οποία διαπιστώνεται αν εδαφική λωρίδα έχει πράγματι αφεθεί στην κοινή χρήση, πριν από την παραπάνω ημερομηνία.
Εξάλλου, οι εξαιρετικές αυτές διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει του ανωτέρω σκοπού τους, εφαρμόζονται σε περιοχές, οι οποίες διέθεταν εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, δηλαδή πριν από την 16.1.1924, αφού, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απαγόρευση, μόνο στις περιοχές αυτές ήταν καταρχήν νοητή η θέσπιση ρύθμισης για την αναγνώριση από το νόμο ως κοινοχρήστων, για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας, χώρων μη οριζομένων με το ρυμοτομικό σχέδιο παραλλήλως προς εκείνους που προβλέπονται στο σχέδιο.
Οι διατάξεις, επομένως, αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περιοχές, οι οποίες εντάχθηκαν σε σχέδιο πόλεως υπό το καθεστώς του από 17.7.1923 Ν.Δ/τος, αφού στις περιοχές αυτές οι κοινόχρηστοι και οι οικοδομήσιμοι χώροι καθορίζονται αποκλειστικά από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις εν γένει προϋποθέσεις που προβλέπονται με το νομοθέτημα αυτό, και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η αναγνώριση ως κοινοχρήστου χώρου, για την εφαρμογή της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας, εδαφικής λωρίδας μη προβλεπόμενης με το χαρακτηρισμό αυτό στο ρυμοτομικό σχέδιο, έστω και αν προηγουμένως είχε αφεθεί με ιδιωτική βούληση σε κοινή χρήση (ΣτΕ 2983/2009 ,.ΣΤΕ 1420/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983 Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως, που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται με τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χώρου και ως τοιαύτα περιέρχονται άνευ αποζημιώσεως στην κυριότητα του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, όταν η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, τα δε ακίνητα που αφέθηκαν στην κοινή χρήση περιλαμβάνονται ήδη σε εγκεκριμένη σχέδιο πόλης και αν ακόμα δεν ταυτίζονται με κοινόχρηστους χώρους που προβλέπονται από αυτό, οπότε προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις.
Εξάλλου κατά το άρθρο
57 εδ.α Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι συνδρομή παράνομης πράξεως, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.
Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεσος εξουσία επί του πράγματος αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αρκεί το γεγονός ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός (Α.Π.407/2007).Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ.1 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εισ.Ν.
Α.Κ., προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του Α.Κ. η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση) πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μια των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1046), ενόψει του ότι ο κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (Α.Π. 1199/2011).
Επίσης κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Ο ίδιος λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015). Ειδικότερα ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι, όμως, και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου ή σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ.
η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008).Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά, ως προς την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου από 5-11-2003 ασκηθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος, περί προσβολής της προσωπικότητάς του, λόγω της στερήσεως χρήσεως κοινοχρήστου οδού: "Με το υπ' αριθμ....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Δήμου Αθηνών, μεταβιβάστηκε αιτία πώλησης στον Μ. Π. Μ., απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου, από τους μέχρι τότε αληθείς συγκυρίους του η κυριότητα επί ενός αγρού έκτασης 3.132,30 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στη θέση "...
της ομώνυμης Κοινότητας της περιφέρειας του τέως Δήμου Αθηναίων, όπως αυτό αποτυπωνόταν στο από την 1-7-1930 σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονος Θ. , που είχε προσαρτηθεί στο συμβόλαιο. Κατά τον τίτλο κτήσης το αγορασθέν-συνόρευε - μεταξύ άλλων - δυτικώς με "πεπατημένη οδό'' πλάτους δύο μέτρων και μεσημβρινώς με κτήμα πρώην Γ.
Λ. και ήδη Γ. Κ.. Η ως άνω περιοχή ……εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης δυνάμει του από 3-9-193 διατάγματος ένταξης (ΦΕΚ 400/16-9- 1936) και σύμφωνα με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ο αγορασθείς από τον Μ. Μ. (αγρός) περιλήφθηκε στο Ο.Τ….. Αντίθετα, η αναφερόμενη στο συμβόλαιο "πεπατημένη οδός", η οποία προϋπήρχε και μάλιστα μνημονευόταν ως "ιδιωτική οδός" και στο προγενέστερο χρονικά υπ' αριθμ.
αφορά σε ακίνητο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου και συγκεκριμένα ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Φ. Α. Μ., που αναφερόταν ως το δυτικό όριο του πωληθέντος με το συμβόλαιο εκείνο ακινήτου, δεν ήταν εγκεκριμένη. Στη συνέχεια, ο Μ. Μ. διένειμε το ακίνητο του σε έξι άρτια οικόπεδα, όπως τούτα αποτυπώνονται στο από 10-3-1965 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.
Κ., που είναι συνημμένο στα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια. Ακολούθως, μεταβίβασε αιτία πώλησης κοινώς και αδιαιρέτως στους Σ. και Ε. Π., δυνάμει του προαναφερθέντος ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Τ., το με αριθμο … κίνητο, έκτασης 818,65 τετραγωνικών μέτρων, που βρισκόταν - όπως αναφερόταν στο συμβόλαιο - επί της διασταυρώσεως των οδών …..
και εγκεκριμένης ανωνύμου και το οποίο συνόρευε - μεταξύ άλλων - δυτικά με τη ρηθείσα εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και μεσημβρινώς εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Κ. και εν μέρει με την οδό .... Έπειτα, με το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε αιτία πώλησης, κοινώς και αδιαιρέτως, στους Κ. Τ. και Ν. Ε. το υπ' αριθμ….
οικόπεδο, επιφάνειας 847.10 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνόρευε - μεταξύ άλλων - δυτικώς με ιδιωτική οδό υφιστάμενη προ του έτους 1923, όπως τούτο μάλιστα βεβαιωνόταν από το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Δήμου ……, χωρίς πάντως ο εν λόγω χαρακτηρισμός να έχει - σύμφωνα και με την παρατεθείσα προηγουμένως μείζονα πρόταση - κάποια έννομη συνέπεια, μεσημβρινώς εν μέρει με το υπ' αριθμό οικόπεδο ιδιοκτησίας των Σ.
και Ε. Π., και εν μέρει με ακάλυπτο χώρο, αφεθέντα από τον πωλητή προς τη διεύρυνση ιδιωτικής οδού. Στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Κ., που ενσωματώθηκε στα δύο αυτά συμβόλαια, η ανώνυμη οδός έχει αποτυπωθεί με πλάτος 2,5 μέτρων. Μετά ταύτα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σίφνου Ν.
Γ. Λ., ο Ν. Ε. προικοδότησε την αδερφή του Μ. σύζυγο Α. Σ. με το 1/2 του μεριδίου του, ήτοι με το 1/4 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ… οικοπέδου εκτάσεως 847,10 τετραγωνικών μέτρων, ενώ ο Κ. Τ. με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ... μεταβίβασε το μισό του δικού του μεριδίου (1/2), ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου στο με αριθμό οικόπεδο στην Α.
Ζ.. Στο πρώτο από τα συμβόλαια αυτά μνημονεύεται η ύπαρξη στο δυτικό όριο του ακινήτου ιδιωτικής οδού. Ακολούθως, οι ως άνω Α. Ζ., Ν. Ε., προφανώς με τη συναίνεση της αδερφής του Μ. συζύγου Α. Σ. και Κ. Τ., με το συμβόλαιο αριθμ. ... του συμβολαιογράφου Αθηνών ... διένειμαν το ως άνω υπ' αριθμό. ακίνητο σε τρία τμήματα, όπως τούτα αποτυπώθηκαν στο από Ιουνίου του 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε.
Ρ., που είναι συνημμένο στο παραπάνω συμβόλαιο. Συγκεκριμένα, δημιουργήθηκαν το με αριθμό . που βρίσκεται στη γωνία που σχηματίζεται από τη βορεινή και τη δυτική πλευρά, επιφάνειας 208,55 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο περιήλθε στον Κ. Τ., το με αριθμό , που βρίσκεται στη γωνία, που σχηματίζεται από τη βορεινή και την ανατολική πλευρά, επιφάνειας 208,55 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο περιήλθε στην Α.
Ζ. και, τέλος, το με αριθμό , εκτάσεως 417,10 τετραγωνικών μέτρων, που περιήλθε κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε καθέναν από τους Ν. Ε. και Μ. Σ.-Ε. Και στο συμβόλαιο αυτό καταγράφεται η ύπαρξη ιδιωτικής οδού, με την οποία συνόρευε το όλο ακίνητο δυτικά. Κατόπιν, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κ.
Ε. Κ., ο Κ. Τ. πώλησε στον Θ. Ε. Χ. μια οικία, η οποία βρίσκεται στο 1/4 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ….οικοπέδου πρώην Μ. Μ., εκτάσεως 847,10 τετραγωνικών μέτρων, στο Ο.Τ. Αναφέρεται δε ότι τούτη συνορεύει δυτικώς με ιδιωτική οδό, επί της οποίας έχει πρόσωπο 29,30 τετραγωνικών μέτρων. Το ως άνω με αριθμό … ακίνητο, επιφάνειας - κατά νεότερη καταμέτρηση 817,36 τετραγωνικών μέτρων, οι Ν.
Ε. και Μ. Σ. Ε. πώλησαν στους ενάγοντες, ήτοι στον ήδη αποθανόντα Γ. Γ. του Δ. και τον νυν εφεσίβλητο σε αμφότερες τις εφέσεις Δ. Γ. του Γ., με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μ. Σ.. Κατά το συμβόλαιο αυτό τμήμα της δυτικής πλευράς του πωληθέντος επιφάνειας 25,36 τετραγωνικών μέτρων αποτελεί κοινόχρηστο δρόμο, ενώ το αγορασθέν φέρεται να συνορεύει δυτικά με το ακίνητο ... (πλέον εναγομένων) και όχι με την ανώνυμη οδό.
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, ο Π. Κ. κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό η εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου επιφάνειας 12 στρεμμάτων περίπου, το οποίο ανήκε κατά το ποσοστό αυτό στον αποθανόντα στις 1-12-1951 πατέρα του Γ. Κ.. Κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης το οικόπεδο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ.
Π., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Π. και Κ. Κ., ανατολικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Μ. Μ. Σ. Μ. και Σ. Ι. και δυτικά με ακίνητης ιδιοκτησίας Ι. Χ.. Δηλαδή, στον συγκεκριμένο τίτλο κτήσης ουδεμία αναφορά γίνεται περί γειτνίασης με οδό - ιδιωτική …..κοινόχρηστη - στο ανατολικό όριό του. Πάντως, στον τίτλο αυτό δεν επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα.
Το υπόλοιπο 1/2 εξ' αδιαιρέτου του αυτού οικοπέδου περιήλθε στον ίδιο με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία, η οποία πάντως δεν προσκομίζεται. Με αυτή ο Π. Κ. αποδέχτηκε την κληρονομιά της θανούσας στις 18-5-1965 μητέρας του Ε. Κ., η οποία, όσο ζούσε, ήταν συγκυρία του εν λόγω ακινήτου.
Στους γονείς του Π. Κ. είχε μεταβιβαστεί εξ αδιαιρέτου και κατ1 ισομοιρία η κυριότητα επ' αυτού αιτία πώλησης, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Α. I. Ζ. Είναι δε το πωληθέν το ακίνητο που στο προαναφερθέν υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. περιγράφεται ως "ακίνητο πρώην Γ. Λ.
και ήδη Γ. Κ.", το οποίο φέρεται να συνορεύει με την "πεπατημένη οδό" επί πλευράς 62,50 μέτρων. Το έτος 1972, οι Π. Κ. και Σ. και Ε. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ε. Π., στο οποίο προσαρτήθηκε το από μηνός Μαΐου του 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Π., αντάλλαξαν μεταξύ τους τμήματα των οικοπέδων τους, προκειμένου αυτά να καταστούν άρτια και οικοδομήσιμα.
Στον τελευταίο αυτό τίτλο ο μεν συμβαλλόμενος Π. Κ. δεν αναφέρει τίποτα για την ύπαρξη ανώνυμης οδού ανατολικά της ιδιοκτησίας του, καθώς αναφέρει ότι αυτή συνορεύει εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων, εν μέρει με την ιδιοκτησία των αντισυμβαλλομένων του και εν μέρει με την οδό .... Αντίθετα, οι Σ. και Ε. Π. δηλώνουν πως το ακίνητο τους συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης του δυτικά "με οδόν εγκεκριμένη ανώνυμον με ιδιοκτησία νυν Π.
Κ.". Ακολούθως, ο Π. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του ακινήτου του στην παρεμβαίνουσα-ήδη εκκαλούσα στην από 30-6-2010 έφεση, θυγατέρα του Ε. σύζυγο Π. Μ.. Μετά δε τον θάνατο του η παρεμβαίνουσα-εκκαλούσα απέκτησε την πλήρη κυριότητά του.
Στη συνέχεια, εξέδωσε την ... οικοδομική άδεια και ανοικοδόμησε σε αυτό πολυώροφη οικοδομή, την οποία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, υπήγαγε στις περί οροφοκτησίας διατάξεις, συνιστώντας επ' αυτής οριζόντιες ιδιοκτησίες. Κατόπιν, πώλησε στους εναγομένους-εκκαλούντες στην από 14-7-2010 έφεση τις οριζόντιες ιδιοκτησίες αυτές.
Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται λοιπόν πως πράγματι ανάμεσα στα παραπάνω ακίνητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των διαδίκων είχε δημιουργηθεί τουλάχιστον από το έτος 1923 ιδιωτικός δρόμος, ο οποίος σε μη αποδειχθέντα χρονικό σημείο ονομάστηκε οδός "...". Το πλάτος του δεν υπήρξε το ίδιο διαχρονικά, αλλά κυμαινόταν από 2 έως 4 μέτρα.
Μέσω αυτού εξυπηρετούνταν τόσο το ακίνητο ... που στον παρόντα χρόνο ανήκει κατά συγκυριότητα στους εναγομένους- εκκαλούντες, όσο και στους το ακίνητο ..., τμήμα του οποίου έχει πλέον αποκτήσει ο ενάγων-εφεσίβλητος, δοθέντος ότι αμφότερα τα ακίνητα αυτά δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από άλλο δρόμο μέχρι το έτος 1970 περίπου, οπότε άρχισε η διάνοιξη των παρακείμενων οδών ...
και .... Η εν λόγω οδός διαχρονικά επί πενήντα και πλέον έτη αναφέρεται ως ιδιωτική και δη τόσο στους τίτλους κτήσης που λεπτομερώς μνημονεύτηκαν προηγουμένως, οι οποίοι σχετίζονται με τους δικαιοπαρόχους - απώτερους και απώτατους - του ενάγοντος ...), όσο και στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., αλλά και στο ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που αφορούν σε άλλο ακίνητα του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου. Προσέτι, σε πληθώρα στελεχών αδειών οικοδομών του αυτού οικοδομικού τετραγώνου ( …) ομοίως αναφέρεται ως ιδιωτική οδός (βλ. τις ...), όπως τούτες μνημονεύονται στην έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης με αριθμό .κατάθεσης 357/2006.
Ομοίως, ως ιδιωτική οδός καταγράφεται και στα από Ιανουαρίου 1964 και Ιουνίου 1980 τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών Κ. Κ. και Α. Σ., τα οποία επίσης καταγράφονται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Εκκινούσε δε αυτή από την οδό ... και έφτανε μέχρι την τέως ιδιοκτησία …..νυν εναγομένων-εκκαλούντων και την έναντι της ιδιοκτησία Σ.
και Ε. Π.. Ωστόσο, με την κατάρτιση του προαναφερθέντος συμβολαίου ανταλλαγής μεταξύ των τελευταίων, καταπατήθηκε έκτασή της, με αποτέλεσμα να διακοπεί η πρόσβαση της προς την οδό .... Αποδείχθηκε, επίσης, πως η παραπάνω οδός ουδέποτε περιλήφθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης και εξακολουθεί μέχρι και τον παρόντα χρόνο να μην είναι εγκεκριμένη (βλ.
το με αριθμό πρωτοκόλλου .../1 1-1-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου…….).
Συνεπώς, δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ' εφαρμογή του άρθρου 28 του ν. 1337/1 983, διότι, εφόσον αυτή ουδέποτε περιλήφθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου …….. 'ως κοινόχρηστος χώρος δεν συντρέχουν σωρευτικώς οι αναφερόμενες στην παρατεθείσα προηγουμένως μείζονα πρόταση προϋποθέσεις για να αποκτήσει την ιδιότητα της κοινόχρηστης.
Περαιτέρω, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ούτε ότι η επίδικη οδός απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με τη βούληση των ένθεν και ένθεν αυτής ιδιοκτητών και μάλιστα εκδηλωθείσα με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα επ' αυτής, με σκοπό τούτη να καταστεί κοινόχρηστη, κατά τις μνημονευθείσες στη μείζονα πρόταση διατάξεις του ΑΚ, εφόσον καμία τέτοια δικαιοπραξία δεν προσκομίζεται.
Από δε την καταγραφή της ως "ιδιωτική" σε όλα τα προαναφερθέντα συμβόλαια, που αφορούν σε ακίνητα που έχουν ως όριο την οδό αυτή, δεν συνάγεται θέληση των κυρίων των παρακείμενων ιδιοκτησιών να αφήσουν την επίδικη οδό, την κοινή χρήση ή να παραιτηθούν της κυριότητας επ' αυτής, με σκοπό να καταστεί κοινόχρηστη κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή δίοδος που να χρησιμοποιείται από ευρύτερο αόριστο αριθμό προσώπων, αλλά αντίθετα συμπεραίνεται πως αληθής βούλησή τους υπήρξε να αφεθεί αυτή προς εξυπηρέτηση των αναγκών των ιδιοκτητών των νέων οικοπέδων που σχηματίστηκαν με τις διανομές και τον τεμαχισμό των μεγαλύτερων εκτάσεων.
Προσέτι, η ως άνω μνημόνευσή της ως ιδιωτική διαχρονικά στα προαναφερθέντα συμβόλαια καταδεικνύει ότι οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων δεν είχαν την αντίληψη ότι γινόταν χρήση αυτής από αόριστο αριθμό δημοτών επί δύο γενεές ανθρώπων πριν από τις 23-2-1946, οπότε εισήχθη ο ΑΚ, ώστε τούτη να έχει αποκτήσει την ιδιότητα της κοινόχρηστης οδού με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Χρειάζεται να επισημανθεί πως μόλις στο πολύ πρόσφατο σε σχέση με τα προαναφερθέντα υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, με το οποίο ο εφεσίβλητος και ο πατέρας του απέκτησαν το ακίνητο τους από τους Ν. και Μ. Ε. αναφέρεται ο επίδικος δρόμος ως "κοινόχρηστος". Κατά συνέπεια, η κατάληψη τμήματος της ιδιωτικής οδού επιφάνειας 21,93 τετραγωνικών μέτρων από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων Π.
Κ. το έτος 1972, οπότε μαζί με τους Σ. και Ε. Π. προέβησαν σε αμοιβαία ανταλλαγή τμημάτων των όμορων ιδιοκτησιών τους και στη συνέχεια η επέκταση μέσα σε αυτό τμήματος της ανεγερθείσας από τη θυγατέρα του Ε. Μ. και άμεση δικαιοπάροχο των εναγομένων πολυκατοικίας, δεν συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του ενάγοντος εξαιτίας παρεμπόδισής του από τη χρήση κοινόχρηστου πράγματος, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ιδιωτική οδός και επομένως ούτε το καταπατηθέν τμήμα της είχαν καθιερωθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο ως κοινόχρηστα.
Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το ότι από το έτος 1972, οπότε, όπως επισημαίνουν στην αγωγή τους και οι ίδιοι οι αρχικοί ενάγοντες, ο Π. Κ. προσάρτησε το επίδικο εδαφικό τμήμα στην ιδιοκτησία του, παρακωλύοντας έκτοτε τους κυρίους των γειτονικών ακινήτων να το χρησιμοποιούν και μέχρι τις 26-7-2000, οπότε οι ενάγοντες ήγειραν αγωγή με συναφές προς την νυν κρινόμενη περιεχόμενο, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 2/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ήτοι επί 28 συναπτά έτη, ούτε οι ενάγοντες ούτε κάποιος άλλος από τους όμορους ιδιοκτήτες αντέδρασαν.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε πως η ως άνω ιδιωτική οδός έχει αφεθεί προ του έτους 1923 στην κοινή χρήση όλων των κατοίκων και κάθε τρίτου επισκέπτη της περιοχής και αποφάνθηκε ότι κατέστη κοινόχρηστη ως κοινή ιδιωτική δίοδος, κατέληξε μετά πως η κατάληψη του επίδικου τμήματος της από τους εναγομένους και τους δικαιοπαρόχους τους συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, έσφαλε.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες εφέσεις και δη κατά τους λόγους αυτούς που βάλλουν κατά της εκτίμησης της ουσίας της υπόθεση από "το" πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση και, δικαζόμενης κατ' ουσίαν της από 11-11-2003 αγωγής, να απορριφθεί αυτή ως α βάσιμη".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ), απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί προστασίας της προσωπικότητάς τους, λόγω παράνομης προσβολής από τον αναιρεσείοντα του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων χρήσης κοινοχρήστου οδού.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 966,967,968 ΑΚ και 28ν. 1337/1983, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν, με τις σαφείς παραδοχές ότι η επίδικη οδός δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ* εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, αφού όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η επίδικη οδός δεν έχει περιληφθεί ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του ………… και συνεπώς δεν συνέτρεχαν σωρευτικώς οι αναφερόμενες στην αρχή προϋποθέσεις για να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.
Περαιτέρω δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η επίδικη οδός απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος με τη βούληση του ιδιοκτήτη εκδηλωθείσα με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ.
Τέλος με τις παραδοχές ότι η επίδικη ιδιωτική οδός, προϋφιστάμενη του έτους 1923, ουδέποτε περιλήφθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου……. και εξακολουθεί μέχρι και τον παρόντα χρόνο να μην είναι εγκεκριμένη και ότι η περιοχή ... εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του ………… δυνάμει του από 3-9-1936 διατάγματος ένταξης, ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν.Δ./τος της 17ης.7/16ης.8.1923,που δεν ήταν εφαρμοστέα, ώστε να κριθεί ότι η επίδικη οδός κατέστη κοινόχρηστη από την έναρξη εφαρμογής του ως άνω ν.δ/τος (1- 3-1924).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, και ο δεύτερος λόγος από τον αρ. 6 του άρθρου 560.
Κ.Πολ.Δ. που στηρίζεται σε αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το πρώτο μέρος του, και σε ανεπάρκεια των αιτιολογιών, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης οδού με την παραδοχή ότι δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ιδιωτική οδός και επομένως το καταπατηθέν τμήμα της είχαν καθιερωθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο ως κοινόχρηστα, δεν υφίσταται δε ανεπάρκεια αιτιολογίας επειδή δεν διέλαβε καμία αναφορά ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης οδού, καθόσον δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης η κυριότητα της οδού αλλά ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της, ενώ κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκάστης ομάδας των νομίμως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (αφενός της 12ης αναιρεσίβλητης και αφετέρου των 1ης, 3ης, 4ης, 7ου, 8ου, 9ου,10ου και 11ου των αναιρεσίβλητων, καθόσον εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 176, 191 παρ.2.
ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 3461/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκάστης ομάδας των νομίμως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ